προγραφές

Εξώφυλλο: Αντρέ Μπρετόν & Πολ Ελιάρ, Η Άμωμος Σύλληψις

'Πηγαίνω φοβερά καλύτερα. Οἱ μάταιες λέξεις πού μοῦ ἔβαλαν στό στόμα ἀρχίζουν νά ἐπιδροῦν. Οἱ ὅμοιοί μου μ’ ἐγκαταλείπουν. Βυθίζω τό χέρι στή χαίτη τῶν λεόντων, βλέπω τόν ἀπατηλόν ὁρίζοντα πού θά ψευδολογήσει μιά τελευταία φορά. Ἐκμεταλλεύομαι τά πάντα καί τα ψεύδη του μέ τή μορφή τῆς φλούδας κι αὐτή τή μικρή βόλτα πού κάνει περνώντας πάντα ἀπ’ τό σπίτι μου. Τίποτα δέν μέ βοηθάει τόσο πολύ ὅσο ὅταν ἐκεῖνος μέ συναντάει.

[...]

Τά ταξίδια μέ πῆγαν πάντοτε πολύ μακριά. Ἡ βεβαιότητα πώς θά φτάσω δέν μοῦ φάνηκε ποτέ παρά τό ἑκατοστό χτύπημα τοῦ κουδουνιοῦ σέ μιά πόρτα πού δέν ἀνοίγει.
Κι ὁ πόνος ἀκόμα ἦταν στοιχειωμένος. Ὅταν αὐτή ἡ γυναίκα μέ τό καλαθόπλεκτο σῶμα ἤρθε νἀ ξεκοιλιαστεῖ πάνω στό κρεβάτι μου, κατάλαβα πώς κρύωνα. Πάγωσα. Ἀλλά τά νιάτα ἀγρυπνούσαν: στήν πραγματικότητα εἶχα ὑποφέρει πολύ λίγο. Πρέπει νά ὁμολογήσω πώς κράτησα τό κεφάλι της πάνω στό στῆθος μου.
Ἐκεῖ, αὐτό τό φῶς, εἶναι ἡ νυκτερινή της μορφή πού δέν μπορεῖ νά ἐξαφανισθεῖ καί στηρίζει τή νύχτα κι ἐρευνᾶ τό φῶς ὅπου δέν βρίσκομαι.
Ἐξάλλου, τό πηγάδι εἶναι τελείως στήν ἐπιφάνεια. Οἱ μποῦκλες τοῦ καλοκαιριοῦ στά μαλλιά τῆς ἀνοίξεως γιά πολλήν ὥρα μοῦ ἐξήγησαν τί εἶναι ἡ ὑπόσχεση. Ἡ κτηνώδης βροχή εἶχε στίς ἀντένες της τήν πρόοδο πού κουτσαίνει μές στόν ἀφρό. Τραγουδάει πάντα τό σιωπηλό κι ἀπειλητικό καπρίτσιο, πού ἀφήνει τά πάντα νά χαθοῦν. Ὁ ἦχος τῆς φωνής της εἶναι μιά οὐλή.'

Αντρέ Μπρετόν & Πολ Ελιάρ, Η Άμωμος Σύλληψις, μτφρ. Στέφανος Ν. Κουμανούδης, εκδ. Ύψιλον

·

↑