
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΕΥΚΡΑΤΗΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗΣ
κυνήγησα καὶ παραμόνεψα
καὶ
Τό ’σκασα τὴ Σίβυλλα
μιὰ βροχερή μισοτελειωμένη μέρα
άκούγοντας τὸ ἀφηνιασμένο βιολί τῆς ψυχῆς
τὸ κινέζικο σκυλὶ ἔφαγε τὰ μάτια του
ὁ κόνδορας προσπέρασε τὸν ἴσκιο του
Ἡ
λ
ι
ο
τρόπια ἐκπυρσοκρότησαν
τὴν ψαροκόκκαλη ἱδιοφυΐα τους
γιατὶ οἱ στίχοι δὲν ζωντάνευαν κι ὅταν ζωντάνεψαν
ἧταν στίχοι ποὺ κράδασαν τὴ μοναξιὰ τοῦ ἀρουραίου
ποὺ ἐπιμένει στὰ λείψανα καὶ
τινάχτηκα σὰν πυρηνικὴ ἀκρίδα στ’ ἀγριόχορτα
καὶ ἤχησαν λαουτοτσέμπαλα -
Ἄς μιλήσουμε ἀνοιχτὰ τῆς εἶπα,
κι ἐκείνη ἀπὸ σκουριὰ
βρωμιὰ καὶ κατακάθια
μοῦ 'δωσε σάρκα
καὶ μ' ἔριξε μὲς στὴ ρουλέτα τοῦ χρόνου
ποτάροντας μιὰ τρύπια δεκάρα στ' ὄνομά μου
δοξάζοντας τὴ μοίρα μου.
*
ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΛΕΖ ΣΑΝΤΡΑΡ
Ὥραίε μηχανοδηγέ, σὲ εἶδα
χθὲς τὴ νύχτα νὰ προσπερνᾶς
μὲ μίλια ἀρχέγονα, ξεμαλλιασμένος
μὲς στὸ ταχύ σου τρένο,
πιωμένος, ντυμένος μὲς στὴν πίκρα
νὰ χασμουριέσαι στὴν καμπίνα
τῆς μηχανῆς -στὰ γόνατά σου
ἡ Ἴωάννα τῶν Γαλλικῶν Παραισθήσεων
καθισμένη ἕτοιμη νὰ πηδήξει
ἀπὸ κάτω
τὸ ποῦρο σου μοῦ καίει
τὸ μπράτσο, σὲ κάθε λιμάνι
ξεχνάω νὰ γυρίσω περνώντας κουτσὰ
στραβὰ σὲ κάθε μου στίχο,
ποιητὴ τοῦ Τροχοῦ, εἶμαι ἕτοιμος,
εὐλόγησε μὲ τὸ Παναμέζικο
δισκοπότηρό σου ὅ,τι δὲν ξέχασα
νὰ κάνω σ’ αὐτὸν τὸν προφητικὸ κόσμο.
Γιάννης Λειβαδάς, Παράρτημα Εύκρατης Συγκίνησης, εκδ. Ίνδικτος
