προγραφές

Εξώφυλλο: Επίκουρος, Επίκουρος: Επιστολή προς Μενοικέα. Κύριαι Δόξαι. Επίκουρου Προσφώνησις

'Συνέθιζε δὲ ἐν τῷ νομίζειν μηδὲν πρὸς ἡμᾶς εἶναι τὸν θάνατον· ἐπεὶ πᾶν ἀγαθὸν καὶ κακὸν ἐν αἰσθήσει· στέρησις δέ ἐστιναἰσθήσεως ὁ θάνατος. Ὅθεν γνῶσις ὀρθὴ τοῦ μηθὲν εἶναι πρὸς ἡμᾶς τὸν θάνατον ἀπολαυστὸν ποιεῖ τὸ τῆς ζωῆς θνητόν, οὐκ ἄπειρον προστιθεῖσα χρόνον, ἀλλὰ τὸν τῆς ἀθανασίας ἀφελομένη πόθον. Οὐθὲν γάρ ἐστιν ἐν τῷ ζῆν δεινὸν τῷ κατειληφότι γνησίως τὸ μηδὲν ὑπάρχειν ἐν τῷ μὴ ζῆν δεινόν. Ὥστε μάταιος ὁ λέγων δεδιέναι τὸν θάνατον οὐχ ὅτι λυπήσει παρών, ἀλλ᾽ ὅτι λυπεῖ μέλλων. Ὅ γὰρ παρὸν οὐκ ἐνοχλεῖ, προσδοκώμενον κενῶς λυπεῖ. Τὸ φρικωδέστατον οὖν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡμᾶς, ἐπειδήπερ ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν, ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν, ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ, τόθ᾽ ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν.'

*

'Ἡ μὲν σὰρξ ἀπέλαβε τὰ πέρατα τῆς ἡδονῆς ἄπειρα καὶ ἄπειρος αὐτὴν χρόνος παρεσκεύασεν· ἡ δὲ διάνοια τοῦ τῆς σαρκὸς τέλους καὶ πέρατος λαβοῦσα τὸν ἐπιλογισμὸν καὶ τοὺς ὑπὲρ τοῦ αἰῶνος φόβους ἐκλύσασα τ῀ον παντελῆ βίον παρεσκεύασε, καὶ οὐθὲν ἔτι τοῦ ἀπείρου χρόνου προσεδεήθη· ἀλλ’ οὔτε ἔφυγε τὴν ἡδονὴν οὐδ’ ἡνίκα τὴν ἐξαγωγὴν ἐκ τοῦ ζῆν τὰ πράγματα παρασκεύαζεν, ὡς ἐλλείπουσά τι τοῦ ἀρίστου βίου κατέστρεψεν.'

*

'Τῶν πλείστων το μὲν ἡσυχάζον ναρκᾷ, τὸ δὲ κινούμενον λυττᾷ.'

* * *

'Νὰ συθνηθίζεις στὴν ἰδέα ὅτι ὁ θάνατος εἶναι γιὰ μᾶς ἕνα τίποτα· γιατὶ κάθε καλὸ καὶ κάθε κακὸ ἔγκειται στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο γίνεται αἰσθητό — καὶ ὁ θάνατος εἶναι στέρηση τῆς αἴσθησης. Ἡ ἐπίγνωση, ἔτσι, ὅτι ὁ θάνατος εἶναι γιὰ μᾶς ἕνα τίποτα μᾶς κάνει εὐχάριστη τὴ θνητὴ ζωή μας, ὄχι γιατὶ προσθέτει ἄπειρο χρόνο σ’ αὐτὴν ἀλλὰ γιατὶ ἀφαιρεῖ τὸν πόθο τῆς ἀθανασίας. Γιατὶ τίποτε μέσα στὴ ζωὴ δὲν εἶναι φοβερὸ γιὰ ὁποιον ἔχει στ’ ἀλήθεια κατανοήσει ὅτι τίποτε φοβερὸ δὲν ὑπάρχει στὸ νὰ μὴ ζεῖ κανείς. Εἶναι ὡς ἐκ τούτου ἀνόητος ὅποιος λέει ὅτι φοβᾶται τὸν θάνατο ὄχι ἐπειδὴ θὰ ὑποφέρει σὰν ἔρθει ὁ θάνατος, ἀλλὰ ἐπειδὴ τοῦ εἶναι δυσάρεστη ἡ ἱδέα ὅτι πρόκειται νὰ ’ρθει ὁ θάνατος. Γιατὶ ἀδίκως θλιβόμαστε περιμένοντας ἕνα πράγμα ποὺ σὰν τό ’χουμε δίπλα μας δὲν ἐνοχλεῖ. Τὸ πιὸ φρικτὸ λοιπὸν ἀπ’ ὅλα τὰ ἄσχημα πράγματα, ὁ θάνατος, εἶναι γιὰ μᾶς ἕνα τίποτε, ἀκριβῶς γιατὶ ὅταν ἐμεῖς, ὑπάρχουμε ὁ θάνατος δὲν εἶναι κοντά μας, κι ὅταν πάλει ἔρθει ὁ θάνατος δίπλα μας, τότε πιὰ δὲν ὑπάρχουμε ἐμεῖς.'

*

'Γιὰ τὴ σάρκα τὰ ὅρια τῆς ἡδονῆς εἶναι ἀπέραντα, καὶ ἀπαιτεῖται ἄπειρος χρόνος γιὰ νὰ τὴν κατακτήσει. Ὁ νοῦς ὅμως, ὁ ὁποῖος κατανόησε τὸν σκοπὸ καὶ τὰ ὅρια τῆς σάρκας καὶ διέλυσε τὸν φόβο γύρω ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα, προσδιόρισε τὴν τέλεια ζωὴ καὶ διόλου πιὰ δὲν ἔχει ἀνάγκη τὸν ἀπέραντο χρόνο. Καὶ οὔτε ἀποφεύγει τὴν ἡδονὴ οὔτε, πάλι, ὅταν οἱ περιστάσεις τὸν φέρνουν κοντὰ στὴν ἔξοδο τοῦ βίου, κάνει σὰν νὰ τοῦ λείπει κάτι ἀπὸ τὴν τέλεια ζωή.'

*

'Στοὺς περισσότερους ἀνθρώπους ἡ ἀδράνεια εἶναι παράλυση καὶ ἡ δράση μανιασμένη λύσσα.'

Επίκουρος, Επίκουρος: Επιστολή προς Μενοικέα. Κύριαι Δόξαι. Επίκουρου Προσφώνησις, μτφρ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, εκδ. Στιγμή

·

↑