προγραφές

φωτογραφίαεπανέρχεται

Aqualung

Καθισμένος στό παγκάκι, κοιτάζοντας τά μικρά κοριτσάκια μ’ ἄσχημες προθέσεις.
Μύξα τρέχει ἀπό τή μύτη του, λυγδιασμένα δάχτυλα σφίγγουνε κουρελιασμένα ροῦχα.
Ἔϊ Aqualung
Στεγνώνοντας στόν κρύο ἤλιο, βλέποντας τά κοριτσάκια μέ τά δαντελένια ἐσώρουχα νά τρέχουν.
Ἔϊ Aqualung
Νοιώθοντας σά ψόφια πάπια, φτύνοντας κομμάτια τῆς σπασμένης τύχης του.
Ὤ, Aqualung

Ὁ ἥλιος λάμπει παγωμένος, ἕνας γέρος περιπλανιέται μονάχος του,
μέ τό πάσο του, εἶναι ὁ μόνος πού ξέρει.
Τό πόδι του πονάει ἄσχημα, καθώς σκύβει νά μαζέψει μιά δεκάρα,
πηγαίνει στό βάλτο γιά νά ξεπλύνει τά πόδια του.
Νοιώθει μόνος του, ὁ στρατός περπατάει στό δρόμο,
σωτηρία τοῦ κόσμου, κι’ ἔνα φλυτζάνι τσάϊ.
Aqualung φίλε μου, μή φεύγεις τρομαγένος
φτωχέ μου ἄνθρωπε, δέ βλέπεις πώς εἶμαι μόνο ἐγώ.

Θυμάσαι ἀκόμα τή παγωμένη καταχνιά τοῦ Δεκέμβρη.
Ὅταν ὁ πάγος πού πήζει στή γεννειάδα σου, σέ κάνει νά οὐρλιάζεις μ’ ἀγωνία.
Καί παίρνεις τίς τελευταῖες σου σπασμωδικές ἀναπνοές μέ θόρυβους τῆς βαθειᾶς θάλασσας,
καί τά λουλούδια ἀνθίζουν σάν τήν τρέλλα τήν ἄνοιξη.

*

Ἀναρωτιέμαι φωναχτά

Ἀναρωτιέμαι φωναχτά, γιά τό πῶς νοιώθουμε σήμερα.
Χθές τό βράδυ ἤπια τό ἡλιοβασίλεμα, κι’ εἶχα τό χέρι μου στά μαλλιά της.
Εἴμαστε οἱ σωτῆρες τοῦ ἑαυτοῦ μας, καθώς
οἱ καρδιές μας χτυποῦν μαζί, δίνοντας ζωή ἡ μία στήν ἄλλη.

Ἀναρωτιέμαι φωναχτά ἄν τά χρόνια μᾶς φερθοῦν καλά.
Ἐνῶ ἐκείνη εἶναι στὴν κουζίνα, γεύομαι τή μυρωδιά, ναί
τοῦ ψημένου ψωμιοῦ, καθώς τό βούτηρο τρέχει. Ἔπειτα
ἔρχεται σκορπίζοντας ψίχουλα στό κρεβάτι, καί γώ κουνάω το κεφάλι μου
κι’ εἶναι μονάχα τό νά δίνεις, πού σέ κάνει
αὐτό πού εἶσαι.

από το Οι Jethro Tull και τα Τραγούδια Τους, μτφρ. Μάρκος Ρήγος, εκδ. Μπαρμπουνάκης

·

↑