
'Ἰδοὺ ὅμως ποὺ μὲ τὴν νεωτερικὴ σκέψη προσφέρεται ἡ δυνατότητα νέων μορφῶν εἰρωνείας καὶ ἀστεϊσμοῦ. Ἡ εἰρωνεία καὶ ὁ ἀστεϊσμὸς κατευθύνονται πλέον πρός τὴν ἀνατροπή τοῦ νόμου. Συναντούμε ἐκ νέου τὸν Σὰντ καί τὸν Μαζώχ, οἱ ὁποῖοι αντιπροσωπεύουν τὰ δύο μεγάλα ἐγχειρήματα τῆς ἀμφισβητήσης, τῆς ριζικῆς ἀνατροπῆς τοῦ νόμου. Καὶ διαρκῶς αποκαλούμε εἰρωνεία τὴν κίνηση ἡ ὁποία συνίσταται στὴν ὑπέρβαση τοῦ νόμου πρὸς μία ανώτερη ἀρχή, ἀποδίδοντας στὸν νόμο δευτερεύουσα ἰσχύ. Τί συμβαίνει ὡστόσο ὅταν ἡ ἀνώτερη ἀρχὴ, δὲν εἷναι, δὲν δύναται πλέον νὰ ἀποτελεῖ ἔνα Ἀγαθό ἱκανό νὰ θεμελιώσει τὸν νόμο καὶ νὰ δικαιολογήσει τὴν δύναμη τὴν ὁποία μεταβιβάζει; Ἐπ’ αὑτοῦ ἀπαντᾶ ὁ Σάντ. Ὁ νόμος, σὲ ὅλες τοῦ τὶς ἐκφάνσεις (φυσικός, ἠθικός, πολιτικός), ἀποτελεῖ τὸν κανόνα μιᾶς δευτερογενοῦς φύσης, ἡ ὁποία εἷναι πάντοτε συνδεδεμένη μὲ μία ἀπαίτηση συντήρησης, ἐνῷ σφετερίζεται τὴν αὐθεντικὴ κυριαρχία. Βάσει μιᾶς ἀρκούντως γνωστῆς ἐναλλακτικῆς προσέγγισης, δὲν ἔχει σημασία ἐὰν ὁ νόμος νοεῖται ὡς ἐκφραστής τῆς ἐπιβαλλόμενης ἰσχύος τοῦ δυνατοῦ ἤ, τοὐναντίον, ὡς προστατευτικὴ ἕνωση τῶν ἀδυνάμων. Διότι ἀφέντες καὶ δοῦλοι, ἰσχυροὶ καὶ ἀνίσχυροι, ανήκουν ὁλοκληρωτικά στην δεύτερη φύση· ἡ ἕνωση τῶν ἀδυνάμων εὐνοεῖ καὶ ἐπιζητεῖ τὸν τύραννο, ὁ τύραννος ἔχει ἀνάγκη αὐτὴν τὴν ἕνωση γιὰ νὰ ὑπάρξει. Σὲ κάθε περίπτωση ὁ νόμος συνιστά ἐξαπάτηση: ὄχι τὴν ἀντιπροσωπευτικὴ ἐξουσία ἀλλά τὴν σφετερισμένη ἐξουσία, ἐντὸς μιᾶς εἰδεχθοῦς συνεργίας δούλων καὶ ἀφεντάδων. Ἐπισημαίνουμε τὸν βαθμό στὸν οποίο ὁ Σὰντ καταγγέλλει τὸ καθεστώς τοῦ νόμου ὡς καθεστώς τῶν καταπιεσμένων καὶ συνάμα τῶν καταπιεστῶν. Πράγματι, ἡ καταπίεση προέρχεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο ἀπό τὸν νόμο: «Χρειάζεται ἀπείρως λιγότερο νὰ φοβηθῶ τὰ πάθη τοῦ γείτονά μου ἀπ’ ὅ,τι τὴν ἀδικία τοῦ νόμου, διότι τὰ πάθη τοῦ γείτονα συγκρατούνται ἀπό τὰ δικᾷ μου ἐνῷ, τουναντίον, τίποτα δὲν σταματά, τίποτα δὲν περιορίζει τὶς ἀδικίες τοῦ νόμου». Ὅθεν καὶ κατὰ κανόνα, καταπιεστὴς γίνεται κάποιος μονάχα διά τοῦ νόμου. Στὴν Ιουλιέττα ὁ Σιγκί ἀναφέρει: «Τύραννοι δὲν γεννιούνται ποτὲ ὑπὸ καθεστὼς ἀναρχίας. Ἀναφύονται μοναχὰ ὑπὸ τὴν σκιὰ τῶν νόμων ἤ εξουσιοδοτούνται ἀπὸ αὑτούς». Ἰδοὺ ἡ οὐσία τῆς σκέψης τοῦ Σάντ: μῖσος γία τοὺς τυράννους, ἀνάδειξη τοῦ τρόπου βάσει τοῦ ὁποίου ὁ νόμος καθιστά δυνατὴ τὴν ὑπάρξη τοῦ τυράννους. Ὁ τύραννος ὁμιλεῖ τὴν γλῶσσα τῶν νόμων. Ἔχει ἀνάγκη «τὴν σκιά τῶν νόμων»· καὶ οἱ ἥρωες τοῦ Σὰντ ἐξαντλοῦνται σὲ μία παράξενη μορφὴ ἀντι-τυραννίας, ομιλώντας ὅπως κανένας τύραννος δὲν θα μπορούσε νὰ ὁμιλήσει, ὅπως κανένας τύραννος δὲν μπόρεσε νὰ ὁμιλήσει ποτέ, συστήνοντας μία ἀντί-γλῶσσα.
Ὁ νόμος ἑπομένως ὑπερβαίνει ἑαυτὸν πρὸς μία ὑψηλότερη ἀρχή, ἡ ὁποία ὅμως δὲν συνιστᾶ πλέον τὸ Αγαθό τὸ οποῖο τὸν θεμελιώνει· τοὐναντίον, πρόκειται γιὰ τὴν Ἰδέα ἑνὸς Κακοῦ, ἑνὸς ὑπέρτατου καὶ μοχθηροῦ Ὄντος τὸ ὁποῖο θὰ τὸν ἀνατρέψει. Ἀνατροπὴ τοῦ πλατωνισμοῦ καὶ ἀνατροπὴ τοῦ ἰδίου τοῦ νόμου. Ἡ ὑπερβάσῃ τοῦ νόμου ἐμπεριέχει τὴν ἀνακάλυψη μιᾶς πρωτογενοῦς φύσης ἡ ὁποία ἀντιτίθεται ἀπὸ κάθε ἄποψη στὶς ἀπαιτήσεις καὶ τὶς ἐπιρροές τῆς δευτερογενοῦς φύσης. Δι’ ὅν λόγον ἡ Ἰδέα τοῦ ἀπόλυτου κακοῦ, ὅπως ἐνσωματώνεται σὲ αὑτήν τὴν πρωτογενῆ φύσῃ, δὲν συγχέεται οὔτε μὲ τὴν τυραννία, ἡ ὁποία συνεχίζει νὰ προϋποθέτει τοὺς νόμους, οὔτε καὶ μὲ μία σύνθεση ἰδιοτροπιῶν καὶ αὐθαιρεσιῶν. Τὸ ανώτερο καὶ ἀπρόσωπο μοντέλο τοῦ ἀναφέρεται κυρίως στοὺς ἀναρχικοὺς θεσμούς τῆς ἀέναης κίνησης καί τῆς διαρκοῦς ἐπανάστασης. Ὁ Σὰντ τὸ ὑπενθυμίζει συχνὰ: ὁ νόμος δύναται νὰ ξεπεραστεί μονάχα τείνοντας πρός τὴν ἀναρχία ὡς θεσμό. Καί τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀναρχία θὰ μπορούσε νὰ θεσμοθετηθεί μοναχά στο ενδιάμεσο δύο νομικῶν καθεστώτων, ἑνὸς παλαιοῦ καθεστῶτος τὸ οποίο ακυρώνει καὶ ἑνὸς νέου καθεστῶτος τὸ οποίο δημιουργεῖ, δὲν παρεμποδίζει αὑτὴν τὴν βραχεία θεϊκὴ στιγμή, τὴν σχεδὸν ἐκμηδενισμένη, νὰ καταμαρτυρήσει τὴν διαφορὰ φύσης ἀπὸ κάθε νόμο: «Ἡ βασιλεία τῶν νόμων εἷναι διεφθαρμένη· εἷναι κατώτερη ἀπὸ αὑτήν τῆς ἀναρχίας· μεγαλύτερη ἀπόδειξη γιὰ αὐτὸ ποὺ ἀναλύω εἷναι ἡ ὑποχρέωση τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ κυβέρνηση νὰ κυλήσει ἡ ἴδια στην ἀναρχία ὅταν θέλει νὰ ἀναδιαμορφώσει τὸ σύνταγμά της». Ἡ ὑπέρβαση τοῦ νόμου δύναται νὰ ἐπιτευχθεῖ μοναχὰ ἐντὸς μιᾶς ἀρχῆς ἱκανῆς νὰ τὸν ἀνατρέψει καὶ νὰ ἀρνηθεί τὴν ἰσχύ του.'
Ζιλ Ντελέζ, Ζάχερ-Μαζώχ: Το Ψυχρό και το Βάναυσο, μτφρ. Νίκος Παπαχριστόπουλος & Κυριακή Σαμαρτζή, εκδ. Opportuna
