
'[…] Η όψη του είχε αλλάξει. Δεν είχε πλέον την εμφάνιση εκείνου που είχε νικήσει τον καρκίνο: ήταν ακόμα εξαιρετικά αδύνατος και τα μαλλιά του ήταν ακόμα κοντά και αραιά όταν ολοκλήρωσε το Ζω για να τη διηγούμαι το 2002. Τώρα, ήταν όπως πάντα· μπροστά μου είχα απλώς μια πιο γερασμένη έκδοση του άνδρα που είχα γνωρίσει μεταξύ 1990 και 1999. Αλλά είχε την τάση να ξεχνάει πράγματα. Με την κατάλληλη προτροπή, μπορούσε να θυμηθεί περισσότερα πράγματα από το μακρινό παρελθόν ―αν και όχι πάντα τους τίτλους από τα μυθιστορήματά του― και να συμμετέχει σε μια αρκετά κανονική, ακόμα και χιουμοριστική, συνομιλία. Ωστόσο, η βραχυπρόθεσμη μνήμη του ήταν εύθραυστη και ήταν εμφανές ότι αυτό τον ανησυχούσε, καθώς και η φάση στην οποία εισερχόταν. Αφού μιλήσαμε για το έργο του και τα σχέδιά του για λίγο, μου είπε ότι δεν ήταν σίγουρος αν θα έγραφε άλλο. Μετά μου είπε σχεδόν παραπονιάρικα: «Έχω γράψει αρκετά, έτσι δεν είναι; Κανείς δεν έμεινε απογοητευμένος, δεν μπορούν να περιμένουν άλλα από μένα, σωστά;»
Καθόμασταν σε τεράστιες μπλε πολυθρόνες σε μια απομονωμένη αίθουσα στο ξενοδοχείο, που έβλεπε στον νότιο περιφερειακό δρόμο της Πόλης του Μεξικού. Έξω, ήταν ο εικοστός πρώτος αιώνας που πετούσε και έφευγε. Οκτώ λωρίδες κυκλοφορίας που δεν άδειαζαν ποτέ από αυτοκίνητα.
Με κοίταξε και μου είπε: «Ξέρεις, μερικές φορές με πιάνει κατάθλιψη».
«Πώς; Εσύ, Γκάμπο, εσύ που έχεις πετύχει τόσα; Αποκλείεται. Γιατί;»
Έκανε νόημα προς τον κόσμο που ανοιγόταν πίσω από το παράθυρο (τον μεγάλο δρόμο, τη σιωπηλή ένταση όλων αυτών των απλών ανθρώπων που κάνουν τις καθημερινές δραστηριότητές τους σε έναν κόσμο που δεν είναι πλέον δικός του), μετά με κοίταξε πάλι και μουρμούρισε: «Καταλαβαίνω ότι όλα αυτά τελειώνουν».'
Τζέραλντ Μάρτιν, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: Η Βιογραφία του, μτφρ. Άδωνις Σάμψων, εκδ. Μικρή Άρκτος
