προγραφές

'Αυτός είναι ο δελεασμός μιας πίστη θεωρίας της επιστήμης: να μην αποδώσει στο αποδείξιμο αυτά που του αρμόζουν. Όμως ενότητα δεν σημαίνει ομοιομορφία: το αποδεικτικό, παραμένοντας ταυτό κατά την ουσία του, μπορεί να πάρει πολλές όψεις. Ιδίως, είναι δυνατόν να τοποθετηθούν αντικριστά μια ζώνη μοναδικοτήτων, όπου το αποδειδειγμένο εμμένει στην απόδειξη μέχρι ενός σημείου να μην μπορεί να διακριθεί από αυτή και χαρακτηρίζει μια ιδιαίτερη στιγμή της επιστήμης, και, αφετέρου, το σύνολο των αλληλουχιών με την αυστηρή έννοια, οι οποίες, μολονότι δεν επιβάλλονται παρά μόνο στον βαθμό που αποδεικνύουν όντως κάτι και κατά συνέπεια δεν όλες τους ανανεώσιμες, παρουσιάζουν ανά ομάδες μια τυπολογική συγγένεια, σημάδι της ενότητας κινήσεων και εκδηλώσιμη αφηρημένα. Έτσι εμφανίζεται η έννοια της λογικής μορφής που είναι απαραίτητη σε μια θεωρία της απόδειξης. Η διαδικασία διαχωρισμού είναι διπλή: κατά μήκος, ή συνεκτατή με την αποδεικτική αλληλουχία, και εγκάρσια, ή εγκαθιδρύουσα ένα νέο σύστημα σύνδεσης που χρησιμοποιεί το παλιό σαν αφετηρία, και όχι πια στάδιο που διαπερνάται από μια κίνηση, αλλά αντικείμενο στοχασμού στην τρέχουσα όψη του. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, εκδηλώνεται μια ιδιότητα συστατική της ουσίας της σκέψης ή των νοητών αλληλουχιών: στη μία περίπτωση το !παράδειγμα!, στην άλλη το θεματικό.

Το παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό της πραγμάτωσης. Όχι μιας πραγμάτωσης εδώ και τώρα, στο βίωμα, από το οποίο έχει απαλειφθεί το εξωγενές, στην απλή κατάληψη της σκέψης από τον εαυτό της· αλλά μιας πραγμάτωσης την οποία απαιτεί το νόημα αυτού που τίθεται, δηλαδή μιας σχέσης που ως τέτοια καταφάσκεται αποκλειστικά στη μοναδικότητα υλοποίησης της αλληλουχίας, αλλά τη μοναδικότητα αυτή τη διεκδικεί το οτιδήποτε – επομένως, ενόσω τη θέτει, την καταργεί και φανερώνει ως εκ τούτου μια εσωτερική αρχή μεταβλητότητας. Από τους συμπερασμούς της αριθμητικής για τον ακέραιο πεπερασμένο αριθμό ως τις πιο αφηρημένες αλληλουχίες, διενεργείται η ίδια απελευθερωτική αποσύνδεση νοήματος. Εἰ τὸ ἔστι τοῦ ἑνὸς ὄντος λέγεται καὶ τὸ ἕν τοῦ ὄντος ἑνός, ἔστι δὲ οὐ τὸ αὐτὸ ἥ τε οὐσία καὶ τὸ ἕν, τοῦ αὐτοῦ δὲ ἐκείνου οὗ ὑπέμεθα, τοῦ ἑνὸς ὄντος, ἆρα οὐκ ἀνάγκη τὸ μὲν ὅλον ἕν ὄν εἶναι αὐτό, τούτο δὲ γίγνεσθαι μόρια τό τε ἕν καὶ τὸ εἶναι;. Το είναι της σχέσης είναι αυτό που προσθέτει η σχέση στην απαρχή της, άρα είναι διαφορετικό από την αναγκαιότητα που την κάνει να είναι μία, άρα καταφάσκει, σε πείσμα αυτής της αναγκαιότητας, μια ανεξαρτησία που μεταφράζεται σε σχετική αδιαφορία, πηγή πολλαπλότητας: οὐκοῦν ἄπειρον ἄν τὸ πλῆθος οὕτω τὸ ἕν ὄν εἶη; Το ίδιο ισχύει ήδη για την ταυτοτική κρίση, όπου η επανάληψη αγνοεί το επαναλαμβανόμενο, το ίδιο και για καθέναν από αυτούς τους μαθηματικούς προβιβασμούς όπου η σχέση-ενέργημα, μόλις πραγματώνεται, είναι προς το νόημα που, αποσπασμένο χάρη στο νοητό φόντο και κατασκευασμένο από αυτό, ξεφεύγει αμέσως «σαν σε όνειρο» και, ως εκ τούτου ακριβώς, θέτει την πρωτοτυπία του. Μόνο έτσι είναι δυνατή η πολυμορφία μέσα στη μοναδική ορθολογική αλληλουχία: αυτές οι διαδοχικές ρωγμές ανεξαρτησίας που κάθε φορά αποσπούν εκ των προτέρων το κυριαρχικό περίγραμμα αυτού που έρχεται μετά κατ’ ανάγκην, και προκειμένου να το υπερβούν. Η σύνθεση που διακρίνει ο Καντ στη σκέψη δεν ζητά κανένα παρεχόμενο ή διαφορετικό πολλαπλό, αλλά τον ίδιο της τον εαυτό, πολλαπλασιασμένο με αυτές τις στιγμές και με την πρόοδό της: ό,τι είναι ενοποιημένο δεν έχει δοθεί πρώτα ως διάφορο –γιατί πώς θα μπορούσε να δοθεί αν όχι ήδη με μια σύνθεση; –, και το να το υποθέτουμε για μια ανάλυση θα πει να το μετασχηματίζουμε σε χωρική φαντασία· αλλά είναι η ίδια η εκτύλιξη των ενεργημάτων, καθενός ως τέτοιου, που λησμονεί και συγχρόνως πραγματώνει τον εαυτό της σε μια σημασία, που δεν μπορεί να θέσει το είναι της παρά μόνο ως στοιχείο ενός συνόλου το οποίο αναγνωρίζεται ως πολλαπλότητα και αμέσως γίνεται βάση και αφετηρία για νέα ενεργήματα.'

 

Ζαν Καβαγιές, Για τη Λογική και τη Θεωρία της Επιστήμης, μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Ηριδανός

* * *

'Ο επιστήμονας, για να χτίσει, δεν χρειάζεται να ενδιαφέρεται για τα προαπαιτούμενα της φιλοσοφικής κριτικής. Όμως η λογική, καθ’ όσον είναι θεωρία της επιστήμης και όχι μόνο επιμέρους επιστήμη, δεν μπορεί να αρκεστεί σε αυτή την «κρυφή ορθολογικότητα» που δρα υπογείως σε κάθε επιστήμη. Κατά βάθος, αυτό που διακυβεύεται εδώ σε μικρογραφία, στο εσωτερικό ενός μόνο γνωστικού κλάδου, είναι η αντιπαλότητα ανάμεσα στην επιστήμη που αξιώνει να απαλλαγεί από τη φιλοσοφική κηδεμονία και μια φιλοσοφία που, μερικές φορές, απαξιεί να διδαχτεί. Αυτό το πρόβλημα της νεότερης λογικής, δεν μπορούμε να το διατυπώσουμε με τρόπο πιο απερίφραστο και, θα τολμούσαμε να πούμε, πιο οριστικό απ’ ό,τι ο Ζαν Καβαγιές όταν έγραφε: «Η παραπομπή στην τεχνική είναι υπεκφυγή» και, μερικές γραμμές παρακάτω, μιλώντας για τα πορίσματα του Γκέντελ αναφορικά με τη θεωρία της απόδειξης: «Είναι η εκδίκηση της τεχνικής, καθώς ανατρέπει τις κατασκευές που πραγματοποιούνται μέσα σε μια αφαίρεση που την υπερβαίνει».

 

Γκαστόν Μπασλάρ, 'Πρόλογος του Γκαστόν Μπασλάρ (1960)'

*

'Η απόφαση να δημοσιευτεί αυτό το κείμενο ως έχει, χωρίς εισαγωγή, πάρθηκε από την οικογένεια και από μια ομάδα φίλων του Καβαγιές. Θεωρήθηκε ότι μια εξηγητική εισαγωγή γραμμένη από οποιονδήποτε άλλον πλην του συγγραφέα δεν θα μπορούσε ουσιαστικά να είναι παρά ένας σχολιασμός ο οποίος θα έφερνε στο προσκήνιο το υπόβαθρο φιλοσοφικής και μαθηματικής κατάρτισης που ο Καβαγιές ήθελε ακριβώς να προϋποθέσει, κρίνοντας προφανώς ότι όσοι δεν προτίθενται να καταβάλουν την αναγκαία προσπάθεια κατανόησης δεν είναι άξιοι διαφώτισης.
Παραδίδουμε τώρα το κείμενο αυτό στο κοινό όντας βέβαιοι ότι, με τη σπουδαιότητά του και τη σύγκρισή του με τα υπόλοιπα βιβλία του φίλου μας, θα εγείρει κάθε λογής προβλήματα αναφορικά με τη βαθύτερη πρόθεση και την αυθεντική σημασία ενός έργου που διακόπηκε τόσο τραγικά. Το ότι τα προβλήματα αυτά δεν επιδέχονται στ’ αλήθεια μονοσήμαντη λύση μέλλει να κάνει πιο κατάφωρο το κενό που άφησε στη φιλοσοφία ο θάνατος του άνδρα που αναπαύεται στο νεκροταφείο της Αράς, κάτω από τον σταυρό που τον μνημονεύει ως «Άγνωστο Αρ.5».'

 

Ζορζ Κανγκιλέμ & Σαρλ Ερεσμάν, 'Εισαγωγή των Επιμελητών της Πρώτης Γαλλικής Έκδοσης (1946)'

*

'Το βιβλίο Για τη λογική και τη θεωρία της επιστήμης προϋποθέτει ιδίως ένα υπόβαθρο φιλοσοφικής και μαθηματικής κατάρτισης που ο συγγραφέας δεν επιδιώκει ποτέ να το καταστήσει ρητό. Αν το είχε κάνει, δεν θα είχαμε μπροστά μας ένα βιβλιαράκι εβδομήντα οκτώ σελίδων. Όμως είναι ίσως καλό που ορισμένοι και σήμερα ακόμα, αρέσκονται! στα δύσκολα αναγνώσματα, και δη σε αυτά των οποίων η δυσκολία δεν είναι εκείνη ενός αινίγματος που προσφέρεται για τη φαντασία και τη μυθοπλαστική λειτουργία, αλλά ενός προβλήματος, του οποίου η λύση απαιτεί την απόκτηση αυθεντικών γνώσεων και μιας αυστηρής πειθαρχίας των επιχειρημάτων. Τόσο το χειρότερο για όποιον δεν μπορεί να διακρίνει κάτω από τις υπέρ το δέον λακωνικές φράσεις του Καβαγιές την πραγματική παρουσία μιας αληθινά επιστημονικής σκέψης και μιας ανεπίληπτης ευθύτητας. Ίσως ακριβώς λόγω αυτής της απαιτητικής ευθύτητας δεν παρουσίασε ποτέ τις ιδέες του με άλλον τρόπο παρά μόνο βάσει μιας ιστορικής πλατφόρμας, θεωρώντας έτσι ότι προφυλάσσεται από τις αυταπάτες της φαντασίας και της ιδιοτέλειας με τις οποίες πλάθονται φιλοσοφικοί ψευδονεωτερισμοί. Δεν πρέπει να αμφιβάλλουμε: η πρωτοτυπία του Καβαγιές εμφανίζεται σε κάθε βήμα. Αλλά δεν μπορεί να μη μας λείπει μερικές φορές ένας τρόπος έκφρασης πιο άμεσος και μια ανάπτυξη πιο στοιχειοθετημένη, που να τονίζει τη σκέψη του συγγραφέα. Τα μαθήματά του, αν και εξίσου ακριβολόγα, εξίσου υπαινικτικά, μας πρόσφεραν εν τούτοις μια πιο ελεύθερη και πιο χαλαρή έκθεση των κατευθύνσεων στις οποίες προσανατολιζόταν η σκέψη του.'

 

Ζιλ Γκαστόν Γκρανζέ, 'Ζαν Καβαγιές, ή Η Αναγωγή εις Σπινόζα', από το επίμετρο της έκδοσης

Εξώφυλλο: Αντόν Τσέχοφ, Ο Θείος Βάνιας: Σκηνές από τη Ζωή στην Ύπαιθρο σε Τρεις Πράξεις

'ΣΟΝΙΑ: Κι εσείς δεν είστε ικανοποιημένος απ’ τη ζωή;

ΑΣΤΡΩΦ: Τη ζωή γενικά την αγαπώ, αλλά τη δική μου ζωή, την επαρχιώτικη, τη ρώσικη, τη μικροαστική, δεν μπορώ να την υποφέρω και την περιφρονώ μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Όσο για τη ζωή μου, την προσωπική μου ζωή, αυτή, μα το Θεό, δεν έχει απολύτως τίποτα το ωραίο. Κοιτάξτε, όταν περνάς μια σκοτεινή νύχτα στο δάσος και βλέπεις ένα φως να φέγγει κάπου μακριά, δε λογαριάζεις ούτε την κούραση, ούτε το σκοτάδι, ούτε τα κλαδιά που γδέρνουν με τ’ αγκάθια τους το πρόσωπό σου... Εγώ δουλεύω, το ξέρετε, όσο κανένας άλλος στην επαρχία μας· η μοίρα με χτυπάει ασταμάτητα, είναι στιγμές που υποφέρω αβάσταχτα, όμως κανένα φως δε φέγγει μακριά για μένα. Για τον εαυτό μου τίποτα δεν περιμένω, δεν αγαπώ τους ανθρώπους. Πάει καιρός που πια δεν αγαπώ κανέναν.

ΣΟΝΙΑ: Κανέναν;

ΑΣΤΡΩΦ: Κανέναν. Μόνο για την παραμάνα σας αισθάνομαι κάποια τρυφερότητα. Μου ξυπνά μνήμες παλιές. Οι χωριάτες μοιάζουν όλοι μεταξύ τους, καθυστερημένοι, ζούνε μες στη βρόμα, και με τους διανοούμενους δύσκολο να τα βγάλεις πέρα. Κουράζουν. Όλοι αυτοί οι καλοί μας φίλοι, η σκέψη τους είναι ρηχή, τα αισθήματά τους ρηχά, και δε βλέπουνε πέρα απ’ τη μύτη τους – είναι απλούστατα βλάκες. Κι όσοι είναι λίγο πιο έξυπνοι και πιο σημαντικοί, αυτοί είναι υστερικοί, τους έχει φάει η ανάλυση, και η ενδοσκόπηση... Κλαίγονται, μισούν, διαβάλλουν νοσηρά ο ένας τον άλλο, πλησιάζουν τον άνθρωπο, τον λοξοκοιτάνε και αποφαίνονται: «Α, αυτός είναι ψυχοπαθής!» ή «αυτός είναι ωραιολόγος!». Κι άμα δεν ξέρουν ποια ετικέτα να σου κολλήσουν τότε λένε: «Είναι παράξενος άνθρωπος, παράξενος!» Εγώ αγαπώ το δάσος – αυτό είναι παράξενο· δεν τρώω κρέας – αυτό είναι επίσης παράξενο. Μια σχέση άμεση, αγνή, ελεύθερη με τη φύση και με τους ανθρώπους δεν υπάρχει πια... Όχι, όχι, δεν υπάρχει!'

Αντόν Τσέχοφ, Ο Θείος Βάνιας: Σκηνές από τη Ζωή στην Ύπαιθρο σε Τρεις Πράξεις, μτφρ. Χρύσα Προκοπάκη, εκδ. Κάπα Εκδοτική

* * *

'Η ανθρώπινη συμπεριφορά στον κόσμο του Τσέχωφ αφήνει τα ίχνη της με ένα μοναδικό και ιδιαίτερο τρόπο, πολύ διαφορετικό από αυτόν που είχε συνηθίσει το κοινό να βλέπει. Γιατί μέχρι τότε οι ήρωες πάνω στη σκηνή, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έπρεπε να φανερώσουν τις πιο μύχιες σκέψεις τους και τα αισθήματα τους. Ο Τσέχωφ εγκαινιάζει μια νέα εποχή. Εκείνη που οι άνθρωποι θα κρύβουν αυτά που σκέφτονται, αυτά που νιώθουν και εννοούν. Είναι οι άνθρωποι του 20ου αιώνα, μεγάλοι μέσα στη μικρότητά τους, πολλές φορές ασήμαντοι, γεμάτοι αναστολές, φόβους αλλά και κρυμμένο μεγαλείο.
Η γλώσσα των έργων του Τσέχωφ είναι ακονισμένη πάνω στα εκατοντάδες διηγήματα που είχε ήδη γράψει πριν τον κερδίσει το θέατρο· είναι μια γλώσσα ογκόλιθος μέσα στην παραπλανητική απλότητά της. Καθόλου, μα καθόλου κατασκευασμένη, θα έλεγε κανείς μαγνητοφωνημένη απ’ τη συχνά ζοφερή πραγματικότητα της εποχής του, αποτέλεσμα μιας τρομερής συμπύκνωσης και συνθετικής σκέψης, που μοιάζει χαώδης αλλά στη βαθύτερη ουσία της είναι πάντα μουσική και τέλεια δομημένη. Αποφεύγοντας τη θεατρικότητα και τις συναισθηματικές υπερβολές, ο Τσέχωφ γεμίζει με μισόλογα και υπαινιγμούς τις μισοειπωμένες και μισοερειπωμένες ζωές των ηρώων του.'

Στάθης Λιβαθηνός, 'Τσέχωφ σαν Έλληνας', από τον πρόλογο της έκδοσης

Εξώφυλλο: Δημήτρης Χριστόπουλος & Λεωνίδες Καρακατσάνης, Κυριαρχία, Ετερότητα, Δικαιώματα

'[...] το ‘ιδιωτικό’ δεν μπορεί να νοείται απλά ως ένας νοητός χώρος ελευθερίας (θρησκευτικής, οικογενειακής, κ.λπ.) που χρήζει προστασίας από το δημόσιο ‘βλέμμα’ αλλά εμπεριέχει ιεραρχήσεις εξίσου άκαμπτες –αλλά συνήθως αθέατες– με αυτές που διαμορφώνουν το ίδιο το δημόσιο επίπεδο. Κατεξοχήν πολιτικό λοιπόν το ιδιωτικό, μολονότι, όπως εύγλωτα επισημαίνεται πως «θεωρείται μη πολιτικό, καίτοι αποτελεί την πραγματική βάση της πολιτικής και κρύβει την πολιτικότητά του για να στερεώσει την ιδιωτική εξουσία-βία απαγορεύοντας τον πολιτικό έλεγχο και αμφισβήτηση». Ως επακόλουθο, η διάκριση ιδιωτικού – δημόσιου δεν μπορεί παρά να γίνεται αντιληπτή σαν μια κινούμενη άμμος εφόσον όχι μόνο τα όρια της δεν είναι σταθερά αλλά ούτε και το ποιες κατηγορίες κοινωνικής δράσης εντάσσονται κάθε φορά στην μία ή την άλλη ‘θέση’ είναι κάτι δεδομένο: οι μετατοπίσεις από τον ένα χώρο στον άλλο είναι αποτέλεσμα της διαφορετικής έκβασης κοινωνικών ανταγωνισμών και της έντασης των ανθρώπινων διεκδικήσεων. Εάν, έναντι άλλων παραδειγμάτων, η θρησκευτική μας ελευθερία (το δικαίωμά μας δηλαδή να θρησκευόμαστε όπως θέλουμε ή να μην θρησκευόμαστε) είναι σήμερα ο ορισμός του απολύτως ιδιωτικού, πριν από μερικά χρόνια δεν ήταν διόλου έτσι.
Το όριο ανάμεσα στις δύο σφαίρες είναι ετεροπροσδιοριζόμενο και διαρκώς μεταβαλλόμενο. Σε αυτό εξάλλου έγκειται η πολιτικότητά του. Για το λόγο αυτό, η φύση του ιδιωτικού και του δημοσίου δεν έχει κάποια οντολογία που να την καθιστά ορίσιμη. Εάν κάτι είναι ορίσιμο σε αυτή τη διχοτομία είναι ο ρευστός και μεταλλάξιμος χαρακτήρας της. Το δημόσιο και το ιδιωτικό δεν είναι λοιπόν (ξεχωριστές) ουσίες, αλλά κατασκευές. Η εγνωσμένη από όλους στις μέρες μας μετατόπιση του εξωτερικού ορίου υπέρ του ιδιωτικού εξαιτίας της παραπάνω αναφερθείσας διόγκωσης ενός ‘μη κυβερνητικού’ χώρου, ούτε ακυρώνει, ούτε διαλύει την κυριαρχία, όπως πολλοί έσπευσαν να αναγγείλουν, είτε πανηγυρικά είτε περίλυπα. Αντίθετα, η κυριαρχία, επαναπροσδιορίζεται μέσω νέων πεδίων άσκησης της εξουσίας. «Η ‘κοινωνία των πολιτών’ (...) αποτέλεσε μια νέα μορφή κοινωνικής εξουσίας μέσα στην οποία πολλές εξαναγκαστικές λειτουργίες που ανήκαν κάποτε στο κράτος επανατοποθετήθηκαν μέσα στην ‘ιδιωτική’ σφαίρα».
Κατά τα φαινόμενα λοιπόν, ο μη κυβερνητικός χώρος των δικαιωμάτων σφυρηλατεί έναν «τρίτο» τομέα κάπου ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο: ένα τομέα ιδιωτικής εθελοντικής πρωτοβουλίας, πλην όμως δημόσιας αποστολής. Υπό αυτή τη έννοια, δεν είναι αμιγώς ιδιωτικός –καθώς στόχος του δεν είναι το κέρδος– αλλά ούτε και δημόσιος, καθ’ ότι δεν υπάγεται στο δημόσιο τομέα. Με δύο λόγια, ο μη κυβερνητικός χώρος των δικαιωμάτων δεν μπορεί να αποποιηθεί της ιδιότητας του ανήκειν στη λεγόμενη «κοινωνία των πολιτών» με τις μεγαλειώδεις απορίες και αμφισημίες που φέρει ο όρος αυτός για τη νεωτερική και σύγχρονη κοινωνική και πολιτική θεωρία.'

Δημήτρης Χριστόπουλος & Λεωνίδες Καρακατσάνης, Κυριαρχία, Ετερότητα, Δικαιώματα, επμλ. Χάρης Παπαχαραλάμπους & Χρήστος Παπαστυλιανός, εκδ. Ευρασία

Εξώφυλλο: Φραντς Κάφκα, Αφορισμοί

Δὲν ὑπάρχει κανένα ἔχειν, μονάχα ἕνα εἶναι· ἕνα εἶναι πού απαιτεὶ τὴν τελευταία ἀνάσα, τὴν ασφυξία.

*

Ἡ τέχνη μας εἶναι στραβωμένη ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Τὸ φῶς ποὺ ὑποχωρεῖ πάνω σ’ ἕνα δύσμορφο πρόσωπο, αὐτὸ εἶναι ἀληθινὸ, τίποτε ἄλλο.

*

Δύο δυνατότητες: εἴτε νὰ γίνεσαι ἀπείρως μικρὸς εἴτε νὰ εἶσαι ἤδη. Τὸ πρῶτο εἶναι τελειότητα, δηλαδὴ ἀπραξία, τὸ δεύτερο ἔναρξη, δηλαδὴ πράξη.

*

Τὰ μέσα ἀποπλάνησης ποὺ διαθέτει ὁ κόσμος αὐτὸς καθὼς καὶ τὸ σημάδι τῆς ἐγγύησης ὅτι ὁ κόσμος τοῦτος εἶναι μονάχα ἕνα πέρασμα, εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα. Δικαίως, διότι μόνον ἔτσι μπορεῖ νὰ μᾶς ἀποπλανήσει ὁ κόσμος, καὶ αὐτὸ ἀνταποκρίνεται στὴν ἀλήθεια. Τὸ ἄσχημο εἶναι ὅμως ὅτι, ἀφοῦ πετύχει ἡ ἀποπλάνηση, ξεχνᾶμε τὴν ἐγγύηση κι ἔτσι οὐσιαστικὰ τὸ καλὸ μᾶς τράβηξε στὸ κακό, καὶ τὸ βλέμμα τῆς γυναίκας στὸ κρεβάτι της.

*

Δὲν εἶναι ἀπαραίτητο νὰ βγεῖς ἀπὸ τὸ σπίτι. Μεῖνε δίπλα στὸ τραπέζι σου καὶ ἀφουγκράσου. Μὴν ἀφουγκράζεσαι κἄν, περίμενε μόνον. Μὴν περιμένεις κἄν, νὰ εἶσαι ἀπόλυτα σιωπηλὸς καὶ μόνος. Ὁ κόσμος θὰ σοῦ προσφερθεῖ γιὰ νὰ τὸν ἀποκαλύψεις, δὲν μπορεῖ νὰ κάνει ἀλλιῶς, θαμπωμένος θὰ κουλουριαστεῖ μπροστά σου.

*

Ἔχει τὴν αἴσθηση ὅτι μὲ τὸ ποὺ ζεῖ φράσσει τὸν δρόμο. Ἀπὸ τὸ ἐμπόδιο αὐτὸ ἀντλεῖ στὴ συνέχεια τὴν ἀπόδειξη ὅτι ζεῖ.

Φραντς Κάφκα, Αφορισμοί, μτφρ. Σπύρος Δοντάς, εκδ. Στιγμή

* * *

'Πιθανῶς κανένας ἄλλος συγγραφέας τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα δὲν ἔχει μελετηθεῖ τόσο ὅσο ὁ Κάφκα. Ἡ σχετικὴ βιβλιογραφία σχηματίζει (δὲν ἀποτελεῖ εἰρωνεία;) δύσβατους λαβυρίνθους. Οἱ περισσότεροι ἀναλυτὲς ἔχουν ἐπιλέξει γιὰ τὴν προσέγγισή τους μιὰν ὁπτικὴ γιὰ τὴν ὁποία, συνήθως, θεωροῦν πρόδρομο τὸν ἴδιο τὸν συγγραφέα. Τί πιὸ φυσικὸ ἀπὸ μιὰ ψυχαναλυτικὴ ἀνάγνωση, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Κάφκα ἀνατέμνει τὴ σχέση μὲ τὸν πατέρα του στὴν περίφημη Ἐπιστολή του (1919); Τί πιὸ λογικὸ ἀπὸ μιὰν ἀποκρυπρογράφηση τοῦ ἔργου του ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τῆς φιλοσοφίας τῆς ὕπαρξης, ὅταν ἡ ὑπαρξιακὴ ἀγωνία (Angst) εἶναι ἐξόθαλμα παρούσα στὰ κείμενά του καὶ γνωρίζουμε ὅτι εἶχε μελετήσει, νεαρὸς ἤδη, τὸν Kirkegaard. Ἡ κριτική του στὴ δαιδαλώδη αὐστριακὴ διοίκηση δὲν εἶναι, ἀκριβῶς, ὁ κύριος στόχος τῶν μεγάλων μυθιστορημάτων του; Εἶναι, ὅμως, ὁ Κάφκα ἁπλῶς ἡ σκοτεινὴ πλευρὰ τῆς γραφειοκρατίας, ὅπως εἶναι Ὁ καλὸς στρατιώτης Σβέικ τοῦ JaroslavHašek ἡ φαιδρή της; Τὸ ἀλλόκοτο χιοῦμορ του δὲν ἐμπνέει ἀποδεδειγμένα τοὺς σουρεαλιστές, ὅπως ὀρθὰ ἐπισημαίνει ὁ Milan Kundera; Καὶ ὅμως, ἡ πανταχοῦ παρουσία τοῦ Κάφκα εἶναι ἕνα σχετικὰ πρόσφατο φαινόμενο, τὸ ὁποῖο συνδέεται καὶ μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ σημαντικότερα ἔργα του ἐκδόθηκαν μεταθανάτια. Σὲ μιὰ διάλεξη τοῦ καθηγητῆ τῆς γερμανικῆς λογοτεχνίας Herbert Cysarz στὴν Πράγα, τὸ φθινόπωρο τοῦ 1931, ὅταν ρωτήθηκε γιὰ τὸν Κάφκα, ἀπάντησε λακωνικά: «Ἕνας Ἑβραῖος Κλασικός». Μετὰ τὸν Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ ἔργο του ἀπογειώθηκε, ἀλλὰ κυρίς στὴ δυτικὴ Εὐρώπη καὶ τὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες τῆς Ἀμερικῆς. Στὴ σοσιαλιστικὴ Τσεχοσλοβακία, ἡ ἐπίσημη ἄποψη ἐπηρεαζόταν ἀπὸ τὴν ἐπιφυλακτικότητα μὲ τὴν ὁποία ἀντιμετωπιζόταν ὁ «παρακμιακὸς» Κάφκα στὴν Λαϊκὴ Δημοκρατία τῆς Γερμανίας. Μόλις τὸ 1964, λίγα χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν Ἄνοιξη τῆς Πράγας, ὁ Max Brod κατάφερε νὰ προκαλέσει τὸν ἐνθουσιασμὸ τῶν Τσέχων γιὰ τὸ ἔργο τοῦ φίλου του μὲ μιὰ διάλεξη του στὸ μοναστήρι τοῦ Strahov.'

Σπύρος Δοντάς, από το 'Εισαγωγικό Σημείωμα' της έκδοσης

Εξώφυλλο: Ζιλ Ντελέζ, Ζάχερ-Μαζώχ: Το Ψυχρό και το Βάναυσο

'Ἰδοὺ ὅμως ποὺ μὲ τὴν νεωτερικὴ σκέψη προσφέρεται ἡ δυνατότητα νέων μορφῶν εἰρωνείας καὶ ἀστεϊσμοῦ. Ἡ εἰρωνεία καὶ ὁ ἀστεϊσμὸς κατευθύνονται πλέον πρός τὴν ἀνατροπή τοῦ νόμου. Συναντούμε ἐκ νέου τὸν Σὰντ καί τὸν Μαζώχ, οἱ ὁποῖοι αντιπροσωπεύουν τὰ δύο μεγάλα ἐγχειρήματα τῆς ἀμφισβητήσης, τῆς ριζικῆς ἀνατροπῆς τοῦ νόμου. Καὶ διαρκῶς αποκαλούμε εἰρωνεία τὴν κίνηση ἡ ὁποία συνίσταται στὴν ὑπέρβαση τοῦ νόμου πρὸς μία ανώτερη ἀρχή, ἀποδίδοντας στὸν νόμο δευτερεύουσα ἰσχύ. Τί συμβαίνει ὡστόσο ὅταν ἡ ἀνώτερη ἀρχὴ, δὲν εἷναι, δὲν δύναται πλέον νὰ ἀποτελεῖ ἔνα Ἀγαθό ἱκανό νὰ θεμελιώσει τὸν νόμο καὶ νὰ δικαιολογήσει τὴν δύναμη τὴν ὁποία μεταβιβάζει; Ἐπ’ αὑτοῦ ἀπαντᾶ ὁ Σάντ. Ὁ νόμος, σὲ ὅλες τοῦ τὶς ἐκφάνσεις (φυσικός, ἠθικός, πολιτικός), ἀποτελεῖ τὸν κανόνα μιᾶς δευτερογενοῦς φύσης, ἡ ὁποία εἷναι πάντοτε συνδεδεμένη μὲ μία ἀπαίτηση συντήρησης, ἐνῷ σφετερίζεται τὴν αὐθεντικὴ κυριαρχία. Βάσει μιᾶς ἀρκούντως γνωστῆς ἐναλλακτικῆς προσέγγισης, δὲν ἔχει σημασία ἐὰν ὁ νόμος νοεῖται ὡς ἐκφραστής τῆς ἐπιβαλλόμενης ἰσχύος τοῦ δυνατοῦ ἤ, τοὐναντίον, ὡς προστατευτικὴ ἕνωση τῶν ἀδυνάμων. Διότι ἀφέντες καὶ δοῦλοι, ἰσχυροὶ καὶ ἀνίσχυροι, ανήκουν ὁλοκληρωτικά στην δεύτερη φύση· ἡ ἕνωση τῶν ἀδυνάμων εὐνοεῖ καὶ ἐπιζητεῖ τὸν τύραννο, ὁ τύραννος ἔχει ἀνάγκη αὐτὴν τὴν ἕνωση γιὰ νὰ ὑπάρξει. Σὲ κάθε περίπτωση ὁ νόμος συνιστά ἐξαπάτηση: ὄχι τὴν ἀντιπροσωπευτικὴ ἐξουσία ἀλλά τὴν σφετερισμένη ἐξουσία, ἐντὸς μιᾶς εἰδεχθοῦς συνεργίας δούλων καὶ ἀφεντάδων. Ἐπισημαίνουμε τὸν βαθμό στὸν οποίο ὁ Σὰντ καταγγέλλει τὸ καθεστώς τοῦ νόμου ὡς καθεστώς τῶν καταπιεσμένων καὶ συνάμα τῶν καταπιεστῶν. Πράγματι, ἡ καταπίεση προέρχεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο ἀπό τὸν νόμο: «Χρειάζεται ἀπείρως λιγότερο νὰ φοβηθῶ τὰ πάθη τοῦ γείτονά μου ἀπ’ ὅ,τι τὴν ἀδικία τοῦ νόμου, διότι τὰ πάθη τοῦ γείτονα συγκρατούνται ἀπό τὰ δικᾷ μου ἐνῷ, τουναντίον, τίποτα δὲν σταματά, τίποτα δὲν περιορίζει τὶς ἀδικίες τοῦ νόμου». Ὅθεν καὶ κατὰ κανόνα, καταπιεστὴς γίνεται κάποιος μονάχα διά τοῦ νόμου. Στὴν Ιουλιέττα ὁ Σιγκί ἀναφέρει: «Τύραννοι δὲν γεννιούνται ποτὲ ὑπὸ καθεστὼς ἀναρχίας. Ἀναφύονται μοναχὰ ὑπὸ τὴν σκιὰ τῶν νόμων ἤ εξουσιοδοτούνται ἀπὸ αὑτούς». Ἰδοὺ ἡ οὐσία τῆς σκέψης τοῦ Σάντ: μῖσος γία τοὺς τυράννους, ἀνάδειξη τοῦ τρόπου βάσει τοῦ ὁποίου ὁ νόμος καθιστά δυνατὴ τὴν ὑπάρξη τοῦ τυράννους. Ὁ τύραννος ὁμιλεῖ τὴν γλῶσσα τῶν νόμων. Ἔχει ἀνάγκη «τὴν σκιά τῶν νόμων»· καὶ οἱ ἥρωες τοῦ Σὰντ ἐξαντλοῦνται σὲ μία παράξενη μορφὴ ἀντι-τυραννίας, ομιλώντας ὅπως κανένας τύραννος δὲν θα μπορούσε νὰ ὁμιλήσει, ὅπως κανένας τύραννος δὲν μπόρεσε νὰ ὁμιλήσει ποτέ, συστήνοντας μία ἀντί-γλῶσσα.
Ὁ νόμος ἑπομένως ὑπερβαίνει ἑαυτὸν πρὸς μία ὑψηλότερη ἀρχή, ἡ ὁποία ὅμως δὲν συνιστᾶ πλέον τὸ Αγαθό τὸ οποῖο τὸν θεμελιώνει· τοὐναντίον, πρόκειται γιὰ τὴν Ἰδέα ἑνὸς Κακοῦ, ἑνὸς ὑπέρτατου καὶ μοχθηροῦ Ὄντος τὸ ὁποῖο θὰ τὸν ἀνατρέψει. Ἀνατροπὴ τοῦ πλατωνισμοῦ καὶ ἀνατροπὴ τοῦ ἰδίου τοῦ νόμου. Ἡ ὑπερβάσῃ τοῦ νόμου ἐμπεριέχει τὴν ἀνακάλυψη μιᾶς πρωτογενοῦς φύσης ἡ ὁποία ἀντιτίθεται ἀπὸ κάθε ἄποψη στὶς ἀπαιτήσεις καὶ τὶς ἐπιρροές τῆς δευτερογενοῦς φύσης. Δι’ ὅν λόγον ἡ Ἰδέα τοῦ ἀπόλυτου κακοῦ, ὅπως ἐνσωματώνεται σὲ αὑτήν τὴν πρωτογενῆ φύσῃ, δὲν συγχέεται οὔτε μὲ τὴν τυραννία, ἡ ὁποία συνεχίζει νὰ προϋποθέτει τοὺς νόμους, οὔτε καὶ μὲ μία σύνθεση ἰδιοτροπιῶν καὶ αὐθαιρεσιῶν. Τὸ ανώτερο καὶ ἀπρόσωπο μοντέλο τοῦ ἀναφέρεται κυρίως στοὺς ἀναρχικοὺς θεσμούς τῆς ἀέναης κίνησης καί τῆς διαρκοῦς ἐπανάστασης. Ὁ Σὰντ τὸ ὑπενθυμίζει συχνὰ: ὁ νόμος δύναται νὰ ξεπεραστεί μονάχα τείνοντας πρός τὴν ἀναρχία ὡς θεσμό. Καί τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀναρχία θὰ μπορούσε νὰ θεσμοθετηθεί μοναχά στο ενδιάμεσο δύο νομικῶν καθεστώτων, ἑνὸς παλαιοῦ καθεστῶτος τὸ οποίο ακυρώνει καὶ ἑνὸς νέου καθεστῶτος τὸ οποίο δημιουργεῖ, δὲν παρεμποδίζει αὑτὴν τὴν βραχεία θεϊκὴ στιγμή, τὴν σχεδὸν ἐκμηδενισμένη, νὰ καταμαρτυρήσει τὴν διαφορὰ φύσης ἀπὸ κάθε νόμο: «Ἡ βασιλεία τῶν νόμων εἷναι διεφθαρμένη· εἷναι κατώτερη ἀπὸ αὑτήν τῆς ἀναρχίας· μεγαλύτερη ἀπόδειξη γιὰ αὐτὸ ποὺ ἀναλύω εἷναι ἡ ὑποχρέωση τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ κυβέρνηση νὰ κυλήσει ἡ ἴδια στην ἀναρχία ὅταν θέλει νὰ ἀναδιαμορφώσει τὸ σύνταγμά της». Ἡ ὑπέρβαση τοῦ νόμου δύναται νὰ ἐπιτευχθεῖ μοναχὰ ἐντὸς μιᾶς ἀρχῆς ἱκανῆς νὰ τὸν ἀνατρέψει καὶ νὰ ἀρνηθεί τὴν ἰσχύ του.'

Ζιλ Ντελέζ, Ζάχερ-Μαζώχ: Το Ψυχρό και το Βάναυσο, μτφρ. Νίκος Παπαχριστόπουλος & Κυριακή Σαμαρτζή, εκδ. Opportuna

Εξώφυλλο: Πάμπλο Νερούδα, Η Στείρωση των Αστέρων: Πενηντατέσσερα Ποιήματα του Έρωτα και του Θανάτου

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΣΤΟΛΙΣΤΗ

Κορίτσι ἁγνὸ ξαπλώθηκε μαζί μου:
σὰν να ’μουν στὸ γιαλὸ λευκῆς θαλάσσης,
σὰν νά ’μουν στὴν ψυχὴ εὐλαμποῦς ἀστέρος
άργῶν συμπάντων.

Ἀπ’ τὸ βαρύ, τὸ πράσινό της βλέμμα
τὸ φῶς ξερὸ νερὸ νὰ πέφτει σάμπως,
σὲ διάφεγγους βαθιοὺς ἐνάστρους κύκλους
νωπῆς ἰσχύος.

Τὸ στῆθος της σὰ δίφλογος πυρσώνας
ὀρθὸ νὰ καίει σὲ μὲρη δυὸ στημένο,
διπλὸ τὰ πόδια της ποτάμι νὰ ᾽ναι
φωτιᾶς καὶ θάμβους.

Χρυςὰ σὰν κλίμα μόλις μεστωμένο
τὰ μάκρη τοῦ κορμιοῦ της τὰ ἡμερήσια
γιομάτα φροῦτα ξέχειλα ὥς ἀπάνω
καὶ πῦρ μυστήριο.

*

ΣΟΝΕΤΟ XXVII
[ΓΥΜΝΗ ΕΙΣΑΙ ΤΟΣΟ ΑΠΛΗ...]

Γυμνὴ εἶσαι τόσο ἀπλὴ σὰν τὸ ’να ἀπὸ τὰ χέρια σου —
λεία, χθόνια, κυκλικὴ, ἐλάχιστη καὶ διάφανη·
γραμμὲς σελήνης ἔχεις, μονοπάτια μήλινα:
γυμνὴ εἶσαι ἀδυνατούλα σὰν τὸ στάρι τὸ γυμνό.

Γυμνὴ εἶσαι γαλανή, ὅμοια μὲ νυχτιὰ στὴν Κούβα:
περιπολοκάδες κι ἄστρα στεφανώνουν τὰ μαλλιά σου·
γυμνὴ εἶσαι ἀπέραντη, θεόρατη καὶ κίτρινη,
σὰν καλοκαίρι δίπλα σ’ ἐκκλησιὰ χρυσαφωμένη.

Γυμνὴ εἶσαι τοσηδά, σὰν τὸ μικρό νυχάκι σου·
καμπύλη, ρόδινη, ἀπαλὴ σὰν πὼς γεννιέται ἡ μέρα,
σὰν πᾶς καὶ χώνεσαι στὰ καταχθόνια τοῦ ντουνιᾶ,

λὲς κι εἶναι σήραγγα μακριὰ ὅλο δώματα ἀόμματα:
ἡ διάυγειά σου ντύνεται, φυλλορροεῖ καὶ σβήνει
καί, πάλι, πιὸ μετά, γυμνό δικό σου χέρι γίνεται.

*

ΑΙΝΙΓΜΑ ΜΕ ΑΝΘΟΣ

Νίκη, Εἶναι πιὸ ἀργὰ ἀπ’ ὅσο φαντάζεσαι.
Ὥσπερ κρίνος ἐπέστη,
ποὺ τὸν εἶχα ἀνάγκη,
τὸ ἄσπρο κοτσάνι ποὺ ἐμπεδώνει
τὴν ἀκίνητη αἰωνιότητα τῆς γῆς
καὶ σπρώχνοντας μία ἀδύναμη καὶ διάφανη μορφὴ
ἐτρύπησε διαμπερῶς τὸν πηλὸ
μὲ τὴν πάλλευκη ἀχτίδα τοῦ χυμένου γάλατος.
Στὴ σιωπηλή, στὴ συμπαγῆ μαυρίλα τῶν χωμάτων
πρόλαβε ἤδη καὶ φυτρώνει
τὸ διάφεγγο ἄνθος
μὲ τὴν περίπτερη ἀσπράδα τοῦ ἅλατος
ποὺ σπάει ὥς τὸν μυχὸ
τῆς νύχτας τὸ εὐτελὲς σκοτάδι
καὶ μὲ ἔντονη διαύγεια στὴν κίνηση,
σχεδὸν μετὰ μένους,
σχεδὸν μὲ περιδίνιση,
σκορπίζει γύρω του ὁμάδι
σπόρους ἔκπληκτους καὶ ἐνθουσιασμένους.

Πάμπλο Νερούντα, Η Στείρωση των Αστέρων: Πενηντατέσσερα Ποιήματα του Έρωτα και του Θανάτου, μτφρ. Γιώργος Κεντρωτής, εκδ. Τυπωθήτω

Εξώφυλλο: Ζαν-Μπερνάρ Πουί, Ο Σπινόζα Γαμάει τον Χέγκελ

'Ξύπνησα γύρω στις πέντε το πρωί. Είχε ψύχρα ακόμα και η πάχνη ακτινοβολώντας ίσως, λαμπύριζε στις λαμαρίνες ένα γύρο. Βγήκα απ’ το φορτηγό. Ανατρίχιασα απ’ τον ψυχρό αέρα, κάθισα σ’ ένα κουφάρι, γυμνός και παγωμένος κι ήμουν κατάμονος, εγώ, το δέρμα μου, το στήθος μου, το πεσμένο καυλί μου, τα λευκά πόδια μου, τα βαμμένα μαλλιά μου απέναντι στον άρρωστο κόσμο. Και κάπνιζα ένα τσιγάρο κι ο καπνός σκόρπιζε ανάμεσα στα σκουριασμένα μέταλλα. Σκεφτόμουν ότι τα πάντα τριγύρω μου ήταν αδιάφορα, κουρασμένα, ζώντας αυτές τις μέρες δίχως αύριο, περιμένοντας τις αρρώστιες που ροκάνιζαν, τις εσωτερικές κατάρες, τον καθημερινό ξεπεσμό. Κι όμως, μέσα σε τούτο το διαυγές πρωινό υπήρχε μια ποιότητα ζωής ολότελα εκνευριστική. Όταν έσβησα το τσιγάρο μου στο ατσάλι, είδα το καυλί μου να σηκώνεται. Πήγα να ντυθώ. Έπειτα πήγα να περπατήσω ως την άκρη της χωματερής. Ο δρόμος ήταν έρημος, το γκαράζ, λίγο πιο πέρα, εγκαταλελειμμένο. Αποφάσισα να περιμένω λιγάκι· κοιτώντας, κενός, το κενό τοπίο. Ο ήλιος ανέτειλε, αργά, πορφυρώνοντας την ύπαιθρο. Δεν μου έλεγε τίποτα, δεν το έβρισκα όμορφο η συγκινητικό. Αυτό το πελώριο άστρο του κώλου ζέσταινε τα πάντα, ενώ ο κόσμος έμοιαζε ολοένα και περισσότερο με μια απέραντη κλινική. Η ζωή είχε καταντήσει σαν κατεψυγμένο πλακάκι και το ψυχρό χάραμα ήταν περισσότερο ταιριαστό, ανακαλούσε καλύτερα στον νου αυτήν ακριβώς την πτυχή της. Αυτό το καλοκαίρι ήταν ένα ψεύτικο καλοκαίρι, γεμάτο με βωβούς νεκρούς, ανίατες αρρώστιες, καχυποψία και μίσος.
Εγώ ήμουν μια χαρά. Η μικροεξουσία μου μού αρκούσε. Το αισθητικό μου στοίχημα με οδηγούσε ολόισια προς έναν θάνατο οριστικό και αυτονόητο. Ο Θεός θα πέθαινε στ’ αλήθεια μαζί μου.
Επέστρεψα στο εσωτερικό του λαβυρίνθου. Οι άλλοι σιγά-σιγά ξυπνούσαν, πυρετικά, καταβεβλημένα πρόσωπα. Ετοιμάσανε μια ολόκληρη σουπιέρα μαύρο καφέ. Όλοι σερβιριστήκανε σιωπηλά, όλοι κάπνισαν. Όλοι κατέβασαν αμφεταμίνες.
Ο κόσμος φαινόταν πιο όμορφος.'

'Ελπίζω. Ο Σπινόζα ζει και σκέπτεται.
Και σήμερα, στις όχθες του διαυγούς ποταμού όπου πλένω τα ρούχα αυτών των κυριών, είμαι ευτυχής. Παρά την παρουσία της Γκλομπού που μ’ επιβλέπει με το Smith & Wesson στο χέρι, αισθάνομαι πάνω στο δέρμα μου τον ήλιο της άνοιξης που ξανάρθε. Κάνει καλό καιρό, το νερό είναι δροσερό, οι μύες μου ανταποκρίνονται καλά, το κεφάλι μου δουλεύει ασταμάτητα.
Τώρα, αν φοράω στο πρόσωπό μου τη μάσκα της πιο αποχαυνωμένης υποταγής, δεν είναι πια για να υποδυθώ έναν ρόλο. Είναι ένα μέσο για να κρύψω τα εσώτατα βάθη της ψυχής μου. Οι στόχοι μου άλλαξαν. Ποια θα είναι η εκδίκησή μου; Δεν θέλω, όταν θα το πάρω απόφαση, ν’ αρχίσω να γαζώνω αυτές τις κοπέλες που σκούπιζαν τα σάλια μου τόσους μήνες. Δεν θα μου είναι ευχάριστο να τις δω αιμόφυρτες, ν’ αναριγούν από τον θάνατο, στα πλακάκια της μεγάλης κουζίνας ή στο παρκέ των ακατάστατων υπνοδωματίων τους. Κάτι τέτοιο θα ήταν επινίκια στήλη, άχρηστη, χεγκελιανού τύπου, υλιστική. Όχι. Άλλες εικόνες έχω στο μυαλό. Μια άλλη εκδίκηση κλώθω στο μυαλό μου για κείνες και για μένα, για την εποχή και τον κόσμο, για τη μεγάλη χεσίλα και ταη νέα Γαλλία. Μια εκδίκηση αργόσυρτη αλλά σίγουρη, ανθρώπινη και πνευματική, τακτική, σπινοζική. Θα μου πάρει καιρό ίσως, αλλά το σφριγηλό, αντρικό μου κορμί και η εγγενής μου ομορφιά θα καταφέρουν στο τέλος να σαγηνεύσουν μία απ’όλες τους. Και θα ξεκινήσω να μιλάω. Να της μιλάω. Εκείνη θα μου απαντάει. Και δίχως να δράσουμε ενάντια στις άλλες, θα σμίξουν τα σώματά μας. Θα ξαναμάθουμε ν’ αγαπάμε και ν’ αγγιζόμαστε. Θ’ αγαπηθούμε.'

Ζαν-Μπερνάρ Πουί, Ο Σπινόζα Γαμάει τον Χέγκελ, μτφρ. Ζ. Δ. Αϊναλής, εκδ. Oposito

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑