
'ΚΑΛΙΚΛΗΣ. Πάνυ γε σφόδρα, ὦ Σώκρατες. ἐπεὶ πῶς ἂν εὐδαίμων γένοιτο ἄνθρωπος δουλεύων ὁτῳοῦν; ἀλλὰ τοῦτ’ ἐστὶν τὸ κατὰ φύσιν καλὸν καὶ δίκαιον, ὃ ἐγώ σοι νῦν παρρησιαζόμενος λέγω, ὅτι δεῖ τὸν ὀρθῶς βιωσόμενον τὰς μὲν ἐπιθυμίας τὰς ἑαυτοῦ ἐᾶν ὡς μεγίστας εἶναι καὶ μὴ κολάζειν, ταύταις δὲ ὡς μεγίσταις οὔσαις ἱκανὸν εἶναι ὑπηρετεῖν δι’ ἀνδρείαν καὶ φρόνησιν, καὶ ἀποπιμπλάναι ὧν ἂν ἀεὶ ἡ ἐπιθυμία γίγνηται. ἀλλὰ τοῦτ’ οἶμαι τοῖς πολλοῖς οὐ δυνατόν· ὅθεν ψέγουσιν τοὺς τοιούτους δι’ αἰσχύνην, ἀποκρυπτόμενοι τὴν αὑτῶν ἀδυναμίαν, καὶ αἰσχρὸν δή φασιν εἶναι τὴν ἀκολασίαν, ὅπερ ἐν τοῖς πρόσθεν ἐγὼ ἔλεγον, δουλούμενοι τοὺς βελτίους τὴν φύσιν ἀνθρώπους, καὶ αὐτοὶ οὐ δυνάμενοι ἐκπορίζεσθαι ταῖς ἡδοναῖς πλήρωσιν ἐπαινοῦσιν τὴν σωφροσύνην καὶ τὴν δικαιοσύνην διὰ τὴν αὑτῶν ἀνανδρίαν. ἐπεὶ ὅσοις ἐξ ἀρχῆς ὑπῆρξεν ἢ βασιλέων ὑέσιν εἶναι ἢ αὐτοὺς τῇ φύσει ἱκανοὺς ἐκπορίσασθαι ἀρχήν τινα ἢ τυραννίδα ἢ δυναστείαν, <τί ἂν> τῇ ἀληθείᾳ αἴσχιον καὶ κάκιον εἴη σωφροσύνης καὶ δικαιοσύνης τούτοις τοῖς ἀνθρώποις, οἷς ἐξὸν ἀπολαύειν τῶν ἀγαθῶν καὶ μηδενὸς ἐμποδὼν ὄντος, αὐτοὶ ἑαυτοῖς δεσπότην ἐπαγάγοιντο τὸν τῶν πολλῶν ἀνθρώπων νόμον τε καὶ λόγον καὶ ψόγον; ἢ πῶς οὐκ ἂν ἄθλιοι γεγονότες εἶεν ὑπὸ τοῦ καλοῦ τοῦ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς σωφροσύνης, μηδὲν πλέον νέμοντες τοῖς φίλοις τοῖς αὑτῶν ἢ τοῖς ἐχθροῖς, καὶ ταῦτα ἄρχοντες ἐν τῇ ἑαυτῶν πόλει; ἀλλὰ τῇ ἀληθείᾳ, ὦ Σώκρατες, ἣν φῂς σὺ διώκειν, ὧδ’ ἔχει· τρυφὴ καὶ ἀκολασία καὶ ἐλευθερία, ἐὰν ἐπικουρίαν ἔχῃ, τοῦτ’ ἐστὶν ἀρετή τε καὶ εὐδαιμονία, τὰ δὲ ἄλλα ταῦτ’ ἐστὶν τὰ καλλωπίσματα, τὰ παρὰ φύσιν συνθήματα ἀνθρώπων, φλυαρία καὶ οὐδενὸς ἄξια.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Οὐκ ἀγεννῶς γε, ὦ Καλλίκλεις, ἐπεξέρχῃ τῷ λόγῳ παρρησιαζόμενος· σαφῶς γὰρ σὺ νῦν λέγεις ἃ οἱ ἄλλοι διανοοῦνται μέν, λέγειν δὲ οὐκ ἐθέλουσιν. δέομαι οὖν ἐγώ σου μηδενὶ τρόπῳ ἀνεῖναι, ἵνα τῷ ὄντι κατάδηλον γένηται πῶς βιωτέον. καί μοι λέγε· τὰς μὲν ἐπιθυμίας φῂς οὐ κολαστέον, εἰ μέλλει τιςοἷον δεῖ εἶναι, ἐῶντα δὲ αὐτὰς ὡς μεγίστας πλήρωσιν αὐταῖς ἁμόθεν γέ ποθεν ἑτοιμάζειν, καὶ τοῦτο εἶναι τὴν ἀρετήν;
ΚΑΛ. Φημὶ ταῦτα ἐγώ.
ΣΩ. Οὐκ ἄρα ὀρθῶς λέγονται οἱ μηδενὸς δεόμενοι εὐδαίμονες εἶναι.
ΚΑΛ. Οἱ λίθοι γὰρ ἂν οὕτω γε καὶ οἱ νεκροὶ εὐδαιμονέστατοι εἶεν.
ΣΩ. Ἀλλὰ μὲν δὴ καὶ ὥς γε σὺ λέγεις δεινὸς ὁ βίος. οὐ γάρ τοι θαυμάζοιμ’ ἂν εἰ Εὐριπίδης ἀληθῆ ἐν τοῖσδε λέγει, λέγων—
τίς δ’ οἶδεν, εἰ τὸ ζῆν μέν ἐστι κατθανεῖν,
τὸ κατθανεῖν δὲ ζῆν;
καὶ ἡμεῖς τῷ ὄντι ἴσως τέθναμεν· ἤδη γάρ του ἔγωγε καὶ ἤκουσα τῶν σοφῶν ὡς νῦν ἡμεῖς τέθναμεν καὶ τὸ μὲν σῶμά ἐστιν ἡμῖν σῆμα, τῆς δὲψυχῆς τοῦτο ἐν ᾧ ἐπιθυμίαι εἰσὶ τυγχάνει ὂν οἷον ἀναπείθεσθαι καὶ μεταπίπτειν ἄνω κάτω, καὶ τοῦτο ἄρα τις μυθολογῶν κομψὸς ἀνήρ, ἴσως Σικελόςτις ἢ Ἰταλικός, παράγων τῷ ὀνόματι διὰ τὸ πιθανόν τε καὶ πειστικὸν ὠνόμασε πίθον, τοὺς δὲ ἀνοήτους ἀμυήτους, τῶν δ’ ἀνοήτων τοῦτο τῆς ψυχῆς οὗ αἱ ἐπιθυμίαι εἰσί, τὸ ἀκόλαστον αὐτοῦ καὶ οὐ στεγανόν, ὡς τετρημένος εἴη πίθος, διὰ τὴν ἀπληστίαν ἀπεικάσας. τοὐναντίον δὴ οὗτος σοί, ὦ Καλλίκλεις, ἐνδείκνυται ὡς τῶν ἐν Ἅιδου—τὸ ἀιδὲς δὴ λέγων—οὗτοι ἀθλιώτατοι ἂν εἶεν, οἱ ἀμύητοι, καὶ φοροῖεν εἰς τὸντετρημένον πίθον ὕδωρ ἑτέρῳ τοιούτῳ τετρημένῳ κοσκίνῳ. τὸ δὲ κόσκινον ἄρα λέγει, ὡς ἔφη ὁ πρὸς ἐμὲ λέγων, τὴν ψυχὴν εἶναι· τὴν δὲ ψυχὴν κοσκίνῳἀπῄκασεν τὴν τῶν ἀνοήτων ὡς τετρημένην, ἅτε οὐ δυναμένην στέγειν δι’ ἀπιστίαν τε καὶ λήθην. ταῦτ’ ἐπιεικῶς μέν ἐστιν ὑπό τι ἄτοπα, δηλοῖ μὴν ὃἐγὼ βούλομαί σοι ἐνδειξάμενος, ἐάν πως οἷός τε ὦ, πεῖσαι μεταθέσθαι, ἀντὶ τοῦ ἀπλήστως καὶ ἀκολάστως ἔχοντος βίου τὸν κοσμίως καὶ τοῖς ἀεὶπαροῦσιν ἱκανῶς καὶ ἐξαρκούντως ἔχοντα βίον ἑλέσθαι. ἀλλὰ πότερον πείθω τί σε καὶ μετατίθεσθαι εὐδαιμονεστέρους εἶναι τοὺς κοσμίους τῶνἀκολάστων, ἢ οὐδ’ ἂν ἄλλα πολλὰ τοιαῦτα μυθολογῶ, οὐδέν τι μᾶλλον μεταθήσῃ;
ΚΑΛ. Τοῦτ’ ἀληθέστερον εἴρηκας, ὦ Σώκρατες.
ΣΩ. Φέρε δή, ἄλλην σοι εἰκόνα λέγω ἐκ τοῦ αὐτοῦ γυμνασίου τῇ νῦν. σκόπει γὰρ εἰ τοιόνδε λέγεις περὶ τοῦ βίου ἑκατέρου, τοῦ τε σώφρονος καὶ τοῦἀκολάστου, οἷον εἰ δυοῖν ἀνδροῖν ἑκατέρῳ πίθοι πολλοὶ εἶεν καὶ τῷ μὲν ἑτέρῳ ὑγιεῖς καὶ πλήρεις, ὁ μὲν οἴνου, ὁ δὲ μέλιτος, ὁ δὲ γάλακτος, καὶ ἄλλοι πολλοὶ πολλῶν, νάματα δὲ σπάνια καὶ χαλεπὰ ἑκάστου τούτων εἴη καὶμετὰ πολλῶν πόνων καὶ χαλεπῶν ἐκποριζόμενα· ὁ μὲν οὖν ἕτερος πληρωσάμενος μήτ’ ἐποχετεύοι μήτε τι φροντίζοι, ἀλλ’ ἕνεκα τούτων ἡσυχίαν ἔχοι· τῷ δ’ ἑτέρῳ τὰ μὲν νάματα, ὥσπερ καὶ ἐκείνῳ, δυνατὰ μὲν πορίζεσθαι, χαλεπὰ δέ, τὰ δ’ ἀγγεῖα τετρημένα καὶ σαθρά, ἀναγκάζοιτο δ’ ἀεὶ καὶ νύκτα καὶ ἡμέραν πιμπλάναι αὐτά, ἢ τὰς ἐσχάτας λυποῖτο λύπας· ἆρα τοιούτου ἑκατέρου ὄντος τοῦ βίου, λέγεις τὸν τοῦ ἀκολάστου εὐδαιμονέστερον εἶναι ἢ τὸντοῦ κοσμίου; πείθω τί σε ταῦτα λέγων συγχωρῆσαι τὸν κόσμιον βίον τοῦ ἀκολάστου ἀμείνω εἶναι, ἢ οὐ πείθω;
ΚΑΛ. Οὐ πείθεις, ὦ Σώκρατες. τῷ μὲν γὰρ πληρωσαμένῳ ἐκείνῳ οὐκέτ’ ἔστιν ἡδονὴ οὐδεμία, ἀλλὰ τοῦτ’ ἔστιν, ὃ νυνδὴ ἐγὼ ἔλεγον, τὸ ὥσπερ λίθον ζῆν, ἐπειδὰν πληρώσῃ, μήτε χαίροντα ἔτι μήτε λυπούμενον. ἀλλ’ ἐν τούτῳ ἐστὶν τὸ ἡδέως ζῆν, ἐν τῷ ὡς πλεῖστον ἐπιρρεῖν.
ΣΩ. Οὐκοῦν ἀνάγκη γ’, ἂν πολὺ ἐπιρρέῃ, πολὺ καὶ τὸ ἀπιὸν εἶναι, καὶ μεγάλ’ ἄττα τὰ τρήματα εἶναι ταῖς ἐκροαῖς;'
*
'ΚΑΛΙΚΛΗΣ. Έτσι απολύτως, Σωκράτη. Πώς άλλωστε άνθρωπος δούλος στον οποιοδήποτε θα ήταν ευτυχισμένος; Τούτο όμως είναι το σύμφωνα με τη φύση ωραίο και δίκαιο, το οποίο σου αναφέρω τώρα με θάρρος, ότι δηλαδή αυτός που εννοείς να ζήσει σωστά πρέπει ν’ αφήνει τις επιθυμίες του να γίνουν όσο μεγαλύτερες και να μην τις εμποδίζει και να μπορεί να τις υπηρετεί, καθώς είναι μεγάλες, χάρη στην ανδρεία και στη φρόνησή του, και να ικανοποιεί αυτά που κάθε φορά αφορούν την επιθυμία του. Νομίζω όμως ότι τούτο δεν είναι δυνατό για τους πολλούς. Εξ αυτού κατηγορούν τους τέτοιου είδους ανθρώπους από ντροπή, κρύβοντας τη δική τους αδυναμία, και λένε πως η ακολασία είναι πράγμα άσχημο, κάτι που έλεγα κι εγώ προηγουμένως, υποδουλώνοντας τους ανθρώπους ανώτερης φύσης. Και κείνοι, επειδή δεν μπορούν να εξασφαλίσουν για τις ηδονές τους ικανοποίηση, επαινούν τη σωφροσύνη και τη δικαιοσύνη εξαιτίας της ανανδρίας τους. Άλλωστε για όσους συνέβη να είναι εξαρχής γιοι βασιλιάδων ή ήταν από τη φύση τους ικανοί να κατακτήσουν κάποια εξουσία ή τυραννίδα ή δυναστεία, τι θα ήταν στ’ αλήθεια χειρότερο από τη σωφροσύνη και τη δικαιοσύνη για τους ανθρώπους τούτους, οι οποίοι, παρ’ ότι έχουν τη δυνατότητα ν’ απολαμβάνουν τα αγαθά και κανείς να μην τους εμποδίζει, οι ίδιοι θα έθεταν κύριο του εαυτού τους τον νόμο των πολλών ανθρώπων, τον λόγο και την κατηγορία; Ή πώς δεν θα γινόταν δυστυχισμένοι από το καλό της δικαιοσύνης και της σωφροσύνης, μη μπορώντας να προσφέρουν περισσότερα στους φίλους των απ’ ό,τι στους εχθρούς, και τούτο ενώ κυβερνούν την πόλη; Όμως η αλήθεια, την οποία λες ότι αναζητάς, Σωκράτη, έτσι έχει· η τρυφηλότητα, η ακολασία και η ελευθερία, αν κάποιος έχει τη δυνατότητα, αυτά είναι αρετή και ευδαιμονία, και τα υπόλοιπα τούτα, τα στολίδια, οι αντίθετες προς τη φύση ανθρώπινες συμβάσεις, είναι ανοησίες και πράγματα ανάξια λόγου;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Ευγενικά, Καλλικλή, αναπτύσσεις τον συλλογισμό και με θάρρος. Αναφέρεις με σαφήνεια αυτά που οι άλλοι σκέπτονται μεν, αλλά δεν θέλουν να λένε. Σε παρακαλώ λοιπόν, να μη σταματήσεις με κανένα τρόπο, ώστε να γίνει πραγματικά ολοφάνερο πώς πρέπει να ζει κάποιος. Πες μου λοιπόν· λες πως δεν πρέπει να εμποδίζουμε τις επιθυμίες, αν θέλουμε να είμαστε όπως πρέπει, και αφήνοντάς τες να γίνουν όσο μεγαλύτερες, να τους εξασφαλίζουμε με οποιοδήποτε τρόπο ικανοποίηση, και πως τούτο είναι η αρετή;
ΚΑΛ. Έτσι μίλησα.
ΣΩ. Δεν είναι λοιπόν σωστό να λέγεται πως ευτυχισμένοι είναι αυτοί που δεν έχουν καμία ανάγκη.
ΚΑΛ. Κατ’ αυτό τον τρόπο οι πέτρες και οι νεκροί θα ήταν ευτυχέστατοι.
ΣΩ. Αλλά σύμφωνα με όσα λες και η ζωή είναι δύσκολη. Δεν θ’ απορούσα λοιπόν αν ο Ευριπίδης έχει δίκιο λέγοντας
και ποιος το ξέρει, αν η ζωή ‘ναι θάνατος
και ο θάνατος ζωή,
Ίσως και μεις έχουμε πεθάνει. Άκουσα κάποτε από κάποιον σοφό πως είμαστε πεθαμένοι και πως το σώμα είναι τάφος μας, ενώ το μέρος αυτό της ψυχής στο οποίο υπάρχουν οι επιθυμίες είναι τέτοιο ώστε να μεταπείθεται και ν’ αλλάζει προς κάθε κατεύθυνση, και τούτο διηγούνταν ως μύθο κάποιος καλλιεπής άνδρας, Σικελός ίσως ή από την Ιταλία, ο οποίος εξαιτίας της ομοιότητας των λέξεων έδωσε λόγω του εύπιστου και πειστικού την ονομασία πίθος, και στους ανόητους την ονομασία αμύητοι. Το μέρος της ψυχής των ανόητων, στο οποίο υπάρχουν οι επιθυμίες, το ακόλαστο και όχι στεγανό, είπε πως είναι τρυπημένο πιθάρι, κάνοντας την παρομοίωση εξαιτίας της απληστίας του. Αντίθετα από σένα, Καλλικλή, αυτός φανερώνει πως απ’ όσους βρίσκονται στον Άδη —μιλώντας βέβαια για τα αόρατα— δυστυχέστατοι είναι τούτοι, οι αμύητοι, και μεταφέρουν στο τρύπιο πιθάρι νερό με τρυπημένο κόσκινο. Κόσκινο εννοεί, όπως μου είπε ο συνομιλητής μου, την ψυχή. Παρομοίασε την ψυχή των ανόητων με κόσκινο, επειδή είναι διάτρητη, καθώς δεν μπορεί να συγκρατήσει τίποτα εξαιτίας της δυσπιστίας και της λήθης. Τούτα είναι βεβαίως κάπως παράδοξα, αλλά φανερώνουν αυτό που θέλω να σου δείξω, αν είμαι κάπως ικανός να σε πείσω ν’ αλλάξεις γνώμη, και στη θέση της άπληστης και ακόλαστης ζωής να προτιμήσεις κόσμια ζωή, που ικανοποιείται και αρκείται στα παρόντα. Σε πείθω όμως καθόλου, και, αλλάζοντας γνώμη, θεωρείς τους κόσμους ευτυχέστερους από τους ακόλαστους ή, αν και πολλά τέτοια σου διηγούμαι, καθόλου δεν αλλάζεις απόψεις;
ΚΑΛ. Τούτο είναι το πιο αληθινό, Σωκράτη.
ΣΩ. Έλα λοιπόν, σου παρουσιάζω άλλη εικόνα από την ίδια σχολή με την τωρινή. Παρατήρησε αν κάτι τέτοιο λες για τη ζωή και των δύο, του σώφρονος ανθρώπου και του ακόλαστου, όπως, αν δύο άνθρωποι έχουν ο καθένας πολλά πιθάρια και του ενός είναι καλά και γεμάτα, το ένα με κρασί, το άλλο με μέλι, το άλλο με γάλα και τα άλλα με διάφορα. Και των δύο τα υγρά ήταν σπάνια και δύσκολα στην παρασκευή τους, και η εξασφάλισή τους γινόταν με πολλούς κόπους και δυσκολίες. Ο ένας λοιπόν, αφού γέμισε τα πιθάρια του, δεν πρόσθετε ούτε μεριμνούσε καθόλου, αλλά εξαιτίας τους ήταν ήσυχος. Του άλλου τα υγρά ήταν, όπως και του προηγούμενου, δυνατό να εξασφαλιστούν, αλλά με δυσκολία, ενώ τα πιθάρια ήταν τρύπια και παλιωμένα, και ήταν αναγκασμένος συνέχεια να τα γεμίζει νυχθημερόν, διαφορετικά έπαιρνε τις μεγαλύτερες λύπες. Εφόσον λοιπόν η ζωή καθενός είναι τέτοια, νομίζεις ότι πιο ευτυχισμένη είναι η ζωή του ακόλαστου ή του κόσμιου; Σε πείθω με τα λόγια μου τούτα να συμφωνήσεις πως η κόσμια ζωή είναι καλύτερη από την ακόλαστη ή δεν σε πείθω;
ΚΑΛ. Δεν με πείθεις, Σωκράτη. Άλλωστε εκείνος που γέμισε τα πιθάρια δεν είχε πλέον καμιά ευχαρίστηση, αλλά είναι αυτό που έλεγα πριν από λίγο, ότι ζούσε όπως η πέτρα, αφότου τα γέμισε, χωρίς να έχει πια ούτε χαρά ούτε λύπη. Αντίθετα η ευχάριστη ζωή έγκειται σε τούτο, να κυλούν στα πιθάρια όσο πιο πολλά υγρά.
ΣΩ. Κατ’ ανάγκη όμως, αν προστίθενται πολλά υγρά, πολύ θα είναι κι αυτό που χάνεται, αλλά και μεγάλες οι τρύπες στις εκροές;'
Πλάτων, Γοργίας (ή Περί Ρητορικής), μτφρ. Μεταφραστική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος
