Παιδί με τ’ ασυννέφιαστο το μέτωπο, τ’ αγνό
Και με τα μάτια που απορούν και ονειροπολούνε,
Ξέρεις, κι αν φύγει ο καιρός, γοργός σαν τον καπνό
Κι ο δρόμος σου κι ο δρόμος μου χαθούν και χωριστούνε,
Σίγουρα θα χαμογελάς κι ευτυχισμένη θα ’σαι
Αυτό το παραμύθι-δώρο αγάπης σαν θυμάσαι.
Το λαμπερό σου πρόσωπο δε θα ’χω δει καιρό
Στ’ αφτιά μου, τ’ ασημένια σου γέλια δε θ’ αντηχούνε
Και δε θα με ξανασκεφτείς καθόλου πια, θαρρώ,
Στης νιότης σου τα όμορφα τα χρόνια που θα ’ρθούνε.
Μα είναι ωστόσο αρκετό, που τώρα θα καθίσεις
Αυτό το παραμύθι μου να παρακολουθήσεις.
Το παραμύθι π’ άρχισε σε μακρινό καιρό
Τότε που του καλοκαιριού ήλιος φεγγοβολούσε
Κι η ιστορία, στα κουπιά που σκίαζαν το νερό
Σαν αρμονία μυστική, κρυφό ρυθμό κρατούσε
Ξέρε το, τον απόηχο στη μνήμη θα φυλάξεις
Κι ας επιβάλλει ο φθονερός χρόνος να τον ξεχάσεις.
Έλα ν’ ακούσεις, πριν φωνή του φόβου ακουστεί
Και μας ταράξει, μα πικρά μηνύματα γεμάτη.
Πριν μια μοναχική μελαγχολία μας νοιαστεί
Και μας καλέσει σε σκληρό, αφιλόξενο κρεβάτι.
Παιδιά είμαστε, παιδάκι μου, παιδιά μεγάλα τώρα
Που τρέμουν περιμένοντας να ’ρθει του ύπνου η ώρα.
Έξω το χιόνι είναι πυκνό και κάνει παγωνιά
Της καταιγίδας άνεμοι φυσάνε με μανία
Μέσα, ζεστά, λάμπες, φωτιά στο τζάκι, στη γωνιά
Κι είναι φωλιά απάνεμη η παιδική ηλικία.
Τα λόγια αυτά τα μαγικά σ’ έχουν προστατευμένη
Να μην τη νιώσεις την πνοή που θα σε παρασέρνει.
Ακόμα κι αν υπάρχει μια σκιά αναστεναγμού
Κι αθέατη διαπερνά την ιστορία με ρίγη
Θλίψης σκιά, για το χαμό λαμπρού καλοκαιριού
Και για τις μέρες τις χρυσές, αυτές που θα ’χουν φύγει,
Δε θα αγγίξει, τη χαρά με θλίψη θα βαρύνει
Και μες στο παραμύθι μας μόνο χαρά θα μείνει.
Λιούις Κάρολ, από το 'Μέσα απ’ τον Καθρέφτη', Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων & Μέσα απ’ τον Καθρέφτη, μτφρ. Παυλίνα Παμπούδη, εκδ. Printa
φωτογραφίαεπανέρχεται