
'Ο άνδρας έφυγε αλλά το φάντασμά του έμεινε εκεί. Η ζέστη φούντωνε. Από το κεφάλι-βολβός που ήταν τοποθετημένο πάνω στο ξύλο όπου κόβουν το κρέας, έβγαινε ένα σύμπλεγμα μυϊκών ινών που συμβολίζουν πυώδεις αρρώστιες, σπινθηροβόλα τραύματα, κακοήθεις φλεγμονές. Μπλάβες, σκληρές γλώσσες, φουσκωμένα αυτιά, σώματα απ’ όπου ξεφυτρώνουν σκουλήκια, κατευθύνονται προς όλους τους πόρους. Μια γυναίκα βγάζει από το μεσαίο δάχτυλο του χεριού της το κίτρινο κεφάλι ενός φιδιού· το πυροβολεί ήρεμα κι αυτό αποχωρίζεται από το χέρι της. Τα σκουλήκια κυρτώνουν και προσπαθούν να πιαστούν από τις σάρκες, η κοιλιά ανοίγει και τα δύσοσμα εντόσθια κυλούν στη γη σαν ποταμός από λάσπη. Το στομάχι γεμάτο με σπέρμα ρίχνει το περιεχόμενό του μέσα στους πνεύμονες, η καρδιά λάμπει, η κοιλιά πλημμυρίζει από νερά, γίνεται μια βαθιά θάλασσα όπου κατευθύνονται χρυσόψαρα, ταξιδεύουν ψάρια λιμνών και ακούμε να γουργουρίζουν οι φάλαινες μέσα σε ωκεανούς γάλατος, ενώ με το τραγούδι των σειρήνων βλέπουμε να έρχεται το χταπόδι κι ενοχλημένο να κρύβεται στο βάθος των υδάτων πίσω από το σκοτεινό του βράχο, το γενικό ορμητήριο όπου βρίσκονται ροζ κούκλες με άγριο πρόσωπο. Ετούτη εδώ είναι κατσαρή και γελά με δύο στόματα, μένει ξαπλωμένη στα θαλασσινά χόρτα και σαγηνεύει τους καρχαρίες με τα χείλη-βεντούζες· το στήθος της είναι γεμάτο καβούρια και μάτια τρελαμένων ψαριών. Εκείνη η άλλη πλέει και φουσκώνει καταπώς το θέλουν τα ρεύματα του νερού. Βλέπουμε στο εσωτερικό των αλκοολούχων νερών να μεταφέρονται μπουκέτα λουλουδιών που δείχνουν να σε μεθούν, και εκεί εμφανίζεται πάλι με τη βιολετιά, λαμπερή της πλευρά, απ’ όπου αναπηδά κάτασπρο, το ανοιγμένο τριαντάφυλλο.'
'Θα έπρεπε τα πάντα να είναι σεξουαλικά όργανα: οι κουρτίνες, η μοκέτα και τα έπιπλα· θα μου χρειαζόταν ένα πέος στη θέση του κεφαλιού, κι ένα άλλο στη θέση του δικού μου.
Θα έπρεπε να έχουμε κρεμαστεί και οι δυο από ένα σιδερένιο τσιγκέλι, ο ένας αντίκρυ στον άλλο, μέσα σ’ ένα κόκκινο ψυγείο, πιασμένοι από το πάνω μέρος του κρανίου ή τους αστραγάλους, με το κεφάλι κάτω, τα πόδια ανοιχτά, οι σάρκες μας αντικριστές, αδύναμες, παραδομένες στο μαχαίρι των σεξουαλικών μας οργάνων, σαν κοκκινισμένα σίδερα, ανοικτά, να κραδαίνονται. Θα έπρεπε να ουρλιάζουμε για το θάνατο κάτω από την τυραννία τους. Μα τι είναι τέλος πάντων τα σεξουαλικά μας όργανα; Το περασμένο καλοκαίρι, έχασα κατ’ αρχήν τα χέρια μου και στη συνέχεια τα πάντα, μέχρι και τ’ όνομά μου, μέχρι και τ’ όνομα της φυλής μου, έχασα από τη μνήμη μου την ανθρωπότητα, τη γνώση του προσώπου και του κορμιού μου, έχασα την ιδέα του ανθρώπου, της γυναίκας ακόμα και του ζώου. Έψαξα να βρω ποια είμαι. Το μουνί μου. Ήταν το μόνο που απόμενε στον κόσμο μαζί με την ανάγκη του να κατουρήσει. Ήταν το μόνο μέρος που απόμενε για να καταφύγει η ψυχή μου, να συγκεντρωθεί, το μόνο όπου υπήρχα σαν ένα άτομο που τριγυρνά ανάμεσα στον ουρανό και το χορτάρι, ανάμεσα στο πράσινο και το γαλάζιο, χωρίς κανένα άλλο συναίσθημα εκτός από αυτό που έχει ένα καθαρά σεξουαλικό άτομο, που ασχολείται μόνο με την επιθυμία να κατουρήσει, χαμένο, ευτυχισμένο μέσα στο φως. Ήταν μια μέρα του καλοκαιριού ή μάλλον ήταν φθινόπωρο. Μου χρειάστηκε μια ολόκληρη νύχτα κι ένα πρωινό για να ξανακατέβω αλλά μετά και για πολλούς μήνες, κάθε φορά που κατουρούσα, χανόμουν, για τόση ώρα όσο κρατάει μια ζαλάδα· αυτό είναι όλο, ξαναγυρνώ ολόκληρη στο μουνί μου σαν σε ομφαλό, το είναι μου βρίσκεται εκεί σ’ αυτή την αίσθηση, στο κέντρο του κορμιού, έχοντας εκμηδενίσει το υπόλοιπο του σώματος. Δεν με αναγνωρίζω πια, δεν έχω ούτε μορφή, ούτε ταυτότητα, η ολοκληρωτική μεταφορά, το ολοκληρωτικό φαντασιακό ταξίδι κάθε φορά, και κάπου κάπου ακόμα περισσότερο, μόνο μια στιγμή, κάτι σαν να είσαι κρεμασμένος με το κεφάλι κάτω στη μεγάλη ελικοειδή γραμμή του σύμπαντος, αλλά άντε να μάθεις τι αξίζουν ετούτες οι στιγμές. Μετά λέω «αλήθεια, ποια είμαι;» και «για δες τι όμορφος που είναι ο κόσμος μ’ όλα αυτά τα τσαμπιά από μαύρα σταφύλια, τι όμορφα που είναι να τρυγάς μέσα στο καταμεσήμερο, με τον ήλιο που αγκιστρώνεται πάνω στα κλήματα και στα μάτια των τρυγητών. Τα κλήματα έχουν σκεφτεί, πώς θα ’θελα να κατουρήσω στην άκρη του αμπελώνα!» κι επειδή το κορμί μας είναι γεμάτο με τέτοιες χαζοεπιθυμίες, τι όμορφα που αισθανόμαστε μετά από αυτή την παράξενη ζαλάδα που ήδη, μας λείπει λιγάκι.'
'Οι αμμόλοφοι είχαν το χρώμα και τη φόρμα της σάρκας. Έχωσα τα δυο μου δάχτυλα μέσα στην υγρή και μαλακή μάζα. Η θάλασσα δεν σταματούσε να αφρίζει, να ορμά πάνω στην άμμο, να τρέχει πίσω από ηδονή.
Που βρίσκεται η αγάπη, αν όχι μέσα στο κακό που λάμπει, στην έρημο, στη ζήλια, στο χωρισμό;'
Αλίνα Ρέγες, Ο Χασάπης, μτφρ. Γιάννης Εμίρης, εκδ. Εξάντας













