
Ι. ΓΥΝΑΙΚΑΙΟ ΣΩΜΑ, ΛΟΦΟΙ...
Γυναίκειο σῶμα, λόφοι λευκοί, πόδια κατάλευκα,
μοιάζεις τοῦ κόσμου ὅπως μοῦ δίνεσαι ἔτσι.
Τὸ ἀργασμένο κορμί μου ἄγρια σὲ σκάβει
καὶ σοῦ ἀναδύει τὸν υἱὸ καὶ λόγο ἀπὸ τῆς γαῖας τὰ ἔγκατα.
Εἴμουνα μόνος κι ἔρημος, σὰν τὸ τοῦνελ καληώρα.
Μὲ βλέπαν τὰ πουλιὰ καὶ φεὐγανε,
καὶ μέσα μου ὅρμαγε ἡ νύχτα πανίσχυρη καὶ καταλυτική.
Γιὰ νὰ μείνω ἐγὼ ζωντανός, ἔφτιαξα ἐσένανε ὅπλο,
σ’ ἔβαλα βέλος στὸ τόξο μου, στὴ σφεντόνα μου πέτρα.
Ἐπέστη ὅμως τῆς πληρωμῆς ὁ καιρός, κι ἐγὼ σ’ ἀγαπάω.
Σῶμα ἀπὸ χνούδι κι ἀπὸ μούσκλια
κι ἀπὸ ἄπληστο γάλα καὶ κραταιό.
Ὤ, τ’ ἀγγεῖα τοῦ στήθους! Ὤ, τὰ μάτια τῆς ἀπουσίας!
Ὤ, τοῦ ἐφήβαιου τὰ ρόδα! Ὤ, ἡ συρτὴ καὶ θλιμμένη φωνή σου!
Σῶμα τῆς δικιᾶς μου γυναίκας,
ὑπήκοος θά ’μια πιστὸς τῶν θελγήτρων σου.
Δίψα μου, πόθε μου ἀτελεύτητε, ἀβέβαιε δρόμε μου!
Σκοῦρες νεροσυρμές, ὅπου ἡ δίψα αἰώνια ἀκολουθεῖ,
καὶ ὁ κάματος ἀκολουθεῖ, καὶ ὁ καημὸς ὁ άπέραντος.
*
XII. ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΑΡΚΕΙ...
Γιὰ τὴν καρδιά μου ἀρκεῖ τὸ στῆθος σου,
γιὰ τὴν ἐλευθερία σου ἀρκοῦν τὰ φτερά μου.
Ἀπ’ τὸ δικό μου στόμα φτάνουν ὥς τὸν οὐρανὸ
ὅσα ἐκοιμοῦνταν στὴν ψυχή σου μέσα.
Μέσα σου στέκει τὸ ξεγέλασμα τῆς κάθε ἡμέρας.
Ἔρχεσαι σὰν τὴ δροσιὰ πάνω στὰ στόματα τῶν λουλουδιῶν.
Στέλνει στὰ καταχθόνια τοὺς ὁρίζοντες ἡ ἀπουσία σου.
Στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων ἀλαργεύοντας
σὰν τῆς θαλάσσης τὰ κύματα.
Καὶ εἶπα τότε πὼς ἐτραγούδαγες στὸν ἄνεμο.
ὡσὰν τὰ πεῦκα καὶ ὡσὰν τὰ κατάρτια τῶν πλοίων.
Σὰν πεῦκο εἶσαι ἐσὺ καὶ σὰν κατάρτι πανύψηλη καὶ ἀμίλητη.
Καὶ ξαφνικὰ μελαγχολεῖς, σὰν ἐπιβάτης σὲ μπάρκο.
Φιλόξενη, ἀνοιχτόκαρδη σὰ δρόμος παλιός.
Σὲ κατοικοῦν φωνὲς καὶ ἀντίλαλοι τῆς νοσταλγίας.
Ξυπνάω ἐγώ, καὶ τότε, κάπου-κάπου, ἀποδημοῦνε
τὰ πουλιὰ ποὺ ἐκοιμοῦνταν στὴν ψυχή σου μέσα.
Πάμπλο Νερούδα, Είκοσι Ερωτικά Ποιήματα και Ένα Τραγούδι Χωρίς Καμμιάν Ελπίδα, μτφρ. Γιώργος Κεντρωτής, εκδ. Τυπωθήτω
