προγραφές

Εξώφυλλο: Αλίνα Ρέγες, Ο Χασάπης

'Ο άνδρας έφυγε αλλά το φάντασμά του έμεινε εκεί. Η ζέστη φούντωνε. Από το κεφάλι-βολβός που ήταν τοποθετημένο πάνω στο ξύλο όπου κόβουν το κρέας, έβγαινε ένα σύμπλεγμα μυϊκών ινών που συμβολίζουν πυώδεις αρρώστιες, σπινθηροβόλα τραύματα, κακοήθεις φλεγμονές. Μπλάβες, σκληρές γλώσσες, φουσκωμένα αυτιά, σώματα απ’ όπου ξεφυτρώνουν σκουλήκια, κατευθύνονται προς όλους τους πόρους. Μια γυναίκα βγάζει από το μεσαίο δάχτυλο του χεριού της το κίτρινο κεφάλι ενός φιδιού· το πυροβολεί ήρεμα κι αυτό αποχωρίζεται από το χέρι της. Τα σκουλήκια κυρτώνουν και προσπαθούν να πιαστούν από τις σάρκες, η κοιλιά ανοίγει και τα δύσοσμα εντόσθια κυλούν στη γη σαν ποταμός από λάσπη. Το στομάχι γεμάτο με σπέρμα ρίχνει το περιεχόμενό του μέσα στους πνεύμονες, η καρδιά λάμπει, η κοιλιά πλημμυρίζει από νερά, γίνεται μια βαθιά θάλασσα όπου κατευθύνονται χρυσόψαρα, ταξιδεύουν ψάρια λιμνών και ακούμε να γουργουρίζουν οι φάλαινες μέσα σε ωκεανούς γάλατος, ενώ με το τραγούδι των σειρήνων βλέπουμε να έρχεται το χταπόδι κι ενοχλημένο να κρύβεται στο βάθος των υδάτων πίσω από το σκοτεινό του βράχο, το γενικό ορμητήριο όπου βρίσκονται ροζ κούκλες με άγριο πρόσωπο. Ετούτη εδώ είναι κατσαρή και γελά με δύο στόματα, μένει ξαπλωμένη στα θαλασσινά χόρτα και σαγηνεύει τους καρχαρίες με τα χείλη-βεντούζες· το στήθος της είναι γεμάτο καβούρια και μάτια τρελαμένων ψαριών. Εκείνη η άλλη πλέει και φουσκώνει καταπώς το θέλουν τα ρεύματα του νερού. Βλέπουμε στο εσωτερικό των αλκοολούχων νερών να μεταφέρονται μπουκέτα λουλουδιών που δείχνουν να σε μεθούν, και εκεί εμφανίζεται πάλι με τη βιολετιά, λαμπερή της πλευρά, απ’ όπου αναπηδά κάτασπρο, το ανοιγμένο τριαντάφυλλο.'

'Θα έπρεπε τα πάντα να είναι σεξουαλικά όργανα: οι κουρτίνες, η μοκέτα και τα έπιπλα· θα μου χρειαζόταν ένα πέος στη θέση του κεφαλιού, κι ένα άλλο στη θέση του δικού μου.
Θα έπρεπε να έχουμε κρεμαστεί και οι δυο από ένα σιδερένιο τσιγκέλι, ο ένας αντίκρυ στον άλλο, μέσα σ’ ένα κόκκινο ψυγείο, πιασμένοι από το πάνω μέρος του κρανίου ή τους αστραγάλους, με το κεφάλι κάτω, τα πόδια ανοιχτά, οι σάρκες μας αντικριστές, αδύναμες, παραδομένες στο μαχαίρι των σεξουαλικών μας οργάνων, σαν κοκκινισμένα σίδερα, ανοικτά, να κραδαίνονται. Θα έπρεπε να ουρλιάζουμε για το θάνατο κάτω από την τυραννία τους. Μα τι είναι τέλος πάντων τα σεξουαλικά μας όργανα; Το περασμένο καλοκαίρι, έχασα κατ’ αρχήν τα χέρια μου και στη συνέχεια τα πάντα, μέχρι και τ’ όνομά μου, μέχρι και τ’ όνομα της φυλής μου, έχασα από τη μνήμη μου την ανθρωπότητα, τη γνώση του προσώπου και του κορμιού μου, έχασα την ιδέα του ανθρώπου, της γυναίκας ακόμα και του ζώου. Έψαξα να βρω ποια είμαι. Το μουνί μου. Ήταν το μόνο που απόμενε στον κόσμο μαζί με την ανάγκη του να κατουρήσει. Ήταν το μόνο μέρος που απόμενε για να καταφύγει η ψυχή μου, να συγκεντρωθεί, το μόνο όπου υπήρχα σαν ένα άτομο που τριγυρνά ανάμεσα στον ουρανό και το χορτάρι, ανάμεσα στο πράσινο και το γαλάζιο, χωρίς κανένα άλλο συναίσθημα εκτός από αυτό που έχει ένα καθαρά σεξουαλικό άτομο, που ασχολείται μόνο με την επιθυμία να κατουρήσει, χαμένο, ευτυχισμένο μέσα στο φως. Ήταν μια μέρα του καλοκαιριού ή μάλλον ήταν φθινόπωρο. Μου χρειάστηκε μια ολόκληρη νύχτα κι ένα πρωινό για να ξανακατέβω αλλά μετά και για πολλούς μήνες, κάθε φορά που κατουρούσα, χανόμουν, για τόση ώρα όσο κρατάει μια ζαλάδα· αυτό είναι όλο, ξαναγυρνώ ολόκληρη στο μουνί μου σαν σε ομφαλό, το είναι μου βρίσκεται εκεί σ’ αυτή την αίσθηση, στο κέντρο του κορμιού, έχοντας εκμηδενίσει το υπόλοιπο του σώματος. Δεν με αναγνωρίζω πια, δεν έχω ούτε μορφή, ούτε ταυτότητα, η ολοκληρωτική μεταφορά, το ολοκληρωτικό φαντασιακό ταξίδι κάθε φορά, και κάπου κάπου ακόμα περισσότερο, μόνο μια στιγμή, κάτι σαν να είσαι κρεμασμένος με το κεφάλι κάτω στη μεγάλη ελικοειδή γραμμή του σύμπαντος, αλλά άντε να μάθεις τι αξίζουν ετούτες οι στιγμές. Μετά λέω «αλήθεια, ποια είμαι;» και «για δες τι όμορφος που είναι ο κόσμος μ’ όλα αυτά τα τσαμπιά από μαύρα σταφύλια, τι όμορφα που είναι να τρυγάς μέσα στο καταμεσήμερο, με τον ήλιο που αγκιστρώνεται πάνω στα κλήματα και στα μάτια των τρυγητών. Τα κλήματα έχουν σκεφτεί, πώς θα ’θελα να κατουρήσω στην άκρη του αμπελώνα!» κι επειδή το κορμί μας είναι γεμάτο με τέτοιες χαζοεπιθυμίες, τι όμορφα που αισθανόμαστε μετά από αυτή την παράξενη ζαλάδα που ήδη, μας λείπει λιγάκι.'

'Οι αμμόλοφοι είχαν το χρώμα και τη φόρμα της σάρκας. Έχωσα τα δυο μου δάχτυλα μέσα στην υγρή και μαλακή μάζα. Η θάλασσα δεν σταματούσε να αφρίζει, να ορμά πάνω στην άμμο, να τρέχει πίσω από ηδονή.

Που βρίσκεται η αγάπη, αν όχι μέσα στο κακό που λάμπει, στην έρημο, στη ζήλια, στο χωρισμό;'

Αλίνα Ρέγες, Ο Χασάπης, μτφρ. Γιάννης Εμίρης, εκδ. Εξάντας

Εξώφυλλο: Τζέραλντ Μάρτιν, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: Η Βιογραφία του

'[…] Η όψη του είχε αλλάξει. Δεν είχε πλέον την εμφάνιση εκείνου που είχε νικήσει τον καρκίνο: ήταν ακόμα εξαιρετικά αδύνατος και τα μαλλιά του ήταν ακόμα κοντά και αραιά όταν ολοκλήρωσε το Ζω για να τη διηγούμαι το 2002. Τώρα, ήταν όπως πάντα· μπροστά μου είχα απλώς μια πιο γερασμένη έκδοση του άνδρα που είχα γνωρίσει μεταξύ 1990 και 1999. Αλλά είχε την τάση να ξεχνάει πράγματα. Με την κατάλληλη προτροπή, μπορούσε να θυμηθεί περισσότερα πράγματα από το μακρινό παρελθόν ―αν και όχι πάντα τους τίτλους από τα μυθιστορήματά του― και να συμμετέχει σε μια αρκετά κανονική, ακόμα και χιουμοριστική, συνομιλία. Ωστόσο, η βραχυπρόθεσμη μνήμη του ήταν εύθραυστη και ήταν εμφανές ότι αυτό τον ανησυχούσε, καθώς και η φάση στην οποία εισερχόταν. Αφού μιλήσαμε για το έργο του και τα σχέδιά του για λίγο, μου είπε ότι δεν ήταν σίγουρος αν θα έγραφε άλλο. Μετά μου είπε σχεδόν παραπονιάρικα: «Έχω γράψει αρκετά, έτσι δεν είναι; Κανείς δεν έμεινε απογοητευμένος, δεν μπορούν να περιμένουν άλλα από μένα, σωστά;»
Καθόμασταν σε τεράστιες μπλε πολυθρόνες σε μια απομονωμένη αίθουσα στο ξενοδοχείο, που έβλεπε στον νότιο περιφερειακό δρόμο της Πόλης του Μεξικού. Έξω, ήταν ο εικοστός πρώτος αιώνας που πετούσε και έφευγε. Οκτώ λωρίδες κυκλοφορίας που δεν άδειαζαν ποτέ από αυτοκίνητα.
Με κοίταξε και μου είπε: «Ξέρεις, μερικές φορές με πιάνει κατάθλιψη».
«Πώς; Εσύ, Γκάμπο, εσύ που έχεις πετύχει τόσα; Αποκλείεται. Γιατί;»
Έκανε νόημα προς τον κόσμο που ανοιγόταν πίσω από το παράθυρο (τον μεγάλο δρόμο, τη σιωπηλή ένταση όλων αυτών των απλών ανθρώπων που κάνουν τις καθημερινές δραστηριότητές τους σε έναν κόσμο που δεν είναι πλέον δικός του), μετά με κοίταξε πάλι και μουρμούρισε: «Καταλαβαίνω ότι όλα αυτά τελειώνουν».'

Τζέραλντ Μάρτιν, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: Η Βιογραφία του, μτφρ. Άδωνις Σάμψων, εκδ. Μικρή Άρκτος

Εξώφυλλο: Emily Bronte, Wuthering Heights

'Catherine had seasons of gloom and silence now and then: they were respected with sympathizing silence by her husband, who ascribed them to an alteration in her constitution, produced by her perilous illness; as she was never subject to depression of spirits before. The return of sunshine was welcomed by answering sunshine from him. I believe I may assert that they were really in possession of deep and growing happiness.
It ended. Well, we must be for ourselves in the long run; the mild and generous are only more justly selfish than the domineering - and it ended when circumstances caused each to feel that the one’s interest was not the chief consideration in the other’s thoughts.'

'Time brought resignation, and a melancholy sweeter than common joy. He recalled her memory with ardent, tender love, and hopeful aspiring to the better world, where, he doubted not, she was gone.'

Emily Bronte, Wuthering Heights, publisher: Penguin Books

Εξώφυλλο: Έμιλι Μπροντέ, Ανεμοδαρμένα Ύψη

'Ἡ Κάθυ ἔπεφτε ποῦ καὶ ποῦ σὲ βαθιὰ σιωπὴ καὶ μελαγχολία. Στὶς φάσεις αὐτὲς ἔβρισκε τὴ σιωπηρὴ συμπαράσταση τοῦ συζύγου της, ὁ ὁποῖος ἀπέδιδε τὶς μεταπτώσεις της σὲ μιὰ ἀλλαγὴ τοῦ ὀργανισμοῦ της, ἀποτέλεσμα τῆς κρίσιμης ἀρρώστιας ποὺ πέρασε, γιατὶ παλιὰ ποτὲ δὲν παρουσίασε τέτοιες τάσεις κατάθλιψης. Ὅταν ὁ ἥλιος ἕλαμπε ξανὰ στὸ πρόσωπό της, τὸν καλωσόριζε τὸ δικό του πρόσχαρο χαμόγελο. Δὲν θὰ δίσταζα νὰ πῶ ὅτι μοιράζονταν μιὰν εὐτυχία ποὺ αὔξαινε καὶ βάθαινε.
Δὲν κράτησε πολύ. Βλέπετε, σὲ ἔσχατη ἀνάλυση ὅ,τι κάνουμε εἶναι γιὰ τὸν ἑαυτό μας — οἱ εὐγενικοὶ καὶ γενναιόδωροι εἶναι ἀπλῶς πιὸ δίκαια ἑγωιστὲς ἀπὸ τοὺς αὐταρχικοὺς καὶ ἐξουσιαστικούς. Πῆρε τέλος ὅταν οἱ περιστάσεις τοὺς ἔκαναν νὰ καταλάβουν ὅτι αὐτὸ ποὺ ἐνδιέφερε καὶ εὐχαριστοῦσε τὸν ἕναν δὲν ἤταν ἀπαραιτήτως κύρια σκέψη και φροντίδα τοῦ ἄλλου.'

'Ὁ χρόνος ἔφερε τὴν παραίτηση καὶ μιὰ μελαγχολία γλυκύτερη ἀπὸ τὴν κοινὴ χαρά. Τὴ θυμόταν μὲ φλογερή, τρυφερή ἀγάπη καὶ προσδοκοῦσε ἕναν καλύτερο κόσμο, ὄπου δὲν εἶχε ἀμφιβολία πὼς θὰ τὴν ἔβρισκε.'

Έμιλι Μπροντέ, Ανεμοδαρμένα Ύψη, μτφρ. Άρης Μπερλής, εκδ. Άγρα

Παιδί με τ’ ασυννέφιαστο το μέτωπο, τ’ αγνό
Και με τα μάτια που απορούν και ονειροπολούνε,
Ξέρεις, κι αν φύγει ο καιρός, γοργός σαν τον καπνό
Κι ο δρόμος σου κι ο δρόμος μου χαθούν και χωριστούνε,
Σίγουρα θα χαμογελάς κι ευτυχισμένη θα ’σαι
Αυτό το παραμύθι-δώρο αγάπης σαν θυμάσαι.

Το λαμπερό σου πρόσωπο δε θα ’χω δει καιρό
Στ’ αφτιά μου, τ’ ασημένια σου γέλια δε θ’ αντηχούνε
Και δε θα με ξανασκεφτείς καθόλου πια, θαρρώ,
Στης νιότης σου τα όμορφα τα χρόνια που θα ’ρθούνε.
Μα είναι ωστόσο αρκετό, που τώρα θα καθίσεις
Αυτό το παραμύθι μου να παρακολουθήσεις.

Το παραμύθι π’ άρχισε σε μακρινό καιρό
Τότε που του καλοκαιριού ήλιος φεγγοβολούσε
Κι η ιστορία, στα κουπιά που σκίαζαν το νερό
Σαν αρμονία μυστική, κρυφό ρυθμό κρατούσε
Ξέρε το, τον απόηχο στη μνήμη θα φυλάξεις
Κι ας επιβάλλει ο φθονερός χρόνος να τον ξεχάσεις.

Έλα ν’ ακούσεις, πριν φωνή του φόβου ακουστεί
Και μας ταράξει, μα πικρά μηνύματα γεμάτη.
Πριν μια μοναχική μελαγχολία μας νοιαστεί
Και μας καλέσει σε σκληρό, αφιλόξενο κρεβάτι.
Παιδιά είμαστε, παιδάκι μου, παιδιά μεγάλα τώρα
Που τρέμουν περιμένοντας να ’ρθει του ύπνου η ώρα.

Έξω το χιόνι είναι πυκνό και κάνει παγωνιά
Της καταιγίδας άνεμοι φυσάνε με μανία
Μέσα, ζεστά, λάμπες, φωτιά στο τζάκι, στη γωνιά
Κι είναι φωλιά απάνεμη η παιδική ηλικία.
Τα λόγια αυτά τα μαγικά σ’ έχουν προστατευμένη
Να μην τη νιώσεις την πνοή που θα σε παρασέρνει.

Ακόμα κι αν υπάρχει μια σκιά αναστεναγμού
Κι αθέατη διαπερνά την ιστορία με ρίγη
Θλίψης σκιά, για το χαμό λαμπρού καλοκαιριού
Και για τις μέρες τις χρυσές, αυτές που θα ’χουν φύγει,
Δε θα αγγίξει, τη χαρά με θλίψη θα βαρύνει
Και μες στο παραμύθι μας μόνο χαρά θα μείνει.

Λιούις Κάρολ, από το 'Μέσα απ’ τον Καθρέφτη', Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων & Μέσα απ’ τον Καθρέφτη, μτφρ. Παυλίνα Παμπούδη, εκδ. Printa

Εξώφυλλο: Penelope Deutscher, Ντερριντά

'[...] ο Ντερριντά ισχυρίζεται ότι η συγνώμη ή η συγχώρηση είναι αδύνατη. Αληθινή συγχώρηση θα ήταν να συγχωρήσει κανείς το ασυγχώρητο. Ο Ντερριντά εντείνει την αίσθησή μας ότι κάτι δεν πάει καλά αν η συγχώρηση έρχεται τόσο εύκολα. Για να μετράει στ’ αλήθεια η συγνώμη, δεν πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι θας μας συγχωρήσουν· θα πρέπει να την κερδίσουμε με σκληρό αγώνα. Αν η συγχώρηση δίνεται τόσο εύκολα, δεν είναι πραγματική συγχώρηση. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι όσο πιο εύκολο είναι να συγχωρήσουμε κάποιον, τόσο λιγότερη αξία έχει η συγχώρησή μας. Σε τελική ανάλυση, συγχώρηση που δεν κοστίζει και δε σημαίνει τίποτα, δε μετράει. Όσο πιο δύσκολη, τόσο πιο σημαντική. Ως εκ τούτου, αληθινή συγχώρηση θα ήταν ίσως μόνο μια αδύνατη συχγώρηση - η συχγώρηση αυτού που δε συγχωρείται. Ίσως μάλιστα, στο βαθμό που κάτι είναι ούτως ή άλλως συγχωρητέο, η πράξη της καθαρής συγχώρησης δε συντελείται καν. Εφόσον λοιπόν η αληθινή συγχώρηση δεν μπορεί παρά να συγχωρεί το ασυγχώρητο, ο Ντερριντά κάνει το άλμα να ισχυριστεί ότι η αληθινή συγχώρηση είναι αδύνατη [...].

Κατά την πραγμάτευση της «συγγνώμης», νομικής, πολιτικής ή προσωπικής, ο Ντερριντά επεκτείνει τον ορισμό της αδυνατότητάς της. Υπάρχουν άραγε κάποιοι ολότελα αθώοι που να μπορούν να συγχωρήσουν εγκλήματα από και κατά της ανθρωπότητας; Υπάρχει κάποιος που να ελέγχεται και να εξαιρείται, ώστε να κρίνει και να συγχωρεί; Κι ακόμη, αν κανείς συγχωρούσε κάπιοιον υπό τον όρο αυτός να έχει μετανοήσει και να έχει αλλάξει, εν προκειμένω δε θα συγχωρούσε τελικά ένα «άλλο» υποκείμενο; Η αληθινή συγχώρηση του «υπό εξέταση ατόμου» θα έφτανε στην ύψιστη έκφρασή της, κατά τα φαινόμενα, μόνο εάν ήμασταν πρόθυμοι να συγχωρήσουμε ένα εντελώς αμετανόητο υποκείμενο, που θα επαναλάμβανε το έγκλημά του χωρίς ενδοιασμό και θα συνέχιζε την ίδια συμπεριφορά. Μια παρόμοια, αδύνατη, ριζική, συγχώρηση θα ήταν και η μόνη «αληθινή». Επιπλέον, στην αληθινή, ριζική ή «καθαρή» συγχώρηση αυτός που συγχωρεί και αυτός που συγχωρείται θα πρέπει να μοιράζονται μια κοινή αντίληψη σχετικά με τη ζημία, το έγκλημα ή τη φρικαλεότητα που έχει συντελεστεί. Εντούτοις, στην πράξη είναι αδύνατον να επιτευχθεί απόλυτη εναρμόνιση της κατανόησης και της εμπειρίας, όπως εξίσου αδύνατον είναι για ένα υποκείμενο να ανακτήσει μια οριστική, ταυτόσημη με τον εαυτό της και συνάμα βαθιά επεξεργασμένη εμπειρία, αντίληψη ή ανάμνηση του εν λόγω συμβάντος (είτε κανείς το υπέστη είτε το προκάλεσε). Ο Ντερριντά δεν κρύβει επίσης τη δυσφορία του απέναντι στη στάση ανωτερότητας, την οποία θεωρεί κανείς δεδομένη τη στιγμή που προβαίνει σε μια πράξη συγχώρησης. Τι πιστεύουμε για τον εαυτό μας όταν θεωρούμε ότι μπορούμε να συγχωρήσουμε; Κανένας συγγενής, απόγονος, πολιτεία ή συλλογικότητα δεν μπορεί στ’ αλήθεια να συγχωρήσει εκ μέρους κάποιου άλλου. Μήπως, άλλωστε, μπορεί να συγχωρήσει κανείς εκ μέρους του «εαυτού» του; Εν πρώτοις, το συγχωρούν υποκείμενο δεν ταυτίζεται με εκείνο που υπέφερε. Ένα θύμα δεν είναι πάντα σε θέση να συγχωρήσει. Μπορεί να έχει στερηθεί το λόγο, τη συγκρότηση, την ίδια του τη ζωή. Το να συγχωρεί κανείς σημαίνει, κατά μία έννοια, να ασκεί μια εξουσία που υψώνεται πάνω από την αδυναμία του να συγχωρήσει. Όμως, καθώς ισχυρίζεται ο Ντερριντά, «καθαρή συγχώρηση» θα ήταν η συγχώρηση που δε θα προέβαινε σ’ αυτή την αυτόκλητη άσκηση εξουσίας. Η καθαρή συγχώρηση θα αφορούσε τη συγχώρηση αυτού που δεν μπορούμε να συγχωρήσουμε. Για όλους αυτούς τους λόγους, η καθαρή συγχώρηση είναι αδύνατη.'

Penelope Deutscher, Ντερριντά, μτφρ. Ιωάννα Ναούμ, εκδ. Πατάκη

Εξώφυλλο: Μάριος Ευρυβιάδης & Μιχάλης Ιγναντίου, CIA-, Ο Απόρρητος Φάκελος του Ανδρέα

'Η πρακτική της αξιλόγησης και της «ψυχανάλυσης» ηγετικών προσωπικοτήτων έχει βαθιές καταβολές και δεν ανακαλύφθηκε ή εφευρέθηκε από τους Αμερικανούς. Δεν χρειάζεται να πάμε πίσω στον αρχαίο κόσμο και στις αυτοκρατορίες της εποχής -την περσική, την ελληνική, τη ρωμαϊκή (τη σύγκρουση με τον Αννίβα, για παράδειγμα)- για να διαπιστώσουμε την ύπαρξη της πρακτικής. Η βυζαντινή διπλωματία, όπως μας θυμίζει ο μεγαλύτερος ίσως μελετητής του Βυζαντίου Στίβεν Ράνσιμαν, επειδή αποτελούσε το πρώτο όπλο του αυτοκράτορα, που χρησιμοποιούσε με φειδώ το στρατό και το στόλο του, ήταν ικανότατη στη συλλλογή πληροφοριών και στη μελέτη των αντιπάλων, των συνηθειών τους, των χαρακτηριστικών τους γνωρισμάτων και των πολεμικών τους τακτικών. Αν οι αντίπαλοι ήταν από «έθνος βάρβαρον», που εντυπωσιαζόταν εύκολα, εφάρμοζαν έναντί τους συγκεκριμένες μεθόδους εντυπωσιασμού. Αν πάλι αυτοί προέρχονταν από τη Δύση, η προσέγγιση ήταν διαφορετική. Και στις δύο όμως περιπτώσεις στόχος ήταν να τους «κόψουν τα φτερά» και να τους εντυπωσιάσουν με το μεγαλείο, την αίγλη και τη δύναμη του αυτοκράτορα, ώστε ν’ αποτρέπονται από το να εκστρατεύουν εναντίον τους ή να συμμαχούν με τους αντιπάλους τους και να είναι εύκολη στους Βυζαντινούς η «διαχείρισή» τους.

Ωστόσο, με τη μορφή που την αναγνωρίζουμε σήμερα, η κατασκευή ψυχολογικών πορτρέτων ή ψυχογραφημάτων ηγετών, προκειμένου να καταστεί πιο αποτελεσματική η διαχείρισή τους, έχει καταβολές στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Συγκεκριμένα, ήταν η προσπάθεια των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, και ειδικά του προπομπού της CIA, του OSS (Office of Strategic Services), να «διαβάσουν» τον εσωτερικό κόσμο του Χίτλερ που άνοιξε διάπλατα το δρόμο για την ανάδειξη της πρακτικής αυτής. Ήταν η σχεδόν απόλυτη επιτυχία του πειράματος με τον Χίτλερ (η μελέτη προέβλεπε τον αυξανόμενο νευρωτισμό και την παράνοιά του, την αυξανόμενη βαναυσότητα και τελικά την αυτοκτονία του) που όλο και πιο συχνά ώθησε τη CIA μεταπολεμικά να θέτει την πρακτική σε εφαρμογή όλο και πιο συχνά και να ιδρύσει, σε συνεργασία με άλλες υπηρεσίες, όπως την Defense Intelligence Agency (DIA), ολόκληρη «σχολή», που λειτουργούσε υπό την εποπτεία του National Foreign Assessment Center της ίδιας της CIA. Αρχηκά η σχολή ονομάστηκε Center of Analysis of Personality and Behavior και αργότερα μετονομάστηκε σε Political and Psychology Center. Τη δεκαετία του 1990 η σχολή υπέπεσε σε δυσμένεια και υποβαθμίστηκε, ειδικά επί προεδρίας Κλίντον [...].
Σήμερα η σχολή συνεχίζει να λειτουργεί με πιο διευρυμένη εντολή ως Medical and Psychological Analysis Center, με τον επικεφαλής της να είναι γνωστός εντός της CIA ως «VIP-med». Η προσθήκη του «Medical» στο «Psychological» κρίθηκε αναγκαία διότι η κατάσταση της υγείας ξένων ηγετών θεωρείται πλέον, και δικαιολογημένα, εξίσου σημαντική όσο και η «πνευματική» τους. Αυτό έχει μεγάλη σημασία σε περιοχές του κόσμου όπου το ζήτημα της διαδοχής δεν είναι καθόλου δεδομένο και αποκτά ιδιαίτερη και κρίσιμη σημασία για τη σταθερότητα μιας περιοχής και για τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Σε κράτη-κλειδιά, όπως είναι η Κούβα, η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία, η Βόρεια Κορέα κ.ά., είναι οφθαλμοφανές το τι διακυβεύεται. Εκτιμάται, για παράδειγμα, ότι υπήρξε αδυναμία της CIA να διαγνώσει ότι ο σάχης της Περσίας έπασχε από καρκίνο, κάτι που ο ίδιος και το περιβάλλον του απέκρυπταν επιμελώς. Αυτό είχε ως συνέπεια να αλλοιωθεί η συμπεριφορά του από τα φάρμακα και τη θεραπεία και να επηρεαστεί η βούλησή του να αντιδράσει αποτελεσματικά προτού τα πράγματα στην Τεχεράνη ξεφύγουν από τον έλεγχό του.'

Μάριος Ευρυβιάδης & Μιχάλης Ιγναντίου, CIA-, Ο Απόρρητος Φάκελος του Ανδρέα, εκδ. Α. Α. Λιβάνη

HOTS ON FOR NOWHERE [ΔΕΝ ΕΧΩ ΟΡΕΞΗ ΓΙΑ ΠΟΥΘΕΝΑ]

Την πάτησα μέσα στην τρέλα μου
Και δε θα μπορούσε να ειναι η τρέλα της ημέρας
Όταν έμαθα πως χάθηκε ο χρόνος μου
Ένα δάκρυ κύλησε καθώς έστρυψα για να φύγω

Τώρα έχω φίλους που θα με παρηγορήσουν
Σε περίπτωση που πέσω
Ο χρόνος και η νύφη του γερνάνε
Έχω φίλους που δεν πρόκειται να μου δώσουν το παραμικρό

Γωνία Bleeker και πουθενά
Στη γη του δεν-ξημέρωσε-ακόμη
Ένα ρίγος διαπερνά τη ραχοκοκαλιά μου
Το πρόσωπο στον καθρέφτη αρχίζει να γκριζάρει

Κοίταξα γύρω να βρω και να δέσω τον τάρανδρο στο έλκηθρο
Έψαξα πολύ προσπαθώντας να κάνω τη μέρα πιο φωτεινή
Γύρισα να ψάξω τον χιονάνθρωπο
Και προς μεγάλη μου έκπληξη είχε λειώσει

Καθώς το φεγγάρι και τ’ αστέρια ανακαλούν την τάξη
Μέσα στην παλίρροιά μου χορεύει και λικνίζεται η άμπωτη
Ο ήλιος στη ψυχή μου βυθίζεται όλο και πιο χαμηλά
Καθώς η ελπίδα στα χέρια μου γίνεται πηλός
Δεν ζητάω να γεμίσει το χωράφι μου με τριφύλλι
Δεν θρηνώ στο κατώφλι κάθε ευκαιρίας
Κι αν θέλεις τη συμβουλή μου, πάρε τη ζωή με το μαλακό
Και τότε η ιστορία σου θα είναι η πιο τρανή ανταμοιβή

Χαμένος στο μονοπάτι των κατορθωμάτων
Ψάχνω στα μάτια των σοφών
Όταν μάτωσα εκ βαθέων
Άρχισα να ματώνω χωρίς προσωπείο

Τώρα όλα είναι τέλεια κάτω από τον ουρανό
Κάθε τόσο χρειάζεται να βρίσκεις χρόνο να σταματάς
Όταν πατάς γερά στο έδαφος, μην χαζολογάς
Γιατί θα καταλήξεις σε μια βάρκα χωρίς κουπιά

Έλα μωρό μου, έλα μωρό μου, έλα μωρό μου
Έχασα τον δρόμο μου
Έλα μωρό μου, έλα μωρό μου
Δεν ξέρω πού θα τον βρω
Έλα μωρό μου, έλα μωρό μου
Θέλεις να μάθεις;
Θέλεις, στ’ αλήθεια να με βοηθήσεις, ε;

Θα σου πω κάτι, μωρό μου
Θα σου πω
Ότι νιώθω τόσο καλά που πρέπει να είναι το σωστό

Τώρα μωρό μου
Θα σου πω
Ότι νιώθω τόσο καλά που πρέπει να είναι το σωστό...

*

ΣΤΡΙΦΟΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΑΛΟΓΑΚΙΑ ΤΟΥ ΛΟΥΝΑ ΠΑΡΚ [CAROUSELAMBRA]

Οι αδερφές στην άκρη του δρόμου περνάνε την ώρα τους ειρηνικά
Περιμένουν τη σειρά τους μέσα στον δακτύλιο της ηρεμίας
Έτοιμες να δραπετεύσουν μέσα σε δευτερόλεπτα
Περιμένουν το κάλεσμα που ξέρουν ότι μπορεί να μην έρθει ποτέ
Σε ανέμελες ώρες κανένας εισβολέας δεν τόλμησε
Να βάλει σε κίνδυνο την πίστα, να ενοχλήσει την κούρσα
Όλα ήταν χαρούμενα και τα χέρια υψωμένα προς τον ήλιο
Καθώς ο έρωτας ξεχείλιζε από το κέρας της Αμάλθειας

Ωστόσο, μέσα στην ατάραχη ευδαιμονία της εξαιρετικής γιορτής
Ατέλειωτοι χωροί έριξαν τη σκιά τους στη μέρα
Μέσα στους τοίχους τους, κρατάνε την τρομερή αμορφία τους
Φύλαξαν τη χαρά τους και κράτησαν τις αμφιβολίες τους μακριά
Απρόσωπες λεγεώνες ήταν έτοιμες να θρηνήσουν
Στρίψε ένα νόμισμα και θα αποκατασταθεί η φιλονικία
Και πριν καν τα σκεφτείς θα γίνουν όλα
Αλλά κανείς έτσι κι αλλιώς δεν το αμφισβήτησε

Πόσο επιδέξια αγρυπνά το μάτι του πεπειραμένου κυνηγού πάνω στη χώρα
Αναζητώντας τους ανυποψίαστους και τους αδύναμους
Κι ανήμπορος ο παραμυθένιος έκατσε, η αυταρέσκειά του δεν του επέτρεψε καν να σηκώσει το χέρι του
Προς τον εχθρό που απειλούσε από τον βυθό
Ποιος νοιάζεται να σκουπίσει τα δάκρυα από τα μάγουλα εκείνων που θλιμμένοι
Περιπλέουν άσκοπα σε μια θάλασσα ανώφελων λόγων;
Ρίξε την κατάρα και κάνε τη σκηνή όπως ήταν προσχεδιασμένη
Δεν υπάρχει καμιά καλή ανάμνηση που δεν μπορούμε να φτάσουμε

Πού ήταν η υπόσχεσή σου, πού πήγες;
Πού ήταν η βοήθειά σου, πού ήταν το τόξο σου; Το τόξο
Η πανοπλία έχασε τη λάμψη της, η μέρα είναι κρύα
Δύσκολο ήταν το ταξίδι, σκοτεινός ο δρόμος. Ο δρόμος
Άκουσα την υπόσχεση, δεν μπορώ να μείνω. Ω
Δεν θα άντεχα άλλη μια μέρα, άλλη μια μέρα
Άλλη μια μέρα, άλλη μια μέρα

Συγκινημέοι από την έγκαιρη άφιξη
Ξύπνησαν από τον ύπνο του φύλακα
Απαλλάσσονται από τα δεσμά, πετάνε το κλειδί
Τώρα βρίσκονται ανάμεσα σε εκείνους που ξέρουν
Αναπαύονται εν ειρήνη
Δοκιμάζουν το φρούτο, αλλά φυλάνε τον σπόρο

Έπρεπε να μείνουν!

Τώρα βρίσκονται ανάμεσα σε εκείνους που ξέρουν
Αναπαύονται εν ειρήνη
Δοκιμάζουν το φρούτο, αλλά φυλάνε τον σπόρο

από το Led Zeppelin, μτφρ. Βασίλης Κοντόπουλος, εκδ. Σιγαρέτα

Εξώφυλλο: Φρίντριχ Ένγκελς, Διαλεκτική της Φύσης

'Όλες τις δραστηριότητες της διάνοιας: επαγωγή, παραγωγή και συνεπώς αφαίρεση (οι έννοιες γένους της Διδώς: τετράποδα και δίποδα), ανάλυση άγνωστων αντικειμένων (ήδη το σπάσιμο ενός καρυδιού είναι η αρχή της ανάλυσης) και την συνένωση των δύο, δηλ. τον πειραματισμό (με καινούργια εμπόδια και σε άγνωστες καταστάσεις), τις έχουμε κοινές με τα ζώα. Ως προς την υφή τους είναι όλες ανεξαίρετα αυτές οι μέθοδοι -δηλ. όλα τα μέσα της επιστημονικής έρευνας, όσα αναγνωρίζει η καθημερινή λογική- εντελώς όμοιες στον άνθρωπο και στα ανώτερα ζώα. Μόνο ως προς τον βαθμό (της εξέλιξης της εκάστοτε μεθόδου) είναι διαφορετικές.'

Φρίντριχ Ένγκελς, Διαλεκτική της Φύσης, μτφρ. Ευτύχης Μπιτσάκης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑