
'ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Μνήμην, ὡς ἔοικεν, ὅτι ποτ᾽ ἔστιν πρότερον ἀναληπτέον, καὶ κινδυνεύει πάλιν ἔτι πρότερον αἴσθησιν μνήμης, εἰ μέλλει τὰ περὶ ταῦθ᾽ ἡμῖν κατὰ τρόπον φανερά πῃ γενήσεσθαι.
ΠΡΩΤΑΡΧΟΣ: Πῶς φῄς;
ΣΩ. Θὲς τῶν περὶ τὸ σῶμα ἡμῶν ἑκάστοτε παθημάτων τὰ μὲν ἐν τῷ σώματι κατασβεννύμενα πρὶν ἐπὶ τὴν ψυχὴν διεξελθεῖν ἀπαθῆ ἐκείνην ἐάσαντα, τὰ δὲ δι᾽ ἀμφοῖν ἰόντα καί τινα ὥσπερ σεισμὸν ἐντιθέντα ἴδιόν τε καὶ κοινὸν ἑκατέρῳ.
ΠΡΩ. Κείσθω.
ΣΩ. Τὰ μὲν δὴ μὴ δι᾽ ἀμφοῖν ἰόντα ἐὰν τὴν ψυχὴν ἡμῶν φῶμεν λανθάνειν, τὰ δὲ δι᾽ ἀμφοῖν μὴ λανθάνειν, ἆρ᾽ ὀρθότατα ἐροῦμεν;
ΠΡΩ. Πῶς γὰρ οὔ;
ΣΩ. Τὸ τοίνυν λεληθέναι μηδαμῶς ὑπολάβῃς ὡς λέγω λήθης ἐνταῦθά που γένεσιν: ἔστι γὰρ λήθη μνήμης ἔξοδος, ἡ δ᾽ ἐν τῷ λεγομένῳ νῦν οὔπω γέγονε. τοῦ δὴ μήτε ὄντος μήτε γεγονότος πω γίγνεσθαι φάναι τινὰ ἀποβολὴν ἄτοπον. ἦ γάρ;
ΠΡΩ. Τί μήν;
ΣΩ. Τὰ τοίνυν ὀνόματα μετάβαλε μόνον.
ΠΡΩ. Πῶς;
Σωκράτης: ἀντὶ μὲν τοῦ λεληθέναι τὴν ψυχήν, ὅταν ἀπαθὴς αὕτη γίγνηται τῶν σεισμῶν τῶν τοῦ σώματος, ἣν νῦν λήθην καλεῖς ἀναισθησίαν ἐπονόμασον.
ΠΡΩ. Ἔμαθον.
ΣΩ. Τὸ δ᾽ ἐν ἑνὶ πάθει τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα κοινῇ γιγνόμενον κοινῇ καὶ κινεῖσθαι, ταύτην δ᾽ αὖ τὴν κίνησιν ὀνομάζων αἴσθησιν οὐκ ἀπὸ τρόπου φθέγγοι᾽ ἄν.
ΠΡΩ. Ἀληθέστατα λέγεις.
ΣΩ. Οὐκοῦν ἤδη μανθάνομεν ὃ βουλόμεθα καλεῖν τὴν αἴσθησιν;
ΠΡΩ. Τί μήν;
ΣΩ. Σωτηρίαν τοίνυν αἰσθήσεως τὴν μνήμην λέγων ὀρθῶς ἄν τις λέγοι κατά γε τὴν ἐμὴν δόξαν.
ΠΡΩ. Ὄρθῶς γὰρ οὖν.
ΣΩ. Μνήμης δὲ ἀνάμνησιν ἆρ᾽ οὐ διαφέρουσαν λέγομεν;
ΠΡΩ. Ἴσως.
ΣΩ. Ἆρ᾽ οὖν οὐ τόδε;
ΠΡΩ. Τὸ ποῖον;
ΣΩ. Ὅταν ἃ μετὰ τοῦ σώματος ἔπασχέν ποθ᾽ ἡ ψυχή, ταῦτ᾽ ἄνευ τοῦ σώματος αὐτὴ ἐν ἑαυτῇ ὅτι μάλιστα ἀναλαμβάνῃ, τότε ἀναμιμνῄσκεσθαί που λέγομεν. ἦ γάρ;
ΠΡΩ. πάνυ μὲν οὖν.
ΣΩ. Καὶ μὴν καὶ ὅταν ἀπολέσασα μνήμην εἴτ᾽ αἰσθήσεως εἴτ᾽ αὖ μαθήματος αὖθις ταύτην ἀναπολήσῃ πάλιν αὐτὴ ἐν ἑαυτῇ, καὶ ταῦτα σύμπαντα ἀναμνήσεις [καὶ μνήμας] που λέγομεν.
ΠΡΩ. Ὀρθῶς λέγεις.
ΣΩ. Οὗ δὴ χάριν ἅπαντ᾽ εἴρηται ταῦτ᾽, ἔστι τόδε.
ΠΡΩ. Τὸ ποῖον;
ΣΩ. Ἵνα πῃ τὴν ψυχῆς ἡδονὴν χωρὶς σώματος ὅτι μάλιστα καὶ ἐναργέστατα λάβοιμεν, καὶ ἅμα ἐπιθυμίαν: διὰ γὰρ τούτων πως ταῦτα ἀμφότερα ἔοικεν δηλοῦσθαι.
ΠΡΩ. Λέγωμεν τοίνυν, ὦ Σώκρατες, ἤδη τὸ μετὰ ταῦτα.
ΣΩ. Πολλά γε περὶ γένεσιν ἡδονῆς καὶ πᾶσαν [τὴν] μορφὴν αὐτῆς ἀναγκαῖον, ὡς ἔοικε, λέγοντας σκοπεῖν. καὶ γὰρ νῦν πρότερον ἔτι φαίνεται ληπτέον ἐπιθυμίαν εἶναι τί ποτ᾽ ἔστι καὶ ποῦ γίγνεται.
ΠΡΩ. Σκοπῶμεν τοίνυν: οὐδὲν γὰρ ἀπολοῦμεν.
ΣΩ. Ἀπολοῦμεν μὲν οὖν [καὶ] ταῦτά γε, ὦ Πρώταρχε: εὑρόντες ὃ νῦν ζητοῦμεν, ἀπολοῦμεν τὴν περὶ αὐτὰ ταῦτα ἀπορίαν.
ΠΡΩ. Ὀρθῶς ἠμύνω: τὸ δ᾽ ἐφεξῆς τούτοις πειρώμεθα λέγειν.
ΣΩ. Οὐκοῦν νυνδὴ πείνην τε καὶ δίψος καὶ πολλὰ ἕτερα τοιαῦτα ἔφαμεν εἶναί τινας ἐπιθυμίας;
ΠΡΩ. Σφόδρα γε.
ΣΩ. Πρὸς τί ποτε ἄρα ταὐτὸν βλέψαντες οὕτω πολὺ διαφέροντα ταῦθ᾽ ἑνὶ προσαγορεύομεν ὀνόματι;
ΠΡΩ. Μὰ Δί᾽ οὐ ῥᾴδιον ἴσως εἰπεῖν, ὦ Σώκρατες, ἀλλ᾽ ὅμως λεκτέον.
ΣΩ. Ἐκεῖθεν δὴ ἐκ τῶν αὐτῶν πάλιν ἀναλάβωμεν.
ΠΡΩ. Πόθεν δή;
ΣΩ. Διψῇ γέ που λέγομεν ἑκάστοτέ τι;
ΠΡΩ. Πῶς δ᾽ οὔ;
ΣΩ.: Τοῦτο δέ γ᾽ ἐστὶ κενοῦται;
ΠΡΩ. Τί μήν;
ΣΩ. Ἆρ᾽ οὖν τὸ δίψος ἐστὶν ἐπιθυμία;
ΠΡΩ. Ναί, πώματός γε.
ΣΩ. Πώματος, ἢ πληρώσεως πώματος;
ΠΡΩ. Οἶμαι μὲν πληρώσεως.
ΣΩ. Ὁ κενούμενος ἡμῶν ἄρα, ὡς ἔοικεν, ἐπιθυμεῖ τῶν ἐναντίων ἢ πάσχει: κενούμενος γὰρ ἐρᾷ πληροῦσθαι.
ΠΡΩ. Σαφέστατά γε.
ΣΩ. Τί οὖν; ὁ τὸ πρῶτον κενούμενος ἔστιν ὁπόθεν εἴτ᾽ αἰσθήσει πληρώσεως ἐφάπτοιτ᾽ ἂν εἴτε μνήμῃ, τούτου ὃ μήτ᾽ ἐν τῷ νῦν χρόνῳ πάσχει μήτ᾽ ἐν τῷ πρόσθεν πώποτε ἔπαθεν;
ΠΡΩ. Καὶ πῶς;
ΣΩ. Ἀλλὰ μὴν ὅ γε ἐπιθυμῶν τινὸς ἐπιθυμεῖ, φαμέν.
ΠΡΩ. Πῶς γὰρ οὔ;
ΣΩ.Οὐκ ἄρα ὅ γε πάσχει, τούτου ἐπιθυμεῖ. διψῇ γάρ, τοῦτο δὲ κένωσις: ὁ δ᾽ ἐπιθυμεῖ πληρώσεως.
ΠΡΩ. Ναί.
ΣΩ. Πληρώσεώς γ᾽ ἄρα πῄ τι τῶν τοῦ διψῶντος ἂν ἐφάπτοιτο.
ΠΡΩ. Ἀναγκαῖον.
ΣΩ. Τὸ μὲν δὴ σῶμα ἀδύνατον: κενοῦται γάρ που.
ΠΡΩ. Ναί.
ΣΩ. Τὴν ψυχὴν ἄρα τῆς πληρώσεως ἐφάπτεσθαι λοιπόν, τῇ μνήμῃ δῆλον ὅτι: τῷ γὰρ ἂν ἔτ᾽ ἄλλῳ ἐφάψαιτο;
ΠΡΩ. Σχεδὸν οὐδενί.
ΣΩ. Μανθάνομεν οὖν ὃ συμβέβηχ᾽ ἡμῖν ἐκ τούτων τῶν λόγων;
ΠΡΩ. Τὸ ποῖον;
ΣΩ. Σώματος ἐπιθυμίαν οὔ φησιν ἡμῖν οὗτος ὁ λόγος γίγνεσθαι.
ΠΡΩ. Πῶς;
ΣΩ. Ὅτι τοῖς ἐκείνου παθήμασιν ἐναντίαν ἀεὶ παντὸς ζῴου μηνύει τὴν ἐπιχείρησιν.
ΠΡΩ. Καὶ μάλα.
ΣΩ. Ἡ δ᾽ ὁρμή γε ἐπὶ τοὐναντίον ἄγουσα ἢ τὰ παθήματα δηλοῖ που μνήμην οὖσαν τῶν τοῖς παθήμασιν ἐναντίων.
ΠΡΩ. Πάνυ γε.
ΣΩ. Τὴν ἄρα ἐπάγουσαν ἐπὶ τὰ ἐπιθυμούμενα ἀποδείξας μνήμην ὁ λόγος ψυχῆς σύμπασαν τήν τε ὁρμὴν καὶ ἐπιθυμίαν καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ ζῴου παντὸς ἀπέφηνεν.
ΠΡΩ. Ὀρθότατα.
ΣΩ. Διψῆν ἄρα ἡμῶν τὸ σῶμα ἢ πεινῆν ἤ τι τῶν τοιούτων πάσχειν οὐδαμῇ ὁ λόγος αἱρεῖ.
ΠΡΩ. Ἀληθέστατα.
ΣΩ. Ἔτι δὴ καὶ τόδε περὶ ταὐτὰ ταῦτα κατανοήσωμεν. βίου γὰρ εἶδός τί μοι φαίνεται βούλεσθαι δηλοῦν ὁ λόγος ἡμῖν ἐν τούτοις αὐτοῖς.
ΠΡΩ. ἐν τίσι καὶ ποίου πέρι βίου φράζεις;
ΣΩ. ἐν τῷ πληροῦσθαι καὶ κενοῦσθαι καὶ πᾶσιν ὅσα περὶ σωτηρίαν τέ ἐστι τῶν ζῴων καὶ τὴν φθοράν, καὶ εἴ τις τούτων ἐν ἑκατέρῳ γιγνόμενος ἡμῶν ἀλγεῖ, τοτὲ δὲ χαίρει κατὰ τὰς μεταβολάς.
ΠΡΩ. Ἔστι ταῦτα.
ΣΩ. Τί δ᾽ ὅταν ἐν μέσῳ τούτων γίγνηται;
ΠΡΩ. Πῶς ἐν μέσῳ;
ΣΩ. Διὰ μὲν τὸ πάθος ἀλγῇ, μεμνῆται δὲ τῶν ἡδέων <ὧν> γενομένων παύοιτ᾽ ἂν τῆς ἀλγηδόνος, πληρῶται δὲ μήπω: τί τότε; φῶμεν ἢ μὴ φῶμεν αὐτὸν ἐν μέσῳ τῶν παθημάτων εἶναι;
ΠΡΩ. Φῶμεν μὲν οὖν.
ΣΩ. Πότερον ἀλγοῦνθ᾽ ὅλως ἢ χαίροντα;
ΠΡΩ. Μὰ Δί᾽, ἀλλὰ διπλῇ τινὶ λύπῃ λυπούμενον, κατὰ μὲν τὸ σῶμα ἐν τῷ παθήματι, κατὰ δὲ τὴν ψυχὴν προσδοκίας τινὶ πόθῳ.
ΣΩ. Πῶς, ὦ Πρώταρχε, τὸ διπλοῦν τῆς λύπης εἶπες; ἆρ᾽ οὐκ ἔστι μὲν ὅτε τις ἡμῶν κενούμενος ἐν ἐλπίδι φανερᾷ τοῦ πληρωθήσεσθαι καθέστηκε, τοτὲ δὲ τοὐναντίον ἀνελπίστως ἔχει;
ΠΡΩ. Καὶ μάλα γε.
ΣΩ. Μῶν οὖν οὐχὶ ἐλπίζων μὲν πληρωθήσεσθαι τῷ μεμνῆσθαι δοκεῖ σοι χαίρειν, ἅμα δὲ κενούμενος ἐν τούτοις [τοῖς χρόνοις] ἀλγεῖν;
ΠΡΩ. Ἀνάγκη.
ΣΩ. Τότε ἄρ᾽ ἄνθρωπος καὶ τἆλλα ζῷα λυπεῖταί τε ἅμα καὶ χαίρει.
Πρώταρχος: κινδυνεύει.
ΣΩ. Τί δ᾽ ὅταν ἀνελπίστως ἔχῃ κενούμενος τεύξεσθαι πληρώσεως; ἆρ᾽ οὐ τότε τὸ διπλοῦν γίγνοιτ᾽ ἂν περὶ τὰς λύπας πάθος, ὃ σὺ νυνδὴ κατιδὼν ᾠήθης ἁπλῶς εἶναι διπλοῦν;
ΠΡΩ. Ἄληθέστατα, ὦ Σώκρατες.'
*
'ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Ως προς το άλλο είδος ηδονών, που είπαμε ότι προέρχονται από την ψυχή και μόνο, όλες αυτές δημιουργούνται από τη μνήμη.
ΠΡΩΤΑΡΧΟΣ. Πώς;
ΣΩ. Πρέπει, καθώς φαίνεται, να κατανοήσουμε πρώτα τι τέλος πάντων είναι η μνήμη, ή μάλλον, πριν από τη μνήμη, να κατανοήσουμε τι είναι η αίσθηση, αν πρόκειται να γίνουν κάπως σαφή αυτά που ζητάμε με κάποιο τρόπο.
ΠΡΩ. Τι εννοείς;
ΣΩ. Θεώρησε ότι από τα εκάστοτε παθήματα του σώματος μας, άλλα εξουδετερώνονται μέσα στο σώμα, προτού φτάσουν στην ψυχή, αφήνοντάς την ανεπηρέαστη, ενώ άλλα πηγαίνοντας και στα δύο προκαλούν κάτι σαν δόνηση ξεχωριστή στο καθένα και κοινή και για τα δύο.
ΠΡΩ. Ας το θεωρήσουμε έτσι.
ΣΩ. Θα μιλούσαμε λοιπόν απόλυτα σωστά, αν λέγαμε ότι εκείνα που δεν διεισδύουν και στα δύο διαφεύγουν την προσοχή της ψυχής, ενώ όσα διεισδύουν και στα δύο δεν διαφεύγουν;
ΠΡΩ. Ναι.
ΣΩ. Μη νομίσεις όμως ότι με το «τη διαφεύγουν» εννοώ ότι στην περίπτωση αυτή γεννιέται λήθη· γιατί η λήθη είναι απώλεια μνήμης, ενώ αυτή δεν έχει καν δημιουργηθεί ακόμα σε αυτό που λέμε τώρα. Και είναι βέβαια παράλογο να μιλά κάποιος για απώλεια πράγματος που δεν υπάρχει ούτε και έχει ακόμα δημιουργηθεί. Έτσι δεν είναι;
ΠΡΩ. Ναι.
ΣΩ. Άλλαξε μόνο τις λέξεις.
ΠΡΩ. Πώς;
ΣΩ. Αντί να πεις ότι «διαφεύγουν την προσοχή της ψυχής», όταν αυτή μένει ανεπηρέαστη από τις δονήσεις του σώματος, αυτό που τώρα αποκαλείς λήθη, ονόμασέ το αναισθησία.
ΠΡΩ. Κατάλαβα.
ΣΩ. Αν πάλι ονομάσεις αίσθηση την κίνηση, που συμβαίνει από κοινού στο σώμα κια την ψυχή και τα κινεί με ένα πάθημα, δεν θα μιλήσεις κατάλληλα.
ΠΡΩ. Πολύ σωστά.
ΣΩ. Καταλάβαμε λοιπόν τι θέλουμε να πούμε με την αίσθηση;
ΠΡΩ. Βέβαια.
ΣΩ. Και αν κάποιος έλεγε τη μνήμη διατήρηση της αίσθησης, θα μιλούσε σωστά κατά τη γνώμη μου.
ΠΡΩ. Σωστά.
ΣΩ. ΔΕν θα πούμε όμως ότι η ανάμνηση διαφέρει από τη μνήμη;
ΠΡΩ. Ίσως.
ΣΩ. Δεν ισχύει άραγε αυτό;
ΠΡΩ. Ποιό;
ΣΩ. Όταν η ψυχή ανακαλέσει η ίδια στον εαυτό της, χωριστά από το σώμα, όσο γίνεται, αυτά που έπαθε κάποτε μαζί με το σώμα, τότε μιλάμε, νομίζω, για ανάμνηση. Έτσι δεν είναι;
ΠΡΩ. Και βέβαια;
ΣΩ. Αλλά και όταν η ίδια η ψυχή από μόνη της ανακαλέσει μια μνήμη που χάθηκε ή μια αίσθηση είτε πάλι κάτι που έμαθε, και αυτά όλα τα ονομάζουμε, αν δεν απατώμαι, αναμνήσεις.
ΠΡΩ. Σωστά.
ΣΩ. Όλα αυτά ειπώθηκαν για χάρη του παρακάτω.
ΠΡΩ. Ποιου;
ΣΩ. Για να καταλάβουμε όσο το δυνατόν περισσότερο και καθαρότερα την ηδονή της ψυχής χωριστά από το σώμα και ταυτόχρονα την επιθυμία· εξαιτίας αυτών φαίνεται ότι έγιναν φανερά και τα δύο αυτά.
ΠΡΩ. Ας συνεχίσουμε λοιπόν πια, Σωκράτη.
ΣΩ. Είναι αναγκαίο, όπως φαίνεται, να εξετάσει καθένας πολλά, όταν κάνει λόγο για τη γένεση και γενικά τη μορφή της ηδονής. Φαίνεται όμως ότι πρωτύτερα πρέπει ν’ αντιληφθούμε τι πράγμα είναι τέλος πάντων η επιθυμία και πού δημιουργείται.
ΠΡΩ. Ας το εξετάσουμε λοιπόν· δεν θα χάσουμε τίποτα.
ΣΩ. Θα χάσουμε κάτι, Πρώταρχε· αν βρούμε, αυτό που ζητάμε, θα χάσουμε την απορία μας γι’ αυτά τα πράγματα.
ΠΡΩ. Σωστά με αντέκρουσες· από δω και στο εξής όμως ας προσπαθήσουμε να συζητήσουμε αυτά.
ΣΩ. Είπαμε λοιπόν μόλις τώρα ότι η πείνα, η δίψα και πολλά άλλα παρόμοια είναι επιθυμίες;
ΠΡΩ. Και βέβαια.
ΣΩ. Ποιό κοινό σημείο είδαμε σε αυτά τα πράγματα, που τόσο πολύ διαφέρουν, και τα αποκαλέσαμε με ένα όνομα;
ΠΡΩ. Μα τον Δία, ίσως δεν είναι εύκολο, Σωκράτη, να το πει κανείς, όμως πρέπει να το πούμε.
ΣΩ. Ας συνεχίσουμε λοιπόν πάλι από αυτά.
ΠΡΩ. Από πού δηλαδή;
ΣΩ. Λέμε ότι κάποτε κάτι διψά;
ΠΡΩ. Πώς δεν το λέμε;
ΣΩ. Αυτό σημαίνει ότι είναι κενό;
ΠΡΩ. Ασφαλώς.
ΣΩ. Άρα η δίψα είναι επιθυμία;
ΠΡΩ. Ναι, για να πιει.
ΣΩ. Να πιει ή να γεμίσει από ποτό;
ΠΡΩ. Νομίζω να γεμίσει.
ΣΩ. Αυτός λοιπόν που είναι κενός, καθώς φαίνεται, επιθυμεί το αντίθετο απ’ ότι του συμβαίνει· όταν δηλαδή είναι κενός, επιθυμεί να γεμίσει.
ΠΡΩ. Προφανέστατα.
ΣΩ. Τι λοιπόν; Όποιος έχει κενό για πρώτη φορά, μπορεί από κάπου να αντιληφθεί την πλήρωση, είτε από την αίσθηση είτε από τη μνήμη, από αυτό δηλαδή που ούτε του συμβαίνει εκείνη τη στιγμή ούτε το έχει πάθει ποτέ στο παρελθόν;
ΠΡΩ. Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό;
ΣΩ. Αλλά όποιος επιθυμεί, επιθυμεί κάτι, λέμε.
ΠΡΩ. Τι άλλο;
ΣΩ. Επομένως δεν επιθυμεί αυτό που του συμβαίνει. Δηλαδή διψάει, και αυτό σημαίνει ότι βρίσκεται σε κατάσταση κενότητας· αυτός επιθυμεί την πλήρωση.
ΠΡΩ. Ναι.
ΣΩ. Συνεπώς κάποιο μέρος από τον εαυτό του διψασμένου μπορεί να αντιλαμβάνεται την πλήρωση.
ΠΡΩ. Αναγκαστικά.
ΣΩ. Το σώμα δεν μπορεί· γιατί είναι κενό, νομίζω.
ΠΡΩ. Ναι.
ΣΩ. Είναι λοιπόν φανερό πως η ψυχή αντιλαμβάνεται την πλήρωση με τη βοήθεια της μνήμης· γιατί με τι άλλο θα μπορούσε να την αντιληφθεί;
ΠΡΩ. Μάλλον με τίποτα.
ΣΩ. Καταλαβαίνουμε λοιπόν σε ποιο συμπέρασμα έχουμε καταλήξει με τα λόγια τούτα;
ΠΡΩ. Σε ποιο;
ΣΩ. Ο συλλογισμός αυτός μας λέει ότι δεν υπάρχει σωματική επιθυμία.
ΠΡΩ. Πώς;
ΣΩ. Γιατί μας δείχνει ότι κάθε ζωντανός οργανισμός επιδιώκει πάντοτε κατάσταση αντίθετη με ό,τι του συμβαίνει.
ΠΡΩ. Μάλιστα.
ΣΩ. Η ορμή όμως, που οδηγεί προς το αντίθετο απ’ ό,τι συμβαίνει, φανερώνει, αν δεν απατώμαι, ότι υπάρχει μνήμη των αντίθετων καταστάσεων από τις υπάρχουσες.
ΠΡΩ. Βέβαια.
ΣΩ. Ο συλλογισμός μας λοιπόν, αποδεικνύοντας πως η μνήμη είναι αυτή που οδηγεί στα επιθυμητά, φανέρωσε ότι όλες γενικά οι ορμές, οι επιθυμίες και όλα όσα καθοδηγούν κάθε ζωντανό πλάσμα ανήκουν στην ψυχή.
ΠΡΩ. Πολύ σωστά.
ΣΩ. Άρα η συζήτησή μας δεν αποδεικνύει με κανένα τρόπο ότι το σώμα μας διψά, πεινά ή παθαίνει κάτι παρόμοιο.
ΠΡΩ. Αλήθεια.
ΣΩ. Ας κατανοήσουμε επίσης και αυτό σχετικά με τα ίδια τούτα θέματα. Μου φαίνεται πως η συζήτησή μας θέλει μέσα σε αυτά να μας φανερώσει κάποιο είδος ζωής.
ΠΡΩ. Ποια είναι αυτά και για ποια ζωή μιλάς;
ΣΩ. Μέσα στην πλήρωση και στην κενότητα και σε όλα όσα αναφέρονται στη διατήρηση και τη φθορά των όντων, και αν κάποιος πονά, όταν βρίσκεται σε μια από αυτές τις καταστάσεις, χαίρεται, όταν τα πράγματα μεταβληθούν.
ΠΡΩ. Έτσι γίνεται.
ΣΩ. Τι συμβαίνει όμως όταν βρίσκεται σε ενδιάμεση κατάσταση;
ΠΡΩ. Τι εννοείς ενδιάμεση;
ΣΩ. Όταν υποφέρει εξαιτίας του παθήματός του, και από την άλλη θυμάται τα ευχάριστα, που αν συνέβαιναν, θα έβαζαν τέρμα στον πόνο, δεν βρίσκεται όμως ακόμα σε κατάσταση πλήρωσης· τότε τι; Θα πούμε ή όχι ότι αυτός βρίσκεται στο ενδιάμεσο των δύο καταστάσεων;
ΠΡΩ. Βέβαια θα το πούμε.
ΣΩ. Τι από τα δύο ισχύει; Υποφέρει συνολικά ή χαίρεται;
ΠΡΩ. Μα τον Δία όχι, αλλά νιώθει κατά κάποιο τρόπο διπλό πόνο, δηλαδή σωματικό, εξαιτίας του παθήματος και ψυχικό από την επιθυμία της προσδοκίας.
ΣΩ. Τι είπες, Πρώταρχε, για τον διπλό πόνο; Δεν συμβαίνει άλλοτε κάποιος από μας, που έχει κενό, να ελπίζει φανερά ότι θα το αναπληρώσει, και άλλοτε πάλι, το αντίθετο, να μην έχει καμιά ελπίδα;
ΠΡΩ. Ασφαλώς.
ΣΩ. Δεν πιστεύεις λοιπόν ότι, αν ελπίζει στην πλήρωση, χαίρεται με την ανάμνηση, ενώ ταυτόχρονα εκείνη τη στιγμή υποφέρει από την κενότητα;
ΠΡΩ. Αναγκαστικά.
ΣΩ. Επομένως τότε, ο άνθρωπος και τα άλλα έμψυχα λυπούνται και χαίρονται ταυτόχρονα.
ΠΡΩ. Κατά πάσα πιθανότητα.
ΣΩ. Τι γίνεται όμως όταν δεν έχει καμιά ελπίδα πλήρωσης του κενού; Τότε λοιπόν δεν θα συνέβαινε αυτό το διπλό πάθημα σχετικά με τον πόνο, που εσύ αναγνώισες τώρα δα και νόμισες ότι είναι μόνο διπλό;
ΠΡΩ. Αλήθεια, Σωκράτη.'
Πλάτων, Φίληβος (ή Περί Ηδονής), μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος
