'Love' [album: First Meditations (for quartet) (1977)] - John Coltrane

Το πορνογραφικό βλέμμα του ποιητή
Λένε ότι ένα ποίημα δεν μπορεί ποτέ να είναι πορνογραφικό καθ’ εαυτό, ως γλωσσικό αντικείμενο υπαγόμενο ταυτόχρονα σε μια τέχνη, σε μια αυθεντία και σε ένα ταλέντο: η χρήση του είναι που του δίνει πορνογραφική σημασία. Η ποιητική ιστορία αποδεικνύει, ενίοτε, το αντίθετο. «Να δίνει ένα νόημα πιο αγνό στις λέξεις της φυλής», γράφει ο Μαλαρμέ (1842-18989) στον Επιτάφιο του Έντγκαρ Πόε (1877), αλλά κι αυτή τη «διάχυτη Βλασφημία», «αυτή καθ’ εαυτή» μπροστά στον «έντρομο αιώνα του»· ορίστε τα «γνωρίσματα» ενός προσώπου που προκαλεί τρόμο επειδή εκλαμβάνει την ίδια την ουσία των λέξεων, ακραγγίζει την ουσία του ιερού και λέει: δεν χειριζόμαστε τις λέξεις με τυχαίο τρόπο, δεν επινοούμε μια λέξη χωρίς τον κίνδυνο να ταράξουμε την τάξη που εγκαθίδρυσε ο λόγος του Πατρός. Το ταμπού σχετικά με αυτό το λόγο πρέπει να νοηθεί εδώ ως δυσπιστία απέναντι στα γλωσσικά ενεργήματα γενικώς: ο ποιητικός λόγος όφειλε επί μακρόν να υπηρετει την κοινότητα, στο όνομα των συμφερόντων βάσει των οποίων ασκούσαν την ανδρική εξουσία (στρατιωτικός αρχηγός, ιερέας, κλπ.). Ο ποιητής είναι, αρχικά, ένας μάντης, αυτός στον οποίο αναγνωρίζεται το δικαίωμα να ξεστομίζει λέξεις που αγγέλουν κάτι στην κοινότητα: ο «κακός οιωνός», είναι το άσεμνο. Ο «δημιουργός» δεν εμφανίζεται παρά με τη στροφή της Αναγέννησης, ως επινοητής μιας νέας μορφής και μιας λόγιας σκέψης, ενώ ο αρχαίος ποιητής-ομιλητής (αοιδός, βάρδος, τραγουδιστής...) δεν αποκτά (και τούτο από πολύ νωρίς) αυτό το δικαίωμα στην εξατομίκευση παρά υπό ορισμένους όρους: πρώτα, αναγνωρίζεται ως ικανός, το ταλέντο του αναγνωρίζεται και συνάμα τιμάται και δοξάζεται. Από την άλλη, η ποιητική πράξη αφιερώνεται αποκλειστικά στη μνήμη των νεκρών, καλύπτει το χωρικό και συμβολικό κενό ανάμεσα στο απόν σώμα και τους ζωντανούς. Ο ποιητής γίνεται άσεμνος όταν παραβαίνει αυτή τη σιωπηρή συμφωνία, όταν διαφεύγει από αυτόν τον επιτρεπόμενο ολισθηρό τόπο, από αυτόν τον δουλοπρεπή λόγο. Στη Δύση, ο ποιητικο-λογοτεχνικός τομέας εδράζεται εν μέρει, ως τις αρχές του 19ου αιώνα, σε δύο σχολές: την Ποιητική Τέχνη του Οράτιου (65-8 π.Χ.) ο οποίος πρεσβεύει, με σάτιρες, μια λιτή και ανιδιοτελή, σχεδόν μοναστική, ζωή, και τον Αριστοτέλη (384-322 π.Χ.) ο οποίος, στην Ποιητική του, εξαίρει τη φαντασία αλλά, ταυτόχρονα, ξεχωρίζει την ποιητική τέχνη και τις δυνατότητές της, από τις πράξεις των ανθρώπων: το «έργο του ποιητή δεν είναι να λέει όσα απλώς γίνονται, αλλά όσα θα μπορούσαν να γίνουν, δηλαδή τα δυνατά κατά πιθανή ή αναγκαία συνέπεια» (ΙΧ, 1). Ο Πετράρχης (1303-1374) κατέφυγε σε συμβιβαστική λύση. Σήμερα, η ουσία της συζήτησης ανάμεσα σε αυτούς που λένε ότι η πορνογραφία οδηγεί σε πράξεις βίας και σε αυτούς που λένε ότι δεν έχει συνέπειες, παραμένει η ίδια. Διαπιστώνουμε το διακύβευμα: από τη μια η Αρετή, μια πραγματιστική και ωφελιμιστική αντίληψη για τη λογοτεχνία, ως δεξαμενής καλών πράξεων και ωραίων μορφών που επιτρέπουν, για παράδειγμα, την ένωση με το «Θεό», και από την αλλη η ελευθερία του δημιουργείν, η φαντασία στην εξουσία, η δαπάνη και, άρα, η αταξία των σωμάτων και των πνευμάτων. Τέλος, διαπιστώνεται ένας φορμαλισμός (στιχουργία, σονέτο, ωδή, μπαλάντα) και μια συνδιαχείριση της θεματολογίας που εξηγούνται από την πλατωνική ιδέα περί έμπνευσης: αυτό που ο Σωκράτης αποκαλεί «θεό εν έργω στο κεφάλι μας», αυτές οι «σύντομες» διατυπώσεις (Πλάτων, Ίων) που μπορούν να θυμούνται όλοι. Αλλά η αντωνυμία, μια παραμορφωμένη λέξη, μπορεί να συνιστά πολιτική πράξη: ο Ουμπού αρχίζει με τη λέξη «Merdre», και οι συνθήκες στις οποίες εκφέρεται (η κωμωδία) επιτρέπουν να παραβούμε κάθε σύμβαση. Ο ποιητής φτάνει να εκδιωχθεί από την Πολιτεία, αρκετά κράτησε η κωμωδία: Η Απολογία του Σωκράτη χρησιμεύει ως μάρτυρας κατηγορίας. Ο ποιητής είναι, επομένως, ένα ξεχωριστό στοιχείο, ένας ταραξίας, από τον οποίο πρέπει να φυλαγόμαστε: «διασκεδάζει», αλλά μολύνει τους δρόμους. Οπότε, το βλέμμα του δεν μπορεί παρά να είναι πορνογραφικό: αυτό που κανείς δεν μπορεί ακόμα να ονομάσει, το ονομάζει ο ποιητής, αυτό που κανένας δεν τολμά να εκφράσει, το εκφράζει και πάλι ο ποιητής. Με άλλα λόγια, ο ποιητής είναι ένας πολύμορφος διεστραμμένος: διαταράσσει τις συνειδήσεις, εκφυλιζει τη Φύση, αναποδογυρίζει το σώμα για να μπορέσει να τα πει όλα σχετικά με αυτό, παρέχει συγκινήσεις και, συχνά, ηδονές αλλόκοτες, δεν γνωρίζει κανένα όριο, ο θάνατος κάνει το λόγο του πράξη, τρόπο συμπεριφοράς. Αφού εκφράσει το έργο του, λαμβάνει λίγα χρήματα, και μετά αποχωρεί: προσφέρει υπηρεσία, αφιερώνει χρόνο, πορνεύει την τέχνη του. Όταν γίνεται διάσημος, αυτή η αίγλη είναι σημάδι κατάρας: η διακριτικότητα είναι το πρώτο του καθήκον, αλλιώς του κόβουν τη γλώσσα, οι ζηλόφθονοι ηγέτες. Ο ποιητής βλέπει το δέντρο ή την πηγή ως σεξουαλικά όργανα, και αντιστρόφως. Η αλληγορία, η μετωνυμία και η μεταφορά, είναι οι βάσεις της εμπορικής του τέχνης: η γραφή του ποιητή είναι η ίδια η φύση των πραγμάτων, γράφει χωρίς να χαράζει τις λέξεις πάνω στις σελίδες του κόσμου, συναρμόζοντας μια κοσμογονία, που σε λίγο θα δώσει σάρκα και οστά στους έρωτες των θεών, στις μεταμορφώσεις του Όλου: ζωομόρφωση, βιομόρφωση, υβριδίωση, ερμαφροδιτισμός, μεταλλάξεις, εξαφανίσεις και ταχυδακτυλουργία - το ποιητικό βλέμμα ντύνεται και στολίζεται, φτιασιδώνεται για να πουλήσει καλύτερα την ιδέα ότι ο κόσμος είναι φτιαγμένος για να τον αποκτήσουμε, να διεισδύσουμε βαθύτατα μέσα του. Έχει να κάνει με τη θηλυκότητα, με τον Τειρεσία, με το δρόμο, με τη νύχτα. Νομίζουμε ότι κοιμάται, αλλά η φαντασία του όχι. Υπάρχει κάτι το θηλυκό σε αυτή την προφορά λόγου, ένα είδος συνωμοσίας εναντιόν του κυρίαρχου Αρσενικού. Όταν μια γυναίκα προφέρει λόγια, είναι παρθένα, ιερή, ιέρεια, ανήκει στην κατηγορία των ιερέων. Ακόμα και ο αοιδός αποφεύγει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή: πρέπει να επέλθει ένας συσχετισμός, να βρεθούν αναλογίες. Όταν ο Σοφοκλής λέει «έρως ανίκατε μάχαν», ο ακροατής ακούει την Αντιγόνη να προκαλεί το Θάνατο που τής πήρε τους στρατιώτες αδερφούς της, αλλά είναι ο Σοφοκλής, σε τελική ανάλυση, που μιλάει «σαν γυναίκα»: οι λέξεις δεν είναι ποτέ με τη μεριά της ρομφαίας.
Φιλίπ Ντι Φολκό [Philippe Di Folco], από το λήμμα 'Ποίηση' στο Λεξικό της Πορνογραφίας, μτφρ. Γιάννης Καυκιάς, εκδ. Καλέντης

'Οἱ δὲ κατύπερθε Κρηστωναίων ποιεῦσι τοιάδε. Ἔχει γυναῖκας ἕκαστος πολλάς· ἐπεὰν ὦν τις αὐτῶν ἀποθάνῃ, κρίσις γίνεται μεγάλη τῶν γυναικῶν καὶ φίλων σπουδαὶ ἰσχυραὶ περὶ τοῦδε, ἥτις αὐτέων ἐφιλέετο μάλιστα ὑπὸ τοῦ ἀνδρός· ἣ δ᾽ ἂν κριθῇ καὶ τιμηθῇ, ἐγκωμιασθεῖσα ὑπό τε ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν σφάζεται ἐς τὸν τάφον ὑπὸ τοῦ οἰκηιοτάτου ἑωυτῆς, σφαχθεῖσα δὲ συνθάπτεται τῷ ἀνδρί· αἱ δὲ ἄλλαι συμφορὴν μεγάλην ποιεῦνται· ὄνειδος γάρ σφι τοῦτο μέγιστον γίνεται.
Τῶν δὲ δὴ ἄλλων Θρηίκων ἐστὶ ὅδε νόμος· πωλεῦσι τὰ τέκνα ἐπ᾽ ἐξαγωγῇ. Τὰς δὲ παρθένους οὐ φυλάσσουσι, ἀλλ᾽ ἐῶσι τοῖσι αὐταὶ βούλονται ἀνδράσι μίσγεσθαι, τὰς δὲ γυναῖκας ἰσχυρῶς φυλάσσουσι· καὶ ὠνέονται τὰς γυναῖκας παρὰ τῶν γονέων χρημάτων μεγάλων. Καὶ τὸ μὲν ἐστίχθαι εὐγενὲς κέκριται, τὸ δὲ ἄστικτον ἀγεννές· ἀργὸν εἶναι κάλλιστον, γῆς δὲ ἐργάτην ἀτιμότατον· τὸ ζώειν ἀπὸ πολέμου καὶ ληιστύος κάλλιστον. Οὗτοι μὲν σφέων οἱ ἐπιφανέστατοι νόμοι εἰσί.'
*
'Οι Θρακιώτες, πάλι, που ζουν πέρα από την Κρηστωνία έχουν το έθιμο να παντρεύονται πολλές γυναίκες· όταν πεθαίνει κάποιος, οι γυναίκες του αρχίζουν μια σκληρή αναμέτρηση, στην οποία παίζουν αποφασιστικό ρόλο οι φίλοι του, για ν’ αποφασίσουν ποια αγαπούσε περισσότερο ο νεκρός. Αυτή που κερδίζει τελικά τη διάκριση επαινείται θερμά από άνδρες και γυναίκες, για να σφαχτεί από τον κοντινότερο συγγενή της πάνω στον τάφο και να ταφεί δίπλα στον άνδρα της. Οι γυναίκες που δεν επιλέχτηκαν, είναι ντροπιασμένες και θρηνούν ανάλογα.
Οι υπόλοιποι Θράκες εμπορεύονται τα ίδια τους τα παιδιά· δεν ασκούν κανέναν έλεγχο στις κόρες τους, που είναι ελεύθερες να έχουν σχέσεις με όποιον θέλουν· τις γυναίκες τους, αντίθετα, τις παρακολουθούν με μεγάλη αυστηρότητα. Τα στικτά σήματα [τατουάζ] είναι σημάδι ευγενικής καταγωγής, ενώ αν δεν υπάρχουν είναι δείγμα ταπεινής· σέβονται περισσότερο τους αργόσχολους άνδρες, ενώ οι αγρότες θεωρούνται ανάξιοι λόγου. Οι πιο αξιοπρεπείς πηγές εσόδων είναι ο πόλεμος και οι λεηλασίες. Αυτά για τα πιο αξιοσημείωτα έθιμά τους.'
Ηρόδοτος, Ιστορία 5: Τερψιχόρη, μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος

'Κανένα εμπειρικό περιεχόμενο δεν δύναται να κοινωνηθεί παρά μονάχα μέσω εννοιακών οδών που ο κώδικας των καθημερινών σημείων έχει διανοίξει μέσα στο πνεύμα. Και αντιστρόφως, ο κώδικας των καθημερινών σημείων λογοκρινει κάθε εμπειρικό περιεχόμενο. Έτσι, η εμπειρία που συστήνει τη βάση των νόμων της φιλοξενίας δύναται να περιγραφεί μονάχα σύμφωνα με τους στερεότυπους της εθιμικής παράστασης: αυτοί οι στερεότυποι ανταποκρίνονται σε μία υφέρπουσα λογική, η οποία επιβάλλει τον τρόπο για να βιώσουμε το κίνητρο μιας πράξης, να το εκφράσουμε, όπως επίσης και να γίνουμε αποδέκτες τους. Για να κοινωνηθεί κάτι, πρέπει πρωτίστως να μπορεί να εκφέρεται σύμφωνα με την καταστατική αρχή αυτής της λογικής - ήτοι, την αρχή της αντίφασης που αποκλείει κάθε δυνατή αμφισημία. Η μονογαμική λογική της μοιχείας συνεπάγεται μία γενική και ταυτόχρονα ειδική επικοινωνία, η οποία εμπεριέχεται στην παράβαση του απαγορευμένου: μην εποφθαλμιάς το αγαθό του άλλου. Εν προκειμένω, το απαγορευμένο προϋποθέτει και καταφάσκει την ύπαρξη ενός υποκειμένου, κυρίου ή κατόχου ενός ατόμου που επέχει εδώ θέση αναπαλλοτρίωτου αντικειμένου. Στο μέτρο, όμως, που αυτό το αντικείμενο δρα, αποκαλύπτεται πως φέρει τελικά μία υποκειμενοτρόπο διάσταση, όσο συναινούσε στην κυριοποίησή του από το πρώτο υποκείμενο-κάτοχο: απολλύει εκ νέου αυτή τη διάσταση τη στιγμή που υποκαθιστά το αρχικό κατέχον υποκείμενο με ένα άλλο. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το απαγορευμένο καθιδρύει την ηθική ποιότητα ενός εγώ του αντικειμένου που κατέχει αυτήν την ενδογενή ποιότητα μονάχα στο βαθμό που είναι νομίμως κατεχόμενο και το οποίο, σύμφωνα με το απαγορευμένο, απαλλοτριώνει τον εαυτό του τη στιγμή ακριβώς που αποϊδιοποιείται τον νόμιμο κάτοχό του, προς όφελος ενός τυχάρπαστου και έκνομου κυρίου-κατόχου. Αυτό το θέμα, διαρκώς παραλλασσόμενο, εμβαθύνοντας πότε τη μία όψη και από την άλλη αυτής της παράβασης του απαγορευμένου, διαμορφώνει μία μακρά λογοτεχνική παράδοση. Η απήχηση της οποίας χαίρει αυτή η παράδοση από τότε που οι άνθρωποι επικοινωνούν μεταξύ τους, η αμείωτη προσοχή με την οποία ενδιατριβούμε σ' αυτήν ανάλογα με τα ταλέντα και τις μεγαλοφυΐες που την εκμεταλλεύονται, πηγάζουν από τη μακροχρόνια συνήθεια μίας λογικής που αναπτύχθηκε επί τη βάσει της έννοιας της κυριότητας, της ταυτότητας του υπεύθυνου εγώ.'
Πιερ Κλοσοφσκί, Πρόταση και Απόδοση, μτφρ. Δημήτρης Γκινοσάτης, εκδ. Futura
*
'[...] το δίλημμα σώμα-γλώσσα στην πραγματικότητα εγκαθίσταται μεταξύ δύο σχέσεων του σώματος και της γλώσσας. Το σχήμα "καθαρή γλώσσα-μη καθαρή σιωπή" προσδιορίζει μία ορισμένη σχέση, όπου η γλώσσα συνενώνει την ταυτότητα ενός ατόμου και την ακεραιότητα ενός σώματος μέσα σε ένα υπεύθυνο εγώ, αλλά που αποσιωπά όλες εκείνες τις δυνάμεις που διαλύουν αυτό το εγώ. Εναλλακτικά, η γλώσσα γίνεται η ίδια μία από αυτές τις δυνάμεις, επωμίζεται η ίδια όλες αυτές τις δυνάμεις, βυθίζοντας το αποσυντιθεμένο σώμα, το διαλυμένο εγώ στη σιωπή - μία σιωπή προσίδια της αθωότητας: ιδού ο άλλος όρος του διλήμματος, "μη καθαρή γλώσσα-καθαρή σιωπή". Ακόμα καλύτερα, η εναλλαγή λαμβάνει χώρα μεταξύ δύο ειδών καθαρότητας, της ψευδούς και της αληθινής, εκείνης της υπευθυνότητας και την άλλη της αθωότητας, εκείνης της Μνήμης και την άλλη της Λήθης.'
Ζιλ Ντελέζ, 'Pierre Klossowski: Η Σχέση Σώματος-Γλώσσας', από το επίμετρο της έκδοσης

'Τοῖσι μὲν δὴ ἄλλοισι τῶν θεῶν οὕτω θύουσι καὶ ταῦτα τῶν κτηνέων, τῷ δὲ Ἄρεϊ ὧδε. Κατὰ νομοὺς ἑκάστους τῶν ἀρχέων ἐσίδρυται σφι Ἄρεος ἱρὸν τοιόνδε φρυγάνων φάκελοι συννενέαται ὅσον τ’ ἐπὶ σταδίους τρεῖς μῆκος καὶ εὖρος, ὕψος δὲ ἔλασσον· ἄνω δὲ τούτου τετράγωνον ἄπεδον πεποίηται, καὶ τὰ μὲν τρία τῶν κώλων ἐστὶ ἀπότομα, κατὰ δὲ τὸ ἓν ἐπιβατόν. Ἔτεος δὲ ἑκάστου ἁμάξας πεντήκοντα καὶ ἑκατὸν ἐπινέουσι φρυγάνων· ὑπονοστέει γὰρ δὴ αἰεὶ ὑπὸ τῶν χειμώνων. Ἐπὶ τούτου δὴ τοῦ σηκοῦ ἀκινάκης σιδήρεος ἵδρυται ἀρχαῖος ἑκάστοισι, καὶ τοῦτ’ ἐστὶ τοῦ Ἄρεος τὸ ἄγαλμα. Τούτῳ δὲ τῷ ἀκινάκῃ θυσίας ἐπετείους προσάγουσι προβάτων καὶ ἵππων, καὶ δὴ καὶ τοῖσιδ’ ἔτι πλέω θύουσι ἢ τοῖσι ἄλλοισι θεοῖσι· ὅσους ἂν τῶν πολεμίων ζωγρήσωσι, ἀπὸ τῶν ἑκατὸν ἀνδρῶν ἄνδρα θύουσι τρόπῳ οὐ τῷ αὐτῷ καὶ τὰ πρόβατα, ἀλλ’ ἑτεροίῳ. Ἐπεὰν γὰρ οἶνον ἐπισπείσωσι κατὰ τῶν κεφαλέων, ἀποσφάζουσι τοὺς ἀνθρώπους ἐς ἄγγος καὶ ἔπειτα ἀνενείκαντες ἄνω ἐπὶ τὸν ὄγκον τῶν φρυγάνων καταχέουσι τὸ αἷμα τοῦ ἀκινάκεω. Ἄνω μὲν δὴ φορέουσι τοῦτο, κάτω δὲ παρὰ τὸ ἱρὸν ποιεῦσι τάδε· τῶν ἀποσφαγέντων ἀνδρῶν τοὺς δεξιοὺς ὤμους πάντας ἀποταμόντες σὺν τῇσι χερσὶ ἐς τὸν ἠέρα ἱεῖσι, καὶ ἔπειτα καὶ τὰ ἄλλα ἀπέρξαντες ἱρήια ἀπαλλάσσονται· χεὶρ δὲ τῇ ἂν πέσῃ κέεται, καὶ χωρὶς ὁ νεκρός.'
*
'Στους άλλους θεούς έτσι προσφέρουν θυσίες και αυτά τα ζώα θυσιάζουν. Οι τελετές προς τιμήν του Άρη διαφέρουν. Σε κάθε επαρχία για τους άρχοντες υπάρχει ναός του Άρη χτισμένος ως εξής: πρόκειται για έναν τεράστιο σωρό φρυγάνων, με πλευρές που έχουν τρία στάδια μήκος και πλάτος και λίγο μικρότερο ύψος. Στην κορυφή του, ο σωρός είναι επίπεδος σε τετράγωνο σχήμα προσιτός από τη μία πλευρά αλλά με σχεδόν κάθετη κλίση στις άλλες τρεις. Κάθε χρόνο, εκατόν πενήντα κάρα με φρύγανα προσθέτονται στον σωρό, για να αντισταθμίσουν τη συνεχή καθίζηση από τις βροχές, ενώ στην κορυφή του είναι καρφωμένο ένα παλιό σιδερένιο ξίφος, που συμβολίζει τον Άρη. Κάθε χρόνο θυσιάζονται άλογα κι άλλα ζώα σ' αυτό το σπαθί, το οποίο απαιτεί περισσότερες θυσίες απ' ό,τι οι άλλοι θεοί. Οι αιχμάλωτοι πολέμου θυσιάζονται επίσης στον Άρη, αν και η τελετή είναι διαφορετική από τη θυσία ζώων· διαλέγουν έναν άνδρα στους εκατό, χύνουν κρασί στο κεφάλι του και του κόβουν τον λαιμό πάνω από ένα δοχείο· αυτό το πηγαίνουν πάνω στον όγκο των θάμνων στον ναό και χύνουν το αίμα πάνω στο σπαθί. Στο μεταξύ, κάτω γίνεται μια άλλη τελετουργία, πολύ κοντά στο σωρό· κόβουν, το δεξί χέρι και το μπράτσο των σκοτωμένων αιχμαλώτων και τα πετούν ψηλά στον αέρα. Αφού το κάνουν αυτό και οι τελετές πάρουν τέλος, οι πιστοί φεύγουν. Τα χέρια των θυμάτων αφήνονται εκεί που έπεσαν, χωριστά από τα κορμιά.'
Ηρόδοτος, Ιστορία 4: Μελπομένη, μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος

'Πηγαίνω φοβερά καλύτερα. Οἱ μάταιες λέξεις πού μοῦ ἔβαλαν στό στόμα ἀρχίζουν νά ἐπιδροῦν. Οἱ ὅμοιοί μου μ’ ἐγκαταλείπουν. Βυθίζω τό χέρι στή χαίτη τῶν λεόντων, βλέπω τόν ἀπατηλόν ὁρίζοντα πού θά ψευδολογήσει μιά τελευταία φορά. Ἐκμεταλλεύομαι τά πάντα καί τα ψεύδη του μέ τή μορφή τῆς φλούδας κι αὐτή τή μικρή βόλτα πού κάνει περνώντας πάντα ἀπ’ τό σπίτι μου. Τίποτα δέν μέ βοηθάει τόσο πολύ ὅσο ὅταν ἐκεῖνος μέ συναντάει.
[...]
Τά ταξίδια μέ πῆγαν πάντοτε πολύ μακριά. Ἡ βεβαιότητα πώς θά φτάσω δέν μοῦ φάνηκε ποτέ παρά τό ἑκατοστό χτύπημα τοῦ κουδουνιοῦ σέ μιά πόρτα πού δέν ἀνοίγει.
Κι ὁ πόνος ἀκόμα ἦταν στοιχειωμένος. Ὅταν αὐτή ἡ γυναίκα μέ τό καλαθόπλεκτο σῶμα ἤρθε νἀ ξεκοιλιαστεῖ πάνω στό κρεβάτι μου, κατάλαβα πώς κρύωνα. Πάγωσα. Ἀλλά τά νιάτα ἀγρυπνούσαν: στήν πραγματικότητα εἶχα ὑποφέρει πολύ λίγο. Πρέπει νά ὁμολογήσω πώς κράτησα τό κεφάλι της πάνω στό στῆθος μου.
Ἐκεῖ, αὐτό τό φῶς, εἶναι ἡ νυκτερινή της μορφή πού δέν μπορεῖ νά ἐξαφανισθεῖ καί στηρίζει τή νύχτα κι ἐρευνᾶ τό φῶς ὅπου δέν βρίσκομαι.
Ἐξάλλου, τό πηγάδι εἶναι τελείως στήν ἐπιφάνεια. Οἱ μποῦκλες τοῦ καλοκαιριοῦ στά μαλλιά τῆς ἀνοίξεως γιά πολλήν ὥρα μοῦ ἐξήγησαν τί εἶναι ἡ ὑπόσχεση. Ἡ κτηνώδης βροχή εἶχε στίς ἀντένες της τήν πρόοδο πού κουτσαίνει μές στόν ἀφρό. Τραγουδάει πάντα τό σιωπηλό κι ἀπειλητικό καπρίτσιο, πού ἀφήνει τά πάντα νά χαθοῦν. Ὁ ἦχος τῆς φωνής της εἶναι μιά οὐλή.'
Αντρέ Μπρετόν & Πολ Ελιάρ, Η Άμωμος Σύλληψις, μτφρ. Στέφανος Ν. Κουμανούδης, εκδ. Ύψιλον

![Pablo Picasso, Marie-Thérèse as Female Torero [Marie-Thérèse en femme torero] from the Vollard Suite [Suite Vollard]](https://images.ctfassets.net/0hydftwhghek/img-345fcc65bf415008/c26a45c277304518818ebf60eda2205d/345fcc65bf415008-tumblr_n0hqfk5kn11r1w31so1_1280.jpg)





