προγραφές

Εξώφυλλο: Αντονέν Αρτό, Ο Ηλιογάβαλος ή Ο Εστεμμένος Αναρχικός

'Το ιερό πνεύμα είναι κείνο που παραμένει προσκολλημένο στις αρχές με μια δύναμη σκοτεινής ταύτισης, που μοιάζει με τη σεξουαλικότητα - την πιο κοντινή στο οργανικό πνεύμα μας σεξουαλικότητα, το εμποδισμένο απ’ το βάρος της πτώσης του πνεύμα μας. Αυτήν την πτώση που αναρωτιέμαι αν αντιπροσωπεύει την αμαρτία. Γιατί στο επίπεδο που υψώνονται τα πράγματα, αυτή η ταύτιση ονομάζεται Έρωτας, που μια μορφή του, είναι το παγκόσμιο έλεος, και που η άλλη, η πιο τρομερή, είναι η θυσία της ψυχής, δηλαδή ο θάνατος της ατομικότητας.
Όλες αυτές οι μάχες θεού με θεό, και δύναμης με δύναμη, όπου οι θεοί νοιώθουν να συνθλίβονται μέσα στα δάχτυλά τους οι δυνάμεις που δεν τους επιτρέπεται να διευθύνουν· αυτός ο χωρισμός δύναμης και Θεού, όπου ο Θεός δεν υποβιβάζεται πια σ’ ένα είδος λέξης που σβήνει, ένα ομοίωμα αφιερωμένο στις πιο αποτρόπαιες ειδωλολατρείες· αυτός ο σεισμικός θόρυβος κι αυτό το υλικό τρεμούλιασμα στους ουρανούς· αυτός ο τρόπος να καρφώνεται ο ουρανός μέσα στον ουρανό και η γη πάνω στη γη· αυτά τα σπίτια κι αυτές οι ουράνιες περιοχές που περνάνε από χέρι σε χέρι κι από κεφάλι σε κεφάλι, καθένας από μας εδώ, μες το κεφάλι του, καθώς ανασυνθέτει με τη σειρά του τους Θεούς του· αυτή η προνοητική κατάληψη του ουρανού, εδώ απ’ τον ένα Θεό και τη λύσσα του, εκει απ’ τον ίδιο Θεό μεταμορφωμένο· αυτή η ιδιοποίηση των εξουσιών την οποία διαδέχονται, σαν τον αιώνιο παλμό ενός σπασμού, από κάτω προς τα πάνω κι από πάνω προς τα κάτω, κι άλλες ιδιοποιήσεις εξουσιών· αυτή η αναπνοή των κοσμικών ικανοτήτων, όμοιων, σ’ ό,τι αφορά το ανώτερο επίπεδο, με τις χοντροκομμένες και θαμμένες πνευματικές ικανότητες που κοιμούνται μέσα στα ξεχωριστά μας άτομα, -και σε κάθε ικανότητα αντιστοιχεί ένας Θεός και μια δύναμη, κι είμαστε ο ουρανός πάνω στη γη, κι αυτοί έγιναν γη, η γη μέσα στο αποονωμένο απόλυτο [...].'

Αντονέν Αρτό, Ο Ηλιογάβαλος ή Ο Εστεμμένος Αναρχικός, μτφρ. Τούλα Τόλια, εκδ. Ελεύθερος Τύπος

'Και τράβηξε ακόμη πιο πίσω, μέσα από χρόνια και αιώνες, ερπετικών εποχών. Και τώρα ήταν ένα πλάσμα που σερνόταν στη λάσπη, μην έχοντας ακόμα μάθει να στοχάζεται, να ονειρεύεται και να δημιουργεί. Κι έφτασε κάποτε μια εποχή όταν δεν υπήρχε καν ήπειρος αλλά μονάχα ένας απέραντος, χαώδης βάλτος, μια θάλασσα από βούρκο δίχως όρια ή ορίζοντα, που ανάβραζε με τα τυφλά στροβιλίσματα όμορφων υδρατμών.
Εκεί, στις γκρίζες απαρχές της Γης, ανάμεσα στους βούρκους και στους αχνούς, αναπαυόταν η άμορφη ρίζα του [...]. Ακέφαλος, δίχως όργανα ή μέλη, ενώ από τις γλειώδεις του πλευρές ξεκολλούσαν σαν αργό, ασταμάτητο φυλλοβόλημα, οι αμοιβαδοειεδείς μορφές που ήταν και τα αρχέτυπα της γήινης ζωής. Ήταν φρικαλέος, αν υπήρχε κάτι για να συλλάβει τη φρίκη του· και σιχαμερός, αν υπήρχε κάτι για να νιώσει την αηδία. Ολόγυρά του, ξαπλωτές ή γερτές στο βούρκο, υπήρχαν σκόρπιες οι τεράστιες πλάκες από την αστρική πέτρα που είχαν χαραγμένη πάνω τους την ασύλληπτη σοφία των προκοσμικών θεών.'

* * *

'Οι πρησμένοι, παραχορταριασμένοι μίσχοι και τα κλαδιά του λικνίζονταν απαλά, και το τεράστιο λουλούδι τον κοίταζε διαρκώς με λαγνεία, με τη βέβηλη παρωδία ενός ανθρώπινου προσώπου. Νόμιζε ότι άκουγε ένα σιγανό τραγουδιστό ήχο, απερίγραπτα γλυκό, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει αν έβγαινε από το φυτό ή αν ήταν μια απλή παραίσθηση των εξαντλημένων του αισθήσεων.
Οι αργοκίνητες ώρες κυλούσαν, κι ένας άγριος ήλιος έχυνε κάτω τις αχτίδες του σαν αναλυτό μολύβι από κάποιο τιτάνιο δοχείο βασανιστηρίων. Το μυαλό του ήταν αποχαυνωμένο από την αδυναμία και τη φορτωμένη με δυσοσμία κουφόβραση, αλλά δεν μπορούσε να χαλαρώσει την ακαμψία της στάσης του. Το λικνιζόμενο τερατώδες φυτό δεν παρουσίαζε καμία αλλαγή και φαινόταν να έχει φτάσει σε πλήρη ανάπτυξη πάνω από το κεφάλι του θύματός του.'

* * *

'Σε εκείνα τα όνειρα, αργά και ανεπαίσθητα, αφήνοντας πίσω και τα τελευταία ίχνη του ανθρώπινου εαυτού του, έφτασε να ταυτίζεται και να γίνεται ένα με τα τυφλά πλάσματα που τον περιτριγύριζαν. Ζούσε και κινιόταν όπως εκείνα, σε βαθιά σπήλαια, βαδίζοντας στους δρόμους της νύχτας. Και ταυτόχρονα -σαν να είχε γίνει αποδεκτός ύστερα από εκείνη τη συμμετοχή στην αποτρόπαιη ιεροτελεστία- είχε μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο: σε μια Οντότητα δίχως όνομα που βασίλευε στα τυφλά όντα και ήταν κάτι που κατοικούσε στα αρχαία σαπισμένα νερά, στα ανήλιαγα βάθη, και που έβγαινε κατά καιρούς για να βρει την ακατανόμαστη τροφή του. Σ’ εκείνη τη διπλή του υπόσταση, χόρταινε την πείνα του σε τυφλά φαγοπότια - καταβρόχθιζε, αλλά και τον καταβρόχθιζαν. Με όλα αυτά είχε άμεση σχέση, σαν συνδετικό στοιχείο της ενότητας, εκείνο το είδωλο· αλλά μονάχα από άποψη αφής και όχι σαν οπτικός δεσμός. Γιατί πουθενά δεν υπήρχε φως, ούτε καν σαν ανάμνηση.'

Κλαρκ Άστον Σμιθ, από τα διηγήματα 'Ούμπο-Σάθλα', 'Ο Σπόρος από το Μαυσωλείο' και 'Ο Κάτοικος της Αβύσσου' κατά σειρά της ανθολογίας Ο Κάτοικος της Αβύσσου & Άλλες Ιστορίες, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

Εξώφυλλο: Salvador Dalí, Το Ημερολόγιο Μιας Μεγαλοφυίας

'Απόψε, για πρώτη φορά ύστερα από έναν τουλάχιστον χρόνο, βλέπω τον ουρανό μ’ αστέρια. Τον βρίσκω μικρό. Είμαι εγώ που μεγαλώνω ή το σύμπαν που μικραίνει; Ή μήπως συμβαίνουν συγχρόνως και τα δύο; Οποία διαφορά με τις επίπονες αστρικές ενατενίσεις της εφηβείας μου! Αυτές τις εξουθενωτικές ενατενίσεις που καθοδηγούσε ο νεανικός μου ρομαντισμός, κάνοντάς με να πιστεύω τότε στο ανεξερεύνητο κι αχανές κοσμικό χάος. Κάτι που με γέμιζε βαθιά μελαγχολία, κι αυτό γιατι όλες μου οι συγκινήσεις ήταν για μένα τότε απροσδόκητες. Τώρα, αντίθετα, οι συγκινήσεις μου είναι τόσο συγκεκριμένες που θα μπορούσα να τις αποδώσω ανάγλυφα. Και την ίδια στιγμή αποφασίζω να φτιάξω μία πάνω σε γύψο, αναπαριστώντας με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τη συγκίνηση που μου προκαλεί ο ουράνιος θόλος.
Ευγνομονώ τη σύγχρονη Φυσική που εδραίωσε, μέσα από τη συνεχή έρευνά της, αυτή την ευχάριστη και συνάμα ηδυπαθή κι αντιρομαντική ιδέα, ότι «ο χώρος είναι πεπερασμένος». Η συγκίνησή μου έχει την τέλεια φόρμα μιας ακολουθίας τεσσάρων γλουτών, την τρυφερότητας της σάρκας αυτού του ίδιου του σύμπαντος! Ξαπλώνοντας εξουθενωμένος από την ολοήμερη εργασία, προσπαθώ να διατηρήσω ακέραιη αυτή τη συγκίνηση, επαναβεβαιώνοντας τον εαυτό μου όλο και περισσότερο, λέγοντάς μου ότι, σε τελευταία ανάλυση, το Σύμπαν, όσο μεγαλειώδες κι ατέρμονο κι αν δείχνει, δεν είναι παρά μια καθαρή κι απλή υπόθεση μετρημένων κουκιών. Μ’ ευχαριστεί αφάνταστα όταν βλέπω τον Κόσμο να συρρικνώνεται στις πραγματικές του διαστάσεις, τόσο που δε θα δίσταζα να τρίψω τις παλάμες μου από ικανοποίηση, αν αυτή η άθλια χειρονομία δεν ήταν κατ’ εξοχήν αντινταλική. Πριν πέσω για ύπνο, αντί να τα τρίψω, θα τα χαμηλώσω με την πιο αγνή χαρά, επαναλαμβάνοντας στον εαυτό μου ότι ο Κόσμος, όπως άλλωστε και κάθε τι υλικό, μοιάζει ευτελής και λίγος αν τον συγκρίνεις, για παράδειγμα, με το εύρος μιας προσωπογραφίας του Ραφαήλ.'

Σαλβαντόρ Νταλί, Το Ημερολόγιο Μιας Μεγαλοφυίας, μτφρ. Νίκος Πλατής & Μαίρη Γιαμαλή, εκδ. Εξάντας

Εξώφυλλο: Νταν Φρανκ, Μια Κοπέλα

'Και, όπως εκείνη, περιμένει να γλιστρήσει στα πόδια του το βάρος της θλίψης. Πρέπει το πνεύμα του να ξεκολλήσει από αυτό το κάλυμμα, που η σύσταση του θυμίζει ατμό, νερό, σύννεφα. Αυτό το κάλυμμα δεν περικλείει καμιά έγνοια, καμιά ανησυχία, μόνο μια ύλη άδεια, τις μεταξωτές πτυχές των αναίτιων θλίψεων. Είναι ένα υφάδι φόντου λιγάκι θαμπό που οι συλλογισμοί δεν μπορούν να το διώξουν και που μόνο τα χρώματα μιας άλλης απόχρωσης καταφέρνουν να σκεπάσουν. Ο γύρω θόρυβος ενάντια στην εσωτερική μας σιωπή.'

'Ο Λουκάς θα θυμόταν για πολύ καιρό ακόμα τους φόβους της, τις εκμυστηρεύσεις της, τις αδυναμίες της. Θα θυμόταν πως ήταν τρυφερή, μέτρια αισθησιακή, πως μιλούσε ελάχιστα γι’ αυτά τα πράγματα, που δεν αποτελούσαν ουσιώδες θέμα ομιλίας στις σχέσεις τους. Η μνήμη του θα φύλαγε από εκείνη την εικόνα μιας έφηβης άπειρης ακόμα, γοητευτικής, λίγο συνεσταλμένης, άρα προικισμένης με τα χαρακτηριστικά που φανταζόμαστε, όταν ο έρωτας γράφεται με Ε κεφαλαίο και οι λεπτομέρειές του με μικρά γράμματα. Ίσως ο Λουκάς έκανε λάθος. Όμως κάθε φορά που θυμόταν τα απογεύματά τους της Πέμπτης, ή σκεφτόταν την Άννα και τον εαυτό του στο δωμάτιο του Κήπου, ένιωθε μια μελαγχολική θλίψη, έναν πολύ λεπτό, εύθραστο πόνο, όχι για το αναπόφευκτο πέρασμα του χρόνου όσο για μια απώλεια για την οποία δεν υπάρχει ποτέ γιατρειά.'

Νταν Φρανκ, Μια Κοπέλα, μτφρ. Νίκη Ντουζέ & Μαρία Ρομπλέν, εκδ. Ωκεανίδα

Εξώφυλλο: Jean-Luc Nancy, Corpus

'There is not “the” body, there is not “the” res extensa. Thee is that there is: creation of the world, techné of bodies, weighing without limits of sense, topographical corpus, geography of multiplied ectopias—and not u-topia.

No place beyond place for sense. If sense is “absent,” it’s by way of being here—hoc est enim—and not by way of being elsewhere and nowhere. Absence-here, that’s the body, the extent of psyche. No place before birth or after death. No before/after: time is spacing. Time is the rising up and absenting, the coming-and-going into presence: it’s not engendering, transmission, perpetuation. “Fathers” and “mothers” are other bodies; they aren’t the place of the Other (as they are in neurosis, which is only a very provisional, even if necessary, accident in our history, a hardship of entering into his era of the world of bodies). No place for an Other of places, no hole, no origin, no phallomedusing mystery.
No place for Death. But places are dead bodies: their spaces, their tombs, their extended masses, and our bodies coming and going among them, among ourselves.
The between-bodies reserves nothing, nothing but the extension that is the res itself, the areal reality through which it happens that bodies are exposed to each other. The between-bodies is their images' taking-place. The images are not likenesses, still less phantoms or fantasms. It’s how bodies are offered to one another, it’s being born unto the world, the setting on edge, the setting into glory of limit and radiance. A body is an image offered to other bodies, a whole corpus of images stretched from body to body, local colors and shadows, fragments, grains, areolas, lunules, nails, hairs, tendons, skulls, ribs, pelvises, bellies, meatuses, foams, tears, teeth, droolings, slits, blocks, tongues, sweat, liquors, veins, pains, and joys, and me, and you.'

Jean-Luc Nancy, Corpus, translated by Richard A. Rand, publisher: Fordham University Press

Εξώφυλλο: Χρύσα Αλεξίου & Σωτήρης Παστάκας, Η Μπάqα

'Στα κωλόμπαρα ανακοινώνεται ο Θάνατος. Ο Θάνατος του καθενός μας. Ο Θάνατός μας. «Μπάρα» (αχνά) μου είπε ένα Ιταλός που συνάντησα σε μια μπάρα στον άη-Νικόλα της Κρήτης, «στα Ιταλικά σημαίνει φέρετρο». Ήταν ένα μακρόστενο μπαρ. Είχε μια μπάρα από ξύλο μαόνι καθόλο το μήκος της μακρόστενης σάλας. Φιλική επένδυση από ακριβό δέρμα από την πλευρά των θαμώνων. Τα σκαμπό αναπτύσσονταν επίσης κατά μήκος, δεν μπορούσες να δεις τους άλλους παρά μόνο μέσα από τον τεράστιο καθρέφτη που έτρεχε στον τοίχο με τα αναρίθμητα μπουκάλια. Τα σκαμπό είχαν το κατάλληλο ύψος ακόμα και για τους κοντούς και για τις γυναίκες, να μην κρέμονται τα πόδια τους κάτω. Ψάχνω ακόμα τον εφευρέτη της μπάρας. Η μεγαλύτερη ανακάλυψη όλων των εποχών: η μπάρα. Το μοναδικό μέρος στον κόσμο, για φανατσείτε, όπου μπορείς να φας, να πιείς, να κοιμηθείς, να κάνεις έρωτα και να χορέψεις. Να πας μόνος και να γνωρίσεις κόσμο. Να μιλήσεις με άλλους και να ξαναγυρίσεις στη μοναξιά σου, εφόσον το επιθυμείς. Να πας με συντροφιά και να ανταλλάξετε από εξομολογήσεις μέχρι βρισιές και απειλές. Να τσακωθείτε σαν άνθρωποι, βρε αδελφέ (γέλια). Να πας συνοδευόμενος και να φύγεις ασυνόδευτος ή να αλλάξεις συνοδό και να φύγεις με άλλη. Γνωρίζετε κάποιο άλλο μέρος το οποίο να προσφέρεται ταυτόχρονα για τόσες πολλές χρήσεις; Γνωρίζετε πως λένε τον άνθρωπο που σκέφθηκε, σχεδίασε και έφτιαξε την πρώτη μπάρα στον κόσμο; Και γιατί τη λέμε μπάρα; Ποια είναι η ετυμολογία της λέξης;'

Χρύσα Αλεξίου & Σωτήρης Παστάκας, Η Μπάqα, εκδ. Θράκα

Εξώφυλλο: Τ. Σ. Έλιοτ, Η Ρημαγμένη Γη

'Κι ἄλλα ξεθωριασμένα συντρίμμια χρόνου
Διηγόντουσαν οἱ τοῖχοι· προσηλωμένες μορφές
Ἔγερναν, σκυμμένες, ἐπιβαλλοντας σιωπή στόν περίκλειστο χώρο.
Βήματα σέρνονταν στή σκάλα.'

'Τώρα εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμή, ἔτσι νομίζει,
Τό δεῖπνο τελείωσε, ἐκείνη νιώθει κούραση καί πλήξη
Προσπαθεῖ νά τήν ἀπασχολήσει μέ χαϊδολογήματα
Πού τῆς εἶναι ἀδιάφορα, ἄν ὄχι καί ἀνεπιθύμητα.
Ξαναμμένος καί ἀποφασιστικός, ρίχνεται στά ἴσια·
Χέρια ἐρευνητικά δέ συναντοῦν καμία ἀντίσταση·

Ἡ ματαιοδοξία του δέν ἐπιζητεῖ άνταπόκριση,
Καί μετατρέπει τήν άδιαφορία σέ ἀποδοχή.
(Κι έγώ ὁ Τειρεσίας ὑπόφερα ἀπό τά πρίν γιά ὅλα
Ὅσα διαδραματίστηκαν πάνω σ’ αὐτό ἐδῶ τό ντιβάνι ἤ κρεβάτι·

Ἑγώ πού ἔχω καθήσει στή Θήβα κάτω ἀπ’ τά τείχη

Κι ἔχω περπατήσει ἀνάμεσα στούςπιό ἀσήμαντους νεκρούς.)
Τῆς δίνει ἕνα τελευταῖο προστατευτικό φιλί,
Καί βρίσκει ψηλαφώντας τό δρόμο του, στὴν ἀφώτιστη σκάλα...'

Τ. Σ. Έλιοτ, Η Ρημαγμένη Γη, μτφρ. Κλείτος Κύρου, εκδ. Ύψιλον

Εξώφυλλο: Virgil, Aeneid: A New Translation by Frederick Ahl

'Path of retreat, though his mind's at a furious boil with resentment.
Twice, even then, he rushed into the thicj of his cordoning foemen,
Twice sent them reeling all over walls in disorder and panic.
But reinforcements speed from the camp and the front coalesces;
Juno, the daughter of Saturn, no longer dares give him extra
Strength to resist, because Jupiter's now sent Iris from heaven,
Bringing his sister commands that allow her no subtle amendments
If Turnus fails to withdraw from the Teucrians' towered defences.
So, the youth hasn't the power in his shield and the force in his right hand
Even to stand his own ground. Spears hurled in from so many quarters
Now overwhelm him. The concave helmet encasing his temples
Constantly clangs, the bombardment of stones leaves its solid bronze gaping,
Shipped of its plumes, and its boss can't shelter his head from relentless
Pounding. The Trojans and Mnestheus himself, now lighting in action,
Double their spear-volleys. Sweat oozes out over Turnu's body,
Forms into soot-blackened rivers (he'd had no chance for a breather).
Laboured gasping for air shudders of his joints. He, at long last,
Leaps, fully armed, from the walls, thus entrusting himself to the Tiber's
Streaming flow. As he touched it, the river-god caught him and raised him
Up in his tawny swirls and he swept him away upon gentle
Currents:returned to his allies content, fully cleansed of his slaughter.'

'Slowly but surely, the words take effect. He's begun hesitating,
But when a harness catches his gaze, high on Turnus's shoulder,
Gleaming with amulet studs, those pleas have no chance of fulfilment:
Pallas's oh so familiar belt, which Turnus had shouldered
After defeating and killing the boy. It's the mark of a hated
Personal foe. As his eyes drink in these mementoes of savage
Pain, these so bitter spoils, Aeneas grows fearsome in anger,
burning with fire of the Furies. "You, dressed in the spoils of my dearest,
Think that you could escape me? Pallas gives you this death-stroke, yes Pallas
Makes you the sacrifice, spills your criminal blood in atonement!"
And, as he speaks, he buries the steel in the heart that confronts him,
Boiling with rage. Cold shivers send Turnus' limbs into spasm.
Life flutters off on a groan, under protest, down among shadows.'

Virgil, Aeneid: A New Translation by Frederick Ahl, publisher: Oxford University Press

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑