προγραφές

Εξώφυλλο: Μαριέλ Νικόδημος, 40 Γράμματα Πένθους: Επιστολική Κομεντί

Αγαπημένη μου,
Βλέπεις πόσο καλή σκηνοθέτις είμαι, βλέπεις πώς οργανώνω μεθοδικά τον αφανισμό μου, με ανθρωπιά και αξιοπρέπεια, ο μεγάλος πόνος δεν βοηθά τη ζωή, η αγρύπνια ναρκώνει σιγά σιγά τις επιθυμίες, βαδίζω σιωπηρά προς το τέλος· δεν είναι έγκλημα να πεθαίνεις από παράφορη αγάπη. Δεν λύγισα και το ξέρεις, δεν συγχρωτίστηκα με εγκληματίες, με κιβδηλοποιούς, με κλέφτες, είδα πολλές φορές το ξημέρωμα, την ώρα που το μαύρο μετανιώνει για την επιμονή του και υποχωρεί, η νύχτα λυγίζει, εγώ όχι. «Πάμε να φύγουμε από δω» μου λέει ο Αυτοκράτορας, αλλά κανείς δεν του απαντά, ούτε Εγώ ούτε Εκείνη. Πάλεψα, αντιστάθηκα, κρατήθηκα γιατί σε είχα δει να σκοτώνεις, δεν θέλω να μετρήσω τις δολοφονικές σου απόπειρες εναντίον μου, θυμάμαι αμυδρά την τελευταία, τη χθεσινή. Την έγραψα με μαύρο μολύβι, τη μίλησα στη σιωπή, κι ύστερα είπα ήρθε η ώρα: βούτηξα τα χέρια μου σε σινική μελάνη και άφησα τα δακτυλικά μου αποτυπώματα πάνω στις λέξεις με το μολύβι, ήταν λέξεις αληθινές όπως εκείνες που γράφαμε παλιά στο σχολείο, αυτές που τώρα ψέγεται, στον σκουπιδότοπό του, ο μέγας και τρανός αυνανιστής σου, το γελοίο υποκείμενο, το καρκίνωμα που θα σε τελειώσει. Κάθε φορά που ακουμπά το χέρι στο αιδοίο σου φτύνω αίμα, έτσι το καταλαβαίνω, έτσι βιώνω τις ανάπηρες και αποτυχημένες συνουσίες σας, την ώρα που αγκομαχείς καταπίνοντας μισό γραμμάριο ασθενικό σπέρμα για να το κάνεις εμετό στα δημόσια ουρητήρια. Πάλι τον κουβαλήσανε απόψε δυο λεγεωνάριοι στην Cloaca με την κωλοτρυπίδα να πυορροεί. Τον ακουμπάς αλλά πάσχει από αφλογιστία, φοράς το πλαστικό γάντι και ερεθίζεται, αλλά that’s all και το ξέρεις· δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, ονειρεύεσαι το σώμα μου, ονειρεύεσαι την αγκαλιά μου, ονειρεύεσαι τα χάδια μου. Όχι, δεν ντρέπομαι, ήταν όμορφα, γλυκά και αθώα, ήταν αγάπη γεμάτη φως, έτσι την ένιωθα, έτσι τη ζούσα και έτσι τη ζω ακόμη, έτσι μου έλεγες χθες στο τηλέφωνο. Σε πίστεψα. «Πάμε» μου λέει ο Ηλιογάβαλος, «πάμε στην κόλαση, αφού το θέλεις, απόψε θα τα δεις όλα».
Ανοίγει το καπάκι και κατεβαίνουμε στην Cloaca, κρατώ τα κομμένα χέρια μου, το αίμα στάζει πάνω στο χώμα, πάνω στη βρόμα, πάνω στα ερπετά, πάνω στα περιττώματα, αλλά πάντα κυκλικά, συμμετρικά, οι κόκκινες βούλες η μια μετά την άλλη. Περνάμε από δαιδαλώδεις διαδρόμους, στην άκρη περιμένει γυμνή η αδελφή Ζηναΐς, με σπρώχνει πάνω σε έναν βρόμικο καναπέ και παίρνει την τσάντα μου. «Πρέπει να ειδοποιήσουμε κάποιον δικό της» λέει και παίζει με το τηλέφωνό μου. «Δεν έχω κανέναν» της απαντώ. Δίπλα από μένα, πάνω σε μια σανίδα, ο πορνοκόπος σου, από την κωλοτρυπίδα του ένας λόχος σαρκοβόρες πεταλούδες, οι δικές σου. «Thysania agrippinahomicidarius;» του λέω ειρωνικά· δεν απαντά. Τα μάτια του είναι γυρισμένα, στα γένια του κίτρινοι αφροί, αυτό που ακούγεται δεν είναι ροχαλητό αλλά επιθανάτιος ρόγχος. Τα κατάφερα, τον σκότωσα, τον αφάνισα, με μια απλή κίνηση, με μια προσευχή, με ένα παράπονο, με ένα ξόρκι που δεν έχω πει σε κανέναν, ένα ξόρκι που είναι ραμμένο, αν κάποτε το ξεχάσω, στο πανί με τα γαλάζια πουλιά. Γι’ αυτό επιμένω να μου το επιστρέψεις, δεν θέλω να αφήνω φονικό όπλο στα χέρια σου, φοβάμαι πως θα κάνεις κατάχρηση. Έρχονται δυο λεγεωνάριοι, παίρνουν όλα μου τα πράγματα, αλλά δεν μπορώ να μιλήσω, δεν έχω φωνή, χτυπιέμαι σαν ψάρι, με δένουν με δυο πέτσινα λουριά και μου δίνουν να πιω το κάτουρό τους, δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Από πάνω μου η Ζηναΐς, γυμνή όπως είναι εκπέμπει μια παράξενη, μια αρρωστημένη θερμότητα. Βάζει στο χέρι μου ένα ξύλινο ψάρι σαν αυτά του Βιτρούβιου και με ρωτάει «Τι κάνει η καλή σου;» Προσπαθώ να της δώσω να καταλάβει πως δεν μπορώ να μιλήσω. «Αύριο» μου λέει και φεύγει. Σκοτάδι. Ακούω μόνο τον Ηλιογάβαλο να ουρλιάζει: «Πλάνο 37».
Ξύπνησα στον ίδιο σκοτεινό διάδρομο δεμένη πάνω στον ίδιο βρόμικο καναπέ, μόνη μου, με το ξύλινο σκαλιστό ψάρι δίπλα μου· εφιαλτικό. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτά τα ξυλόγλυπτα ψάρια με αναστατώνουν, τώρα τα βλέπω παντού, πολλαπλασιάζονται, πετούν, απειλούν, χτυπούν πάνω μου με δύναμη και το δέρμα μου γεμίζει κόκκινες κηλίδες, θαρρώ πως είναι σαρκοβόρα, πως θα με φάνε ζωντανή, όλο και πιο ξύλινα, όλο και πιο σκαλιστά, όλο και πιο υστερικά. Περιμένω να μάθω γιατί ξέρω πως μια ζαριά ποτέ δεν θα καταργήσει το τυχαίο, έφτασα ίσαμε εδώ για να γνωρίσω καλύτερα αυτή που με τράβηξε στον σκουπιδότοπο και με κουρέλιασε, αυτή που πίσω από τη θλίψη του θύματος κρύβει τον θύτη. Εσένα.

Μαριέλ Νικόδημος, 40 Γράμματα Πένθους: Επιστολική Κομεντί, εκδ. Εξάντας

·

↑