προγραφές

Εξώφυλλο: Ζαν-Μπερνάρ Πουί, Ο Σπινόζα Γαμάει τον Χέγκελ

'Ξύπνησα γύρω στις πέντε το πρωί. Είχε ψύχρα ακόμα και η πάχνη ακτινοβολώντας ίσως, λαμπύριζε στις λαμαρίνες ένα γύρο. Βγήκα απ’ το φορτηγό. Ανατρίχιασα απ’ τον ψυχρό αέρα, κάθισα σ’ ένα κουφάρι, γυμνός και παγωμένος κι ήμουν κατάμονος, εγώ, το δέρμα μου, το στήθος μου, το πεσμένο καυλί μου, τα λευκά πόδια μου, τα βαμμένα μαλλιά μου απέναντι στον άρρωστο κόσμο. Και κάπνιζα ένα τσιγάρο κι ο καπνός σκόρπιζε ανάμεσα στα σκουριασμένα μέταλλα. Σκεφτόμουν ότι τα πάντα τριγύρω μου ήταν αδιάφορα, κουρασμένα, ζώντας αυτές τις μέρες δίχως αύριο, περιμένοντας τις αρρώστιες που ροκάνιζαν, τις εσωτερικές κατάρες, τον καθημερινό ξεπεσμό. Κι όμως, μέσα σε τούτο το διαυγές πρωινό υπήρχε μια ποιότητα ζωής ολότελα εκνευριστική. Όταν έσβησα το τσιγάρο μου στο ατσάλι, είδα το καυλί μου να σηκώνεται. Πήγα να ντυθώ. Έπειτα πήγα να περπατήσω ως την άκρη της χωματερής. Ο δρόμος ήταν έρημος, το γκαράζ, λίγο πιο πέρα, εγκαταλελειμμένο. Αποφάσισα να περιμένω λιγάκι· κοιτώντας, κενός, το κενό τοπίο. Ο ήλιος ανέτειλε, αργά, πορφυρώνοντας την ύπαιθρο. Δεν μου έλεγε τίποτα, δεν το έβρισκα όμορφο η συγκινητικό. Αυτό το πελώριο άστρο του κώλου ζέσταινε τα πάντα, ενώ ο κόσμος έμοιαζε ολοένα και περισσότερο με μια απέραντη κλινική. Η ζωή είχε καταντήσει σαν κατεψυγμένο πλακάκι και το ψυχρό χάραμα ήταν περισσότερο ταιριαστό, ανακαλούσε καλύτερα στον νου αυτήν ακριβώς την πτυχή της. Αυτό το καλοκαίρι ήταν ένα ψεύτικο καλοκαίρι, γεμάτο με βωβούς νεκρούς, ανίατες αρρώστιες, καχυποψία και μίσος.
Εγώ ήμουν μια χαρά. Η μικροεξουσία μου μού αρκούσε. Το αισθητικό μου στοίχημα με οδηγούσε ολόισια προς έναν θάνατο οριστικό και αυτονόητο. Ο Θεός θα πέθαινε στ’ αλήθεια μαζί μου.
Επέστρεψα στο εσωτερικό του λαβυρίνθου. Οι άλλοι σιγά-σιγά ξυπνούσαν, πυρετικά, καταβεβλημένα πρόσωπα. Ετοιμάσανε μια ολόκληρη σουπιέρα μαύρο καφέ. Όλοι σερβιριστήκανε σιωπηλά, όλοι κάπνισαν. Όλοι κατέβασαν αμφεταμίνες.
Ο κόσμος φαινόταν πιο όμορφος.'

'Ελπίζω. Ο Σπινόζα ζει και σκέπτεται.
Και σήμερα, στις όχθες του διαυγούς ποταμού όπου πλένω τα ρούχα αυτών των κυριών, είμαι ευτυχής. Παρά την παρουσία της Γκλομπού που μ’ επιβλέπει με το Smith & Wesson στο χέρι, αισθάνομαι πάνω στο δέρμα μου τον ήλιο της άνοιξης που ξανάρθε. Κάνει καλό καιρό, το νερό είναι δροσερό, οι μύες μου ανταποκρίνονται καλά, το κεφάλι μου δουλεύει ασταμάτητα.
Τώρα, αν φοράω στο πρόσωπό μου τη μάσκα της πιο αποχαυνωμένης υποταγής, δεν είναι πια για να υποδυθώ έναν ρόλο. Είναι ένα μέσο για να κρύψω τα εσώτατα βάθη της ψυχής μου. Οι στόχοι μου άλλαξαν. Ποια θα είναι η εκδίκησή μου; Δεν θέλω, όταν θα το πάρω απόφαση, ν’ αρχίσω να γαζώνω αυτές τις κοπέλες που σκούπιζαν τα σάλια μου τόσους μήνες. Δεν θα μου είναι ευχάριστο να τις δω αιμόφυρτες, ν’ αναριγούν από τον θάνατο, στα πλακάκια της μεγάλης κουζίνας ή στο παρκέ των ακατάστατων υπνοδωματίων τους. Κάτι τέτοιο θα ήταν επινίκια στήλη, άχρηστη, χεγκελιανού τύπου, υλιστική. Όχι. Άλλες εικόνες έχω στο μυαλό. Μια άλλη εκδίκηση κλώθω στο μυαλό μου για κείνες και για μένα, για την εποχή και τον κόσμο, για τη μεγάλη χεσίλα και ταη νέα Γαλλία. Μια εκδίκηση αργόσυρτη αλλά σίγουρη, ανθρώπινη και πνευματική, τακτική, σπινοζική. Θα μου πάρει καιρό ίσως, αλλά το σφριγηλό, αντρικό μου κορμί και η εγγενής μου ομορφιά θα καταφέρουν στο τέλος να σαγηνεύσουν μία απ’όλες τους. Και θα ξεκινήσω να μιλάω. Να της μιλάω. Εκείνη θα μου απαντάει. Και δίχως να δράσουμε ενάντια στις άλλες, θα σμίξουν τα σώματά μας. Θα ξαναμάθουμε ν’ αγαπάμε και ν’ αγγιζόμαστε. Θ’ αγαπηθούμε.'

Ζαν-Μπερνάρ Πουί, Ο Σπινόζα Γαμάει τον Χέγκελ, μτφρ. Ζ. Δ. Αϊναλής, εκδ. Oposito

·

↑