προγραφές

Εξώφυλλο: Πιερ Μανάν, Οι Μεταμορφώσεις της Πόλεως: Δοκίμιο για τη Δυναμική της Δύσης

'Μία από τις συμφορές που ακολούθησαν την κατάληψη της Ρώμης ήταν βέβαια και η τύχη των γυναικών. Ο βιασμός αποτελεί μέρος της consuetudobellorum, και οι στρατιώτες του Αλάριχου, παρά την καινοφανή ηπιότητά τους, σε αυτό το σημείο ακολούθησαν το έθιμο. Κάποιες γυναίκες προτίμησαν να αυτοκτονήσουν παρά να υποστούν τέτοια προσβολή. Ποια ανθρώπινη καρδιά (quis humanus affectus) θα τους αρνιόταν τη συγχώρεση για μια πράξη που είναι από μόνη της εγκληματική, αφού πρόκειται για ανθρωποκτονία; Αντιστρόφως, θα ήταν απερίσκεπτο να κατηγορήσει κανείς εκείνες που δεν αυτοκτόνησαν, αρνούμενες να αποφύγουν, με αυτό το έγκλημα, το έγκλημα ενός άλλου. Επομένως, ο Αυγουστίνος δεν κρίνει πρόσωπα. Αυτή η επιφύλαξη δεν τον εμποδίζει όμως να προβεί, στη συνέχεια, σε μια λεπτομερή ανάλυση -κάποτε, μάλιστα, λεπτομερέστερη από όσο θα θέλαμε- των ηθικών προβλημάτων που θέτει το γεγονός του βιασμού. Όπως λέει ο ίδιος, η πραγμάτευσή μας (nostra disputatio) θα πρέπει να ακολουθήσει τη στενωπό μεταξύ αιδούς και λογικής (interpudorem atque rationem). Για να φτάσουμε στη σωστή κατανόηση της αγνότητας (pudicitia), πρέπει να νικήσουμε ή να υπερβούμε ως έναν βαθμό την αιδώ ή την ντροπή (pudor). Πράγματι, το σφάλμα, το λάθος, των γυναικών που αυτοκτονούν για να αποφύγουν τον βιασμό έγκειται στη σύγχυση ανάμεσα σε pudicitia και pudor. Πιο συγκεκριμένα, η pudicitia ξέρει να διακρίνει ανάμεσα στην ψυχή και το σώμα, το εκούσιο και το ακούσιο, ενώ η pudor τείνει να τα συγχέει. Το θεμελιώδες σημείο είναι το ακόλουθο: μια γυναίκα δεν έχει τίποτα να τιμωρήσει με εκούσιο θάνατο αφού, βιασμένη, χωρίς τη συγκατάθεσή της, είναι το θύμα της αμαρτίας ενός άλλου.
Για να αναπτύξει την ανάλυσή του, ο Αυγουστίνος αποσπάται από το δράμα που μόλις ξετυλίχτηκε, και εξετάζει –ή επανεξετάζει– μια διάσημη περίπτωση αυτοκτονίας από αγνότητα και αιδώ, ίσως τη διασημότερη, εκείνη της Λουκρητίας.
Η Λουκρητία ήταν ανέκαθεν στη Ρώμη το αντικείμενο μεγάλων επαίνων. Ήταν, για τους Ρωμαίους, μια ηρωίδα της αγνότητας.Ο Αυγουστίνος ξεκινά προσυπογράφοντας την παραδεδομένη εκτίμηση. Πρέπει όμως, άραγε, να τη θεωρήσει κανείς μοιχαλίδα ή αγνή; Ποιος να φανταζόταν πως η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα ήταν δύσκολη. Και αναφέρει τη «λαμπρή και πολύ ορθή» ρήση κάποιου αγορητή: «Ήταν δύο, ένας όμως διέπραξε τη μοιχεία».
Στη συνέχεια, ο Αυγουστίνος παρουσιάζει τα πράγματα από εντελώς διαφορετική οπτική. Απευθύνεται στους νόμους και τους δικαστές της Ρώμης. Μια αγνή και αθώα γυναίκα σκοτώθηκε. Ανακοινώστε, λοιπόν, την καταδίκη του ενόχου. Μα ο ένοχος είναι η ίδια η αγνή και αθώα γυναίκα, είναι η ίδια η Λουκρητία. Βέβαια, δεν μπορείτε να την έχετε μπροστά σας για να την τιμωρήσετε, αλλά γιατί να την επαινέσετε; Γιατί να εγκωμιάσετε με τόση έμφαση τη φόνισσα μιας αγνής και αθώας γυναίκας;
Έπειτα ο Αυγουστίνος θα θέσει ερωτήματα που κάνουν την pudor να ερυθριά. Διακινδυνεύει σε μονοπάτια όπου διστάζουμε να τον ακολουθήσουμε. Μήπως η Λουκρητία ήξερε κάτι που εμείς δεν ξέρουμε; Μήπως ήξερε ότι δεν ήταν αθώα, επειδή αισθάνθηκε ευχαρίστηση, παρά τη βιαιότητα της πράξης. Ιδού, λοιπόν, το δίλημμα: αν συγκατένευσε ως έναν βαθμό στη μοιχεία, γιατί την εγκωμιάζουμε; Και αν παρέμενε αγνή, γιατί αυτοκτόνησε;
Ο Αυγουστίνος, όμως, δεν θέλει να εξετάσει άλλο αυτή την πιθανότητα. Την αφήνει κατά μέρος. Αναγνωρίζει πρόθυμα ότι η Λουκρητία δεν είχε καμία ανάμειξη σε αυτό το έγκλημα, στο οποίο υπήρξε θύμα και μόνο. Το ερώτημα όμως επανέρχεται: Τότε, γιατί αυτοκτόνησε; Ποιος ήταν ο λόγος αυτής της πράξης; Ο Αυγουστίνος απαντά: «Δεν πρόκειται για αγάπη της αγνότητας, αλλά για αδυναμία που γεννιέται από την ντροπή [non estpudicitiate caritas, sed pudoris infirmitas]». Όπως είπα, η pudor διακρίνεται από την pudicitia ως προς το ότι συγχέει την ψυχή και το σώμα, το εκούσιο και το ακούσιο. Διαπράτει αυτή τη σύγχυση επειδή βλέπει τα πράγματα απ’ έξω, όπως τα βλέπουν οι άλλοι ή, μάλλον, όπως δεν τα βλέπουν, ανίκανοι να δουν ό,τι συμβαινει μες στην ψυχή. Η Λουκρητία ήταν «μια Ρωμαία που την παραένοιαζε η δόξα της». Φοβόταν μήπως οι συμπολίτες της πιστέψουν ότι είχε συμμετοχή στο έγκλημα. Για αυτό παρουσίασε τον θάνατό της στα μάτια των ανθρώπων ως μάρτυρα της σκέψης της, αφού δεν μπορούσε να τους δείξει το άδυτο της συνείδησής της (conscientiam demonstrate nonpotuit). Με αυτή την πράξη, η Λουκρητία επιχείρησε το αδύνατο: να αποκαλύψει αυτό που δεν μπορεί να ιδωθεί, αυτό που παραμένει κατ’ ανάγκην αόρατο. Εγχείρημα αδύνατο, αλλά πειρασμός σχεδόν ακατανόητος για μια έντιμη γυναίκα.'

Πιερ Μανάν, Οι Μεταμορφώσεις της Πόλεως: Δοκίμιο για τη Δυναμική της Δύσης, μτφρ. Χρήστος Μαρσέλλος, εκδ. Πόλις

· · ·

↑