
|

'Ἡ ἀποῦσα καὶ ἀδρανῆς κοπέλλα ποὺ εἶναι στὴν ἀγκαλιά μου χωρὶς νὰ ὀνειρεύεται, δέ μου εἶναι περισσότερο ξένη ἀπὸ τὴν πόρτα ἢ τὸ παράθυρο ποὺ ἀπὸ τὸ ἄνοιγμά τους μπορῶ νὰ κοιτάξω ἢ νὰ περάσω.
Ξαναβρίσκω τὴν ἀδιαφορία (ποὺ τῆς ἐπιτρέπει νὰ μὲ παρατήσει) ὅταν ἀποκοιμιέμαι ἀπὸ ἀνικανότητα νὰ ἀγαπήσω αὐτὸ ποὺ συμβαίνει.
Τῆς εἶναι ἀδύνατο νὰ γνωρίζει ποιὸν ξαναβρίσκει ὅταν τὴ σφίγγω στὴν ἀγκαλιά μου γιατί πραγματώνει πεισματικὰ μίαν ὁλόκληρη λήθη.
Τὰ πλανητικὰ συστήματα ποὺ περιστρέφονται μέσα στὸ διάστημα σὰν ταχεῖς δίσκοι καὶ ποὺ τὸ κέντρο τοὺς μετατοπίζεται ἐξίσου διαγράφοντας ἕναν ἀπείρως μεγαλύτερο κύκλο, δὲν ἀπομακρύνονται συνέχεια ἀπ’ τὴ θέση τοὺς παρὰ γιὰ νὰ ἐπιστρέψουν σ’ αὐτὴ ἔχοντας διανύσει τὴν τροχιά τους.
Ἡ κίνηση εἶναι τὸ σχῆμα τοῦ ἔρωτα ποὺ ἀδυνατεῖ νὰ σταματήσει σὲ ἕνα ἐπιμέρους ὂν καὶ περνάει ὁλοταχῶς ἀπὸ τὸ ἕνα στὸ ἄλλο.
Ἀλλὰ ἡ λήθη ποὺ ἔτσι τὸν δεσμεύει δὲν εἶναι παρὰ μία ὑπεκφυγὴ τῆς μνήμης.'
'Τὸ τέλμα εἶναι ἡ πιὸ ἁπλὴ εἰκόνα τῆς ὀργανικῆς ζωῆς ἑνωμένη μὲ τὴν περιφορά.
Ἀπὸ τὴν κίνηση τῆς θάλασσας, ὁμοιόμορφη συνουσία τῆς γῆς μὲ τὴ σελήνη, προέρχεται ἡ πολύμορφη καὶ ὀργανικὴ συνουσία τῆς γῆς μὲ τὸν ἥλιο.
Ἀλλὰ ἡ πρώτη μορφὴ τοῦ ἡλιακοῦ ἔρωτα εἶναι ἕνα σύννεφο ποὺ ὑψώνεται πάνω ἀπὸ τὸ ὑγρὸ στοιχεῖο.
Τὸ ἐρωτικὸ σύννεφο γίνεται καμιὰ φορᾶ καταιγίδα καὶ ξαναπέφτει στὴ γῆ μὲ μορφὴ βροχῆς, ἐνῶ ὁ κεραυνὸς σκίζει τὰ στρώματα τῆς ἀτμόσφαιρας.
Ἡ βροχὴ ἀνορθώνεται ἀμέσως μὲ μορφὴ ἀκίνητων φυτῶν.'
Ηλιακός Πρωκτός, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Νεφέλη
* * *

'Μιλώντας για την απαγόρευση, δε συναντάμε δυσκολία μόνο στην ποικιλία των αντικειμένων αλλά και στην έλλειψη λογικής. Ποτέ δεν είναι αδύνατη μία αντίθετη πρόταση σε σχέση με το ίδιο αντικείμενο. Δεν υπάρχει απαγόρευση που να μην μπορεί να παραβιαστεί. Συχνά η παράβαση είναι αποδεκτή ή ακόμα επιβάλλεται.
Μας έρχονται τα γέλια όταν σκεφτούμε την επίσημη εντολή: “Ου φονεύσεις” που ακολουθεί την ευλογία των στρατευμάτων και το “Te Deum” της αποθέωσης. Η απαγόρευση τηρείται χωρίς υπόνοια συνενοχής με το φόνο! Ασφαλώς η βία των πολέμων προδίνει το Θεο της Καινής Διαθήκης, αλλά δεν αντιτίθεται με τον ίδιο τρόπο στο Θεό των Στρατευμάτων της Παλαιάς. Αν η απαγόρευση κυμαινόταν στα πλαίσια της λογικής, θα σήμαινε την καταδίκη των πολέμων και θα μας τοποθετούσε μπροστά στην επιλογή: να τη δεχθούμε και να κάνουμε τα πάντα για την κατάργηση του φόνου από τους στρατιωτικούς ή να πολεμήσουμε και να τηρήσουμε το νόμο σαν υποκατάστατο. Αλλά οι απαγορεύσεις, πάνω στις οποίες στηρίζεται ο κόσμος της λογικής, δεν είναι έλλογες. Στην αρχή, μία ήρεμη αντίθεση στη βία δε θα είχε αρκέσει σαν διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους δύο κόσμους: αν η αντίθεση δεν είχε η ίδια κατά κάποιο τρόπο συμμετάσχει στη βία κι αν κάποιο βίαιο αρνητικό συναίσθημα δεν είχε κάνει φριχτή σε όλους τη βία, τότε μόνη η λογική δε θα είχε καταφέρει να ορίσει με αρκετή αποφασιστικότητα τα όρια της αλληλοκάλυψης. Τα μόνα που μπορούσαν να σταθούν απέναντι σε μια ανεξέλεγκτη παραφορά ήταν η παράλογη φρίκη και ο τρόμος. Αυτή είναι η φύση του ταμπού που καθιστά πιθανό έναν κόσμο ηρεμίας και λογικής, αλλά αυτό το ίδιο, στη βάση-του, είναι μια μορφή φόβου, που δεν επιβάλλεται στη νόηση αλλά στην ευαισθησία, όπως συμβαίνει και με τη βία (ιδιαίτερα η ανθρώπινη βία είναι αποτέλεσμα όχι ενός υπολογισμού αλλά αισθητών καταστάσεων: του θυμού, του φόβου, του πόθου…) Πρέπει να λάβουμε υπόψη τον παράλογο χαρακτήρα τω ν απαγορεύσεων αν θέλουμε να καταλάβουμε την αδιαφορία προς τη λογική που συνδέεται με αυτές. Στον μη ορθολογιστικό τομέα, όπου μας φυλακίζουν σκέψεις-μας, πρέπει να πούμε: “Αν παραβιασθεί μία απαράβατη απαγόρευση, αυτό δε σημαίνει ότι έπαψε να είναι απαράβατη”. Μπορούμε να φθάσουμε μέχρι την παράλογη πρόταση: “η απαγόρευση υπάρχει για να παραβιασθεί”. Αυτή η πρόταση δεν είναι στοίχημα, όπως φαίνεται αρχικά, αλλά η ορθή κατάληξη μιας αναπόφευκτης σχέσης μεταξύ αντίθετων συγκινήσεων. Με την πίεση της αρνητικής συγκίνησης, οφείλουμε υπακοή στην απαγόρευση. Την παραβιάζουμε αν η συγκίνηση είναι θετική. Η φύση του βιασμού δεν καταργεί τη δυνατότητα και την ουσία της αντίθετης συγκίνησης: αποτελεί μάλιστα την δικαιολογία και την πηγή-τους. Δε θα μας τρόμαζε το ίδιο η βία αν δεν ξέραμε, τουλάχιστον αν δεν είχαμε συνείδηση, αμυδρά, ότι θα μπορούσε να παρασύρει κι εμάς στο χειρότερο.
Η πρόταση: “η απαγόρευση υπάρχει για να παραβιαστεί” κάνει ακατανόητο το γεγονός ότι η απαγόρευση του φόνου, αν και καθολική, πουθενά δεν αντιτάχθηκε στον πόλεμο. Είμαι μάλιστα πεισμένος ότι, χωρίς την απαγόρευση, ο πόλεμος είναι αδύνατος, αδιανόητος!
Τα ζώα, που δε γνωρίζουν απαγορεύσεις, δεν έμαθαν με τις μάχες-τους την οργανωμένη επιχείρηση του πολέμου. Ο πόλεμος κατά κάποιον τρόπο περιορίζεται στη συλλογική οργάνωση επιθετικών τάσεων. Οργανώνεται συλλογικά όπως η εργασία. Προσφέρεται σαν σκοπός όπως η εργασία, ανταποκρίνεται στην προμελετημένη πρόθεση όσων τον διεξάγουν. Όμως δεν μπορούμε να πούμε ότι πόλεμος και βία αντιτίθενται, αλλά ότι ο πόλεμος είναι μια ο ρ γ α ν ω μ έ ν η μορφή βίας. Η παράβαση της απαγόρευσης δεν είναι η ζωώδης βία. Είναι πάλι η βία, που την άσκησε ένα ον επιδεκτικό στη λογική (που λιγότερο που μπορούμε να πούμε είναι ότι η απαγόρευση είναι το κατώφλι και πέρα απ’ αυτό μόνο ο φόνος είναι δυνατός.'
Ο Ερωτισμός, μτφρ. Μίκα Χουλιαρά, εκδ. Εντροπία
* * *

'Καταφέραμε νά ἀντιληφθοῦμε τόν παραλογισμό τῶν σχέσεων τοῦ ἐρωτισμού καί τῆς ἠθικῆς.
Ξέρουμε ὅτι ἡ καταγωγή ὑπάρχει στίς σχέσεις τοῦ ἐρωτισμοῦ καί τῶν πιό ἀπόμακρων δεισιδαιμονιῶν τῆς θρησκείας.
Ἀλλά πάνω ἀπό τήν ἱστορική ἀκρίβεια, δέ χάνουμε ποτέ ἀπό τά μάτια μας αὐτή τήν ἀρχή: ἀπό τά δύο τό ἕνα, εἵτε ὁ παθολογικός ἐρεθισμός εἶναι ἀρχικά αὐτό πού μᾶς ὑποβάλλει ἡ ἐπιθυμία, τό φλογερό πάθος· εἴτε ἕχουμε τήν ἔλλογη μέριμνα γιά ἕνα βελτιωμένο μέλλον.
Φαίνεται πώς ὑπάρχει ἕνας μέσος ὅρος.
Μπορῶ νά ζήσω μέσα στή μέριμνα γιά ἕνα καλύτερο μέλλον. Ἀλλά μπορῶ ἀκόμα νά ἀποβάλλω αὐτό τό μέλλον στέλνοντας το σέ ἕναν ἄλλο κόσμο. Σέ ἕναν κόσμο ὅπου μονάχα ὁ θάνατος ἔχει τήν ἐξουσία νά μέ είσαγάγει...
Ἀναμφίβολα αὐτός ὁ μέσος ὅρος ἤταν ἀναπόφευκτος. Ἔφτασε γιά τόν ἄνθρωπο ἠ ἐποχή νά λογαριάσει –πιό βαρειά απ’ τό τίποτα– τίς άνταμοιβές, τίς τιμωρίες, πού θά μπορούσαν νά ἐπέλθουν μετά θάνατον...
Ἐντέλει ὅμως διαβλέπουμε τήν ἐποχή ὅπου παρόμοι φόβοι (ἤ ἐλπίδες), μή μπορώντας πιά νά λειτουργήσουν, τό ἄμεσο συμφέρον θά ἀντιτεθεῖ χωρίς μέσο ὅρο στό μελλοντικό συμφέρεον ὅπως ἡ φλογερή ἐπιθυμία θά ἀντιτεθεῖ χωρίς τίποτα ἐπιπλέον στόν στοχαστικό ὑπολογισμό τοῦ λόγου.
Κανείς δέν φαντάζεται ἕνα κόσμο ὅπου τό φλογερό πάθος θά ἔπαυε ἀποφασιστικά νά μᾶς βασανίζει... Κανείς, ἀπ᾽ τήν ἄλλη, δέν ἀντιμετωπίζει τήν πιθανότητα μιᾶς ζωῆς πού ποτέ πιά δέν θά τήν ἔδενε ὁ ὑπολογισμός.
Ὁ πολιτισμός ὁλόκληρος, ἡ δυνατότητα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ἐξαρτάται ἀπ’ τή λελογισμένη πρόβλεψη τῶν μέσων προς ἐξασφάλιση τῆς ζωῆς. Ἀλλά αὐτή ἡ ζωή –αὐτή ἡ πολισμένη ζωή– πού ἔχουμε τό βάρος νά διασφαλίσουμε, δέν μπορεῖ νά περιοριστεῖ σ’ αὐτά τά μέσα, πού τήν καθιστούν δυνατή. Πέρα ἀπ’ τά ὑπολογισμένα μέσα ψάχνουμε τό σκοπό –ἤ τούς σκοπούς–αὐτῶν τῶν μέσων.
Ἠ ἀνταπόκριση στην ἐρωτική ἐπιθυμία – καθώς ἐπίσης καί στήν πιό ἀνθρώπινη ἐπιθυμία (λιγότερο φυσική), τῆς ποίσης, καί τῆς ἔκστασης (ἄλλά ἀπ’ τόν ἐρωτισμό στην ποίηση, ἤ ἀπ’ τόν ἐρωτισμό στην ἔκσταση, ἡ διαφορά μπορεῖ νά συλληφθεῖ ἀποφασιστικά;). Ἡ ἀνταπόκριση στην ἐρωτική ἐπιθυμία, ἀντίθετα, εἶναι ἕνας σκοπός.
Πράγματι, ἠ ἀναζήτηση τῶν μέσω τελικά εἶναι πάντα, λογική. Ἡ ἀναζήτηση ἑνός μέσου ἐξαρτάται ἀπ’ τήν ἐπιθυμία, πού συχνά ἀψηφᾶ τή λογική.
Συχνά, μέσα μου, ἠ ἰκανοποίηση μιᾶς ἐπιθυμίας ἀντιτίθεται στό συμφέρον. Ἀλλά ἐνδίδω σ’ αὐτή, γιατί ἔγινε βάναυσα ὁ τελικός σκοπός μου!'
Τα Δάκρυα του Έρωτα, μτφρ. Ιουλία Φωτοπούλου, εκδ. Νεφέλη
* * *

'Ἁποτελεί ἀθλιότητα τοῦ ἀνθρώπου τὸ ὅτι, ἐνῶ εἶναι πνεῦμα ἔχει σῶμα ζώου κι ἑπομένως εἶναι σὰν πράγμα· ἀποτελεῖ ὅμως δόξα τοῦ ἀνθρώπινου σώματος τὸ ὅτι εἶναι ὑπόστρωμα ἑνὸς πνεύματος, καὶ τὸ πνεῦμα εἶναι τόσο σφιχτὰ δεμένα μὲ τὸ σῶμα – πράγμα, ὥστε ἐτοῦτο νὰ μὴν παύει ποτὲ νὰ ’ναι στοιχειωμένο, νὰ μὴ γίνεται ποτὲ πράγμα παρὰ μόνο σὲ ἀκραῖες περιπτώσεις, σὲ σημεῖα ποὺ ὅταν ὁ θάνατος τὸ ὑποβαθμίζει, στὴν παράσταση τοῦ πράγματος, τὸ πνεῦμα ἕνα εἶναι πιὸ πράγμα ἀπὸ ποτέ: τὸ σῶμα ποὺ τὸ πρόδωσε τὸ φανέρωσε περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι τὸν καιρὸ ποὺ τὸ ὑπηρέτησε. Μὲ μία ἔννοια τὸ πτῶμα εἶναι ἡ πιὸ τέλεια κατάσταση τοῦ πνεύματος, ἡ ὁριστικὴ ἀνημποριὰ καὶ ἡ ἀπουσία τοῦ νεκροῦ φανερώνουν τὴν ἴδια τὴν οὐσία τοῦ πνεύματος, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἡ κραυγὴ ἑνὸς ζώου ὅταν τὸ σκοτώνουν εἶναι ἡ ὑπέρτατη κατάφαση τῆς ζωῆς. Ἀντίστροφα, τὸ ἀνθρώπινο πτῶμα φανερώνει τὴν ὁλοκληρωμένη ὑποβάθμιση τοῦ σώματος τοῦ ζώου, ἄρα καὶ τοῦ ζωντανοῦ ζώου, στὴν κατάσταση τοῦ πράγματος. Τὸ ζῶο εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἕνα στοιχεῖο αὐστηρὰ ὑποτελές, ποὺ δὲ μετράει ἀπὸ μόνο του. Μία χρηστικὴ ἀξία τῆς ἴδιας φύσης μὲ τὸ ὕφασμα, τὸ σίδερο ἢ τὸ κατεργασμένο ξύλο.'
'Η ἄποψη ποὺ συνδέει στενὰ τὸ θάνατο μὲ τὴ θλίψη εἶναι ἀφελής. Τὰ δάκρυα τῶν ζωντανῶν, ποὺ ἀποκρίνονται στὸν ἐρχομό του, κάθε ἄλλο παρὰ ἔχουν ἔννοια ἀντίθετη ἀπ’ τὴ χαρά. Ἀντὶς πονεμένα, τὰ δάκρυα εἶναι ἡ ἔκφραση μίας ὀξυμένης συνείδησης τῆς μυχιότητας τῆς κοινῆς ζωῆς. Εἶναι ἀλήθεια πὼς αὐτὴ ἡ συνείδηση δὲν εἶναι ποτὲ τόσο ὀξυμένη, ὅσο τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ ἀπουσία διαδέχεται ξαφνικὰ τὴν παρουσία, ὅπως στὸ θάνατο ἢ στὸν ἁπλὸ χωρισμό. Καὶ σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση ἡ παρηγοριὰ (μὲ τὴν ἰσχυρὴ ἔννοια ποὺ ’χει ἡ λέξη στὶς «παραμυθίες» τῶν μυστικῶν) εἶναι μὲ μία ἔννοια πικρὰ δεμένη μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ διαρκέσει. Ὅμως ἡ ἐξαφάνιση ἀκριβῶς τῆς διάρκειας, καὶ ταυτόχρονα τῶν οὐδέτερων συμπεριφορῶν ποὺ σχετίζονται μ’ αὐτήν, εἶναι ἐκείνη ποὺ ξεσκεπάζει ἕνα βάθος τῶν πραγμάτων ποὺ τὸ θάμπος τοῦ τυφλώνει (μὲ ἄλλους ὅρους, εἶναι φανερὸ πὼς ἡ ἀνάγκη τῆς διάρκειάς μας ὑποκλέπτει τὴ ζωὴ καὶ πώς, κατ’ ἀρχήν, μόνο ἡ ἀδυνατότητα τῆς διάρκειάς μας ἐλευθερώνει). Ἀντίθετα, σ’ ἄλλες περιπτώσεις τὰ δάκρυα ἀποκρίνονται στὸν ἀνέλπιστο θρίαμβο, στὸ ἀναγάλλιασμα γιὰ τὴν τύχη μας, πάντα ὅμως μὲ τρόπο ἀσυλλόγιστο, τελείως ἔξω ἀπ’ τὴν ἔγνοια γιὰ κάποιο μελλοντικὸ χρόνο.'
Η Θεωρία της Θρησκείας, μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, εκδ. Ύψιλον
* * *
'Η αληθινή ευτυχία μας βρίσκεται μόνο στο μάταιο ξόδεμα, σαν ν’ ανοιγόταν μια πληγή μέσα μας: θέλουμε πάντα νάμαστε σίγουροι για την αχρηστία, ενίοτε για τον καταστροφικό χαρακτήρα της δαπάνης μας. Θέλουμε να νιώθουμε όσο πιο μακριά γίνεται απ’ τον κόσμο όπου ο κανόνας είναι η αύξηση των πόρων. Όμως είναι λίγο να πούμε «όσο πιο μακριά». Θέλουμε έναν αναποδογυρισμένο κόσμο, θέλουμε τον κόσμο απ’ την ανάποδη. Η αλήθεια του ερωτισμού είναι η προδοσία.'
'Η σιωπή όμως δεν καταργεί αυτά που η γλώσσα δεν μπορεί να επικυρώσει: η βία δεν είναι λιγότερο αναλλοίωτη από το θάνατο κι αν η γλώσσα καλύπτει μ’ ένα τέχνασμα τον καθολικό αφανισμό – το γαλήνιο έργο του χρόνου – μόνο η γλώσσα υποφέρει απ’ αυτό, αυτή περιορίζεται κι όχι ο χρόνος και η βία.'
'Ο ερωτισμός έχει κατά θεμελιώδη τρόπο τη σημασία του θανάτου. Εκείνος που συλλαμβάνει για μια στιγμή την αξία του ερωτισμού αντιλαμβάνεται γρήγορα ότι αυτή η αξία είναι η αξία του θανάτου. Είναι ίσως μια αξία, αλλά η μοναξιά την πνίγει.'
'[...] η υπέρβαση είναι ακριβώς αυτό δια του οποίου η ύπαρξη είναι κατ’ αρχάς και πριν απ’ όλα έξω από κάθε όριο. Αναμφίβολα η ύπαρξη βρίσκεται επίσης μέσα σε όρια: αυτά τα όρια μας επιτρέπουν (μιλώ επίσης, αλλά μιλώντας δεν ξεχνώ ότι ο λόγος όχι μόνο θα μου ξεφύγει αλλά ότι μου ξεφεύγει). Αυτές οι μεθοδικά αραδιασμένες φράσεις είναι εφικτές (είναι σ’ ένα ευρύ μέτρο, γιατί η υπέρβαση είναι η εξαίρεση, το θαυμαστό, το θαύμα... και η υπέρβαση προσδιορίζει την έλξη – την έλξη αν όχι τη φρίκη για καθετί που είναι περισσότερο απ’ αυτό που είναι) αλλά το ανέφικτό τους είναι κατ’ αρχάς δεδομένο: ούτως ώστε ποτέ δεν είμαι δεμένος· ποτέ δεν υποδουλώνομαι αλλά διαφυλάττω την κυριαρχία μου που μόνο ο θάνατός μου, ο οποίος θ’ αποδείξει το ανέφικτο στο οποίο βρισκόμουνα να περιοριστώ στην χωρίς υπέρβαση ύπαρξη, χωρίζει από μένα. Δεν αποδοκιμάζω τη γνώση χωρίς την οποία δε θα έγραφα αλλά αυτό το χέρι που γράφει πεθαίνει και μ’ αυτόν τον επαγγελλόμενο θάνατο, ξεφεύγει από τα παραδεδεγμένα όρια γράφοντας (παραδεδεγμένα για το χέρι που γράφει αλλά αρνημένα για εκείνο που πεθαίνει).'
'[...] η υπέρτατη στιγμή βρίσκεται μες στη σιωπή και μες στη σιωπή η συνείδηση διαφεύγει.'
Μελέτες για τον Ερωτισμό, μτφρ. Τασία Χατζή, εκδ. Εντροπία
* * *

'Ἤμουνα, ὄντως, ἐρωτευμένος μέ τήν μητέρα μου; Λάτρεψα τήν μητέρα μου, δέν τήν ἀγάπησα. Ἀπό τήν μεριά της ἐκείνη μ’ ἔβλεπε σάν τό παιδί τῶν δασῶν, σάν τόν καρπό μιᾶς ἀνήκουστης ἡδυπάθειας: αὐτό τόν καρπό, τόν εἶχε θρέψει μέσα στήν παιδική της ἀφοσίωση, σάν τήν ἐπιστροφή τῆς τρελῆς τρυφερότητας, ἀγχώδους καί χαρούμενης, πού μοῦ ἔδινε, σπάνια, ἀλλά ἡ ὁποία μέ θάμπωνε. Γεννήθηκα ἀπό τό θάμπωμα τῶν παιδικῶν της ματιῶν καί πιστεύω ὅτι δέν ἀγάπησε ποτέ ἕναν ἄντρα. Καί μένα ποτέ δέν μ’ ἀγάπησε, μέ τήν ἔννοια πού ἡ Ἀνσί μ’ ἀγάπησε, ἀλλά στή ζωή της εἴχε μόνο μιά βίαια ἐπιθυμία, ἐκείνη νά μέ θαμπώσει καί νά μέ κάνει νά χαθῶ μέσα στό σκάνδαλο, ὅπου θεωροῦσε τόν ἑαυτό της χαμένο: μόλις μοῦ ἄνοιγε τά μάτια γινόταν εἰρωνική, λυσσασμένη, ἡ τρυφερότητά της μεταποιεῖτο σέ ἄπληστη θέληση νά μέ διαφθεῖρει, νά μήν ἀγαπάει πιά σέ μένα παρά τήν διαφθορά στήν ὁποία βυθιζόμουνα. Ἀλλά, χωρίς ἀμφιβολία, σκεφτόταν ὅτι ἡ διαφθορά, ὄντας ὁ καλύτερος ἑαυτός της, καί συγχρόνως δρόμος προς τό θάμπωμα, στό ὁποῖο μ’ ὁδηγοῦσε, ἦταν ἡ ὁλοκλήρωση πού προκαλοῦσε αύτή ἡ γέννηση, τήν ὁποία εἶχε θελήσει. Ἐκεῖνο πού ἀγαποῦσε ἦταν πάντα ὁ καρπός τῆς κοιλίας της. Τίποτε δέν ὑπῆρξε γι’ αὐτήν πιό ξένο ἀπό τό νά βλέπει σέ μένα ἕναν ἄντρα πού θ’ ἀγαποῦσε. Ποτέ δέν ἀπασχόλησε τήν σκέψη της ἕνας ἄντρας, ποτέ δέν μπῆκε κανείς μέσα της, παρά μόνο γιά νά τήν χορτᾶσει, μέσα στήν ἔρημο πού ἔκαιγε, ὅπου θά ἤθελε ἡ σιωπηλή ὀμορφιά τῶν ὄντων, ἀνώνυμη κι ἀδιάφορη, νά καταστραφεῖ βρώμικα μαζί της. Ὑπῆρχε μέσα σ’ αὐτό τό βασίλειο τῆς λίμπιντο θέση γιά τήν τρυφερότητα; Οἱ τρυφεροί εἶναι ἐξόριστοι ἀπ’ αὐτό τό βασίλειο, στό ὁποῖο ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου καλοῦσε: violenti rapiunt illud. Ἡ μητέρα μου μέ προόριζε γι’ αύτή τή βία, στην ὁποία βασίλευε. Ὑπῆρχε σ’ ἐκείνη καί γιά μένα μιά ἀγάπη παρόμοια μ’ αὐτή, πού ὅπως λένε οἱ μυστικοί, ὁ Θεός δίνει στά πλάσματα, μιά ἀγάπη πού διαλέγει τή βία, μην ἀφήνοντας ποτέ θέση στήν ἀνάπαυση.'
Η Μητέρα Μου, μτφρ. Μάγδα Οιχαλιώτου, εκδ. Σπηλιώτη
*
'Ὁ ἐρωτισμός, τό γέλιο (καί τό χάχανο), ἡ τύχη, ἡ ἐξάρτηση, ἠ χαρά μπροστά στόν θάνατο, ἡ ἐλευθερία — μαζί μέ κάποιους ἄλλους μυστικούς τοῦ καιροῦ του εἴχε δώσει στήν ἐλευθερία τήν πιο πλατειά (καί βαθειά) ἔννοια. Γιά τόν Μπατάιγ ἡ ἐλευθερία εἶναι τό νά ἔχεις ἤ τό νά πάρεις τό δικαίωμα νά φτάσεις ἕως τήν ἄκρη τῶν δυνατοτήτων σου; «Νά μπορεῖς νά πεῖς στόν ἑαυτό σου σέ μιά δεδομένη στιγμή... δέν μπόρεσα νά πάω πιό μακριά». Ὁ Μπατάιγ πιστεύει ὅτι ἡ ἐλευθερία χρειάζεται ὅχι μόνο γιά νά ζεῖ κανείς κατά τό κέφι του, ἀλλὰ καί νά καταστρέφεται κατά τό κέφι του, δηλαδή νά παραβαίνει τά ἀπαγορευμένα.
Ὁ Μπατάιγ πιστεύει ὅπως κι ὁ Μάρξ ὅτι ἡ ἐπανάσταση «προχωράει μέσα στα σπλάχνα τῆς κοινωνίας σάν ἕνας γεροντοτυφλοπόντικας...». Καί ὅτι δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει πραγματική ἐπαναστατική πράξη χωρίς ἄρνηση καί καταστροφή τῆς ἀστικῆς κουλτούρας: «Κάτω ὅλοι οἱ λογάδες μέ τά πετάγματά τους τοῦ πνεύματος καί τήν ἱερή τους ἀηδία γιά τίς ὑλικές ἀνάγκες! Αὐτό πού δέν εἶναι ἱκανό νά ταιριάξει μιά καρδιά ἐργάτη γῆς εἶναι μιά σκιά».
Ὁ Μπατάιγ ἔχει τήν τάση νά εἶναι ἐπαναστατικός πηγαίνοντας πρός αὐτό πού ὁ Γκόμπροβιτς, πολύ ἀργότερα, θά ὀνομάσει «τό κάτω» άλλά συγχρόνως ἕχει καί τήν αἴσθηση τοῦ ἱεροῦ.
Ὁ Σάρτρ τόν χαρακτήρισε «νέο μυστικό»: ὁ Μπατάιγ μιλοῦσε μᾶλλον γιά θρησκευτικό πνεῦμα: «Αὐτό γιά τό ὁποῖο εἶμαι περήφανος εἶναι νά ἔχω μπερδέψει τά χαρτιά: δηλαδή νά ἔχω συνδέσει τόν τρόπο τοῦ γέλιου τόν πιό ταραχώδη καί τόν πιό σοκαριστικό καί τόν πιό σκανδαλώδη μέ τό θρησκευτικό πνεῦμα τό πιό βαθύ... Νά εἶναι κανείς ὅσο πιό λυσσασμένος γίνεται ἔχοντας τήν πιό μεγάλη διαύγεια πού γίνεται. Τό θεμελιῶδες ἀνθρώπινο πρόβλημα ἔγκειται σ’ αὐτήν τήν ἀναγκαιότητα καί σ’ αὐτήν τήν ἀδυναμία».
Ὀ Μισέλ Φουκώ, παρουσιάζοντας τά ἄπαντά του γράφει: «Ὀφείλουμε στόν Μπατάιγ ἕνα μεγάλο μέρος τῆς στιγμῆς στήν ὁποία βρισκόμαστε. Ἀλλά αὐτό πού μένει νά κάνουμε, νά σκεφτοῦμε καί νά ποῦμε, αὐτό, χωρίς ἀμφιβολία, τοῦ τό ὀφείλουμε ἀκόμα καί θά εἶναι γιά πολύ».'
Θωμάς Γκόρπας, από τον ‘Πρόλογο’ της έκδοσης
* * *

'[...] ἡ θρησκεία εἶναι άπλὰ καὶ μόνον ἕνα ἀποτέλεσμα τῆς ποιητικῆς μεγαλοφυΐας. Δὲν ὑπάρχει τίποτα στὴ θρησκεία ποὺ νὰ μὴ βρίσκεται μέσα στὴν ποίηση, δὲν ὑπάρχει τίποτα ποὺ νὰ μὴ συνδέει τὸν ποιητὴ μὲ τὴν ἀνθρωπότητα, τὴν ἀνθρωπότητα μὲ τὸ σύμπαν. Συνήθως, ἕνας τυπικός, πάγιος χαρακτήρας, ὑποταγμένος στὰ συμφέροντα μιᾶς ὁμάδας (κι ἑπομένως στῖς ὠφελιμιστικές, τετριμμένες ἀνάγκες τῆς ἠθικῆς) ἀπομακρύνει τὴ μορφὴ τῆς θρησκείας ἀπὸ τὴν ποιητική της ἀλήθεια. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ ποίηση βρίσκεται τυπικὰ στὸ ἔλεος τῆς ἀδυναμίας δουλικῶν πλασμάτων. Ἡ ἴδια δυσκολία ἐμφανίζεται σὲ κάθε περίπτωση: κάθε γενικὴ ἀλήθεια ἔχει πάντα τὴν ὄψη ἑνὸς ἰδιαίτερου ψεύδους. Δὲν ὑπάρχει θρησκεία οὔτε ποίηση ποὺ νὰ μὴν ψεύδεται. Δὲν ὑπάρχει θρησκεία οὔτε ποίηση ποὺ νὰ μὴ συνοψίζονται κάποια στιγμὴ στὸν ἀνεξιχνίαστο χαρακτήρα τους γιὰ τὶς ἔξω μάζες: ὡστόσο, ἡ θρησκεία καὶ ἡ ποίηση ποτὲ δὲν παύουν νὰ μᾶς ρίχνουν μὲ πάθος ἔξω ἀπ’ τὸν ἑαυτό μας, σὲ μεγάλες ἐξάρσεις, ὅπου ὁ θάνατος δὲν εἶναι πλέον τὸ ἀντίθετο τῆς ζωῆς. Ἡ φτώχεια, ἀκριβῶς, τῆς ποίησης ἤ τῆς θρησκείας ἐξαρτάται ἀπὸ τὸ βαθμὸ στὸν ὁποῖο ἡ ἐνδοστροφικότητα τὶς ὁδηγεῖ στὴν ψύχωση τῶν προσωπικῶν αἰσθημάτων. Ἡ ἀξία τοῦ Blake συνίσταται στὸ ὅτι ἀφαίρεσε κι ἀπὸ τὶς δύο (ποίηση καὶ θρησκεία) τὴν ἀτομικὴ μορφὴ τους, κι ὅτι τοὺς ἀπέδωσε ἐκείνη τὴν καθαρότητα μέσα στὴν ὁποία ἡ θρησκεία ἔχει τὴν ἐλευθερία τῆς ποίησης καὶ ἡ ποίηση τὴν αὐτεξούσια δύναμη τῆς θρησκείας.'
'Ἄν, γιὰ νὰ ἐκφράσει τὴν ἑπιθυμία, τὸ ρόδινο χρώμα προϋποθέτει μιὰν ἀντίθεση μὲ τὸ μαῦρο, τὸ μαῦρο τοῦτο θὰ ἦταν ἄραγε ἀρκετὰ μαῦρο ἄν ἐξαρχῆς εἴχαμε ἀναζητήσει τὴν ἁγνότητα; Ἄν δὲν εἶχε σπιλώσει χωρίς νὰ τὸ θέλουμε τὸ ὄνειρό μας; Ἡ διαφθορὰ προσεγγίζεται μοναχὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἀντίθεση ποὺ γεννιέται σὲ κείνους ποὺ πίστευαν ὅτι δὲν μποροῦν νὰ ζήσουν δίχως τὸ ἀντίθετό της, τὴν ἁγνότητα. Ἡ ἀπόλυτη ἐπιθυμία τῆς διαφθορᾶς, τὴν ὁποία συνέλαβε ὁ Sade μ’ ἕνα τεχνητὸ τρόπο, τὸν ὁδηγοῦσε σὲ κείνη τὴν κατάσταση κορεσμοῦ ὅπου ἡ κάθε αἴσθηση ἀμβλυνόταν καὶ χανόταν κι αὐτὴ ἀκόμη ἡ δυνατότητα εὐχαρίστησης. Τὸ ἀνεξάντλητο ἀπόθεμα ποὺ τοῦ προσέφερε ἡ λογοτεχνία (οἱ φανταστικὲς σκηνὲς τῶν μυθιστορημάτων), δὲν μποροῦσε ἀπὸ μόνο του νὰ τὸν ἱκανοποιήσει, γιατὶ δὲν ἔνιωθε τὴν ἔσχατη γητεία τοῦ αἰσθήματος ἠθικὴς, ἡ ὁποία προσδίδει στὰ κακουργήματα τὴν ἐγκληματικὴ χάρη, δίχως τὴν ὁποία μοιάζουν φυσικά, δίχως τὴν ὁποία εἶναι φυσικά. Πιὸ δεξιοτέχνης ἀπὸ τὸν Sade, καὶ διψασμένος γιὰ ἀπόλαυση, ὁ Proust ἄφηνε στὴ διαστροφὴ τὸ ἀποκρουστικὸ χρῶμα της, τὴν καταδίκη τῆς ἀρετῆς. Ἄν ὅμως ὑπῆρξε ἐνἀρετος δὲν τὸ ἔκανε γιὰ νὰ κατακτήσει τὴν εὐχαρίστηση – κι ἄν τὴν κατέκτησε εἶναι γιατί, προηγουμένως, εἶχε ἐπιδιώξει νὰ κατακτήσει τὴν ἀρετή. Οἱ κακοὶ ἀναγνωρίζουν στὸ Κακὸ μονάχα τὸ ὑλικὸ ὄφελος. Θέλουν τὸ κακὸ τοῦ ἄλλου, γιατί αὐτό, σὲ τελευταία ἀνάλυση, εἶναι τὸ δικό τους ἀτομικὸ καλό. Εἶναι ἀδύνατο νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴ σύγχυση πίσω ἀπὸ τὴν ὁποία καλύπτεται τὸ Κακό, ἄν δὲν ἀντιληφθοῦμε τὴ σχέση ἀλληλεξάρτησης τῶν ἀντιθέτων. Ἔδειξα, ἀρχικά, ὅτι θὰ μᾶς προκαλοῦσε πλήξη ἄν ἡ δοκιμασία τῆς δυστυχίας ἤ τοῦ Κακοῦ δὲν εἶχε γεννήσει μέσα μας τὴν ἄσβεστη δίψα γι’ αὐτήν. Τὸ ἀντίστροφο ἀληθεύει ἐπίσης: ἄν δὲν νιώθαμε ὅπως τὴν ἔνιωθε ὁ Proust (κι ἴσως, κατὰ βάθος, κι ὁ ἴδιος ὁ Sade) τὴν ἄσβεστη δίψα γιὰ τὸ Καλό, τὸ Κακὸ θὰ μᾶς προξενοῦσε ἀδιάφορα συναισθήματα.'
Η Λογοτεχνία και το Κακό: Baudelaire, Blake, Sade, Proust, Genet, μτφρ. Ελένη Βαρίκα, εκδ. Πλέθρον
* * *

'ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, Η ΑΓΩΝΙΑ ΜΟΥ ΕΙΝ’ ΑΠΟΛΥΤΑ ΚΥΡΙΑΡΧΗ. Η ΝΕΚΡΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΜΟΥ ΕΧΕΙ ΒΓΕΙ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ. ΑΣΥΛΛΗΠΤΗ –ΓΥΡΩ ΤΗΣ ΜΙΑ ΣΙΩΠΗ ΤΑΦΟΥ– ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΚΟΥΡΝΙΑΣΜΕΝΗ ΚΑΤΙ ΤΡΟΜΕΡΟ – ΚΙ ΟΜΩΣ Η ΘΛΙΨΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΓΕΛΑ ΤΑ ΠΑΝΤΑ.'
'[...] οἱ καθρέφτες ποὺ ἔντυναν τοὺς τοίχους, καθὼς κι αὐτοὶ ἀπ’ τοὺς ὁποίους ἦταν φτιαγμένο τὸ ταβάνι, πολλαπλασίαζαν τὴ ζωώδη εἰκόνα μιᾶς συνουσίας. Μὲ τὴν παραμικρότερη κίνηση, οἱ ἐξουθενωμένες καρδιὲς μας ἔχασκαν ὁρθάνοιχτες στὸ κενό, ὅπου μᾶς ἔκαναν οἱ ἀπειράριθμοι ἀντικατοπτρισμοί μας νὰ χανόμαστε.'
'[Ἐξηγοῦμαι: θὰ ἦταν μάταιο νὰ προσπαθήσει κανεὶς ν’ ἀποδώσει σὲ πρόθεση εἰρωνείας αὐτὸ ποὺ λέω γιὰ τὴ Μαντὰμ Ἐντουαρντά: πὼς αὐτὴ εἶν’ ο ΘΕΟΣ. Τὸ ὅτι ὁ ΘΕΟΣ εἶναι μιὰ σπιτωμένη πόρνη καὶ τρελὴ εἶναι κάτι ποὺ δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὴ λογική. Σὲ τελευταία ἀνάλυση, εἶμ’ εὐτυχισμένος ποὺ γελοῦν μὲ τὴ θλίψη μου, γιατὶ μπορεῖ νὰ μὲ καταλάβει μόνον ἐκεῖνος ποὺ ἡ καρδιά του εἶναι ἀγιάτρευτα πληγωμένη, τόσο πληγωμένη ποὺ ποτὲ κανεὶς δὲ θέλησε νὰ τοῦ γιατρέψουν μιὰ τέτοια πληγή...· καὶ ποιός εἶν’ ὁ πληγωμένος ποὺ θὰ δεχόταν «νὰ πεθάνει» ἀπὸ μιὰ πληγὴ ἀλλιώτικη ἀπ’ αὐτή;]'
'Ὅπως ἕνα μισοπατημένο σκουλήκι, ἄρχισε νὰ σφαδάζει ἀπὸ σπασμοὺς τοῦ ἀναπνευστικοῦ της συστήματος. Ἔσκυψα πάνω τῆς κι ἀναγκάστηκα νὰ τραβήξω τὴ δαντέλα τῆς μάσκας τὴν ὁποία μασοῦσε καὶ ξέσχιζε μὲ τὰ δόντια. Οἱ ἄτσαλες κινήσεις τῆς τὴν εἶχαν ξεγυμνώσει ὡς τὸ ἐφηβαῖο· ἡ γύμνια τῆς τώρα εἶχε τὴν ἀπουσία νοήματος ἀλλὰ καὶ τὴν περίσσεια νοήματος ποὺ ἔχει τὸ ροῦχο μίας πεθαμένης. Τὸ πιὸ παράξενο ἀπ’ ὅλα –καὶ τὸ πιὸ ἀνησυχητικὸ– ἦταν ἡ σιωπὴ στὴν ὁποία ἐξακολουθοῦσε νὰ μένει κλεισμένη ἡ Μαντὰμ Ἐντουαρντά. Δέ μου ἦταν πιὰ δυνατὸν νὰ ἐπικοινωνήσω μὲ τὴν ὀδύνη της, κι ἄφηνα νὰ μ’ ἀπορροφήσει αὐτὴ ἡ ἀπουσία διεξόδου –αὐτὴ ἡ νύχτα τῆς καρδιᾶς ποὺ δὲν ἦταν οὔτε λιγότερο ἔρημη οὔτε λιγότερο ἐχθρικὴ ἀπ’ τὸν ἄδειο οὐρανό. Τὰ σπαρταρίσματα τοῦ κορμιοῦ της ποὺ χτυπιόταν σὰν τὸ ψάρι ἔξω ἀπ’ τὸ νερό, ἡ ποταπὴ λύσσα ποὺ ἐκδήλωνε τὸ στριμμένο πρόσωπό της, ἀποτέφρωναν τὴ ζωὴ μέσα μου καὶ τὴ θρυμμάτιζαν ἐξωθώντας τὴν μέχρι τὰ ὅρια τῆς ἀηδίας.'
'Τεντώθηκε πάνω στὸ χέρι ποὺ τὴ βαστοῦσε, καὶ τὸ τέντωμα αὐτὸ πολλαπλασίασε τὸν ρόγχο της. Τὰ μάτια τῆς ξανάρθαν στὴ θέση τους, γιὰ ἕνα δευτερόλεπτο μάλιστα ἔδωσε τὴν ἐντύπωση πὼς ἠρέμησε. Μὲ εἶδε: τὴ στιγμὴ ἐκείνη, ἀπ’ τὸ βλέμμα της κατάλαβα πὼς ἦταν ἕνα βλέμμα ποὺ ἐπέστρεφε ἀπ’ τὸν κόσμο τοῦ ἀδύνατου, καὶ στὰ ἔγκατα της εἶδα μιὰ καθήλωση ἰλιγγιώδη. Ἡ πλημμύρα ποὺ τὴν ἔκανε μούσκεμα στὴ ρίζα ξεχείλισε μὲ τὰ δάκρυά της· τὰ δάκρυα τρέξαν ἀπ’ τὰ μάτια της. Μέσα σ’ αὐτὰ τὰ μάτια, ὁ ἔρωτας ἦταν νεκρός, ἀναδυόταν ἀπ’ αὐτὰ μιὰ παγωνιὰ χαραυγῆς, μιὰ διαφάνεια ὅπου διάβαζα τὸ θάνατο. Κι ὅλα ἦταν δεμένα κόμπος μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ὀνειρικὸ βλέμμα. Τὰ γυμνὰ κορμιά, τὰ δάχτυλα ποὺ ἄνοιγαν τὴ σάρκα, ἡ δική μου ἀγωνία κι ἡ ανάμνηση τοῦ ἀφροῦ στὰ χείλια, δὲν ὑπῆρχε τίποτα ποὺ νὰ μὴ συνεργοῦσε σ’ αὐτὴ τὴν τυφλὴ ὀλίσθηση μέσα στὸ θάνατο.'
Μαντάμ Εντουαρντά, μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα
* * *

'Ὅσο γιὰ μένα, μοῦ φαίνεται — μιλώντας — ὅτι ἔχω ἀποτίσει ἕνα εἲδος φόρου τιμῆς — ἀρκετὰ βαρὺ — στὴ σιωπή. Φόρο τιμῆς ἐπίσης — ἐνδεχομένως — στὸν ἐρωτισμό. Ἀλλὰ στὸ σημεῖο αὐτὸ θέλω νὰ ἀφυπνίσω τὴ βαθύτατη ἐπιφὐλαξη ὅσων μὲ ἀκοῦν. Τελικὰ μιλῶ μιὰ γλώσσα τῆς φιλοσοφίας. Θὰ τολμήσω νὰ πῶ ἐδῶ ὅτι, γιὰ μένα, ἡ φιλοσοφία εἶναι καὶ θανάτωση τῆς γλώσσας. Εἶναι καὶ μιὰ θυσία. Αὐτὸ τὸ ἐγχείρημα γιὰ τὸ ὁποῖο μίλησα, ποὺ ἀρτιώνει τὴ σύνθεση ὅλων ὅσα ἡ γλώσσα εἰσάγει, ποὺ ὑποκαθιστοῦν τὴν ἐμπειρία τῆς ἀναβλύζουσας ζωῆς — καὶ τοῦ θανάτου — μὲ ἕνα τοπίο οὐδέτερο, ἕνα τοπίο ἀδιάφορο. Θέλησα νὰ σᾶς προκαλέσω μιὰ ἐπιφύλαξη σχετικὰ μὲ τὴ γλώσσα. Πρέπει λοιπόν, ταυτόχρονα, νὰ σᾶς ζητήσω νὰ ἐπιφυλαχθεῖτε γιὰ ὅ,τι σᾶς εἶπα. Δὲ θέλω νὰ τελειώσω ἐδῶ μὲ θεατρινισμούς, θέλησα ὅμως νὰ μιλήσω μιὰ γλώσσα ἰσότιμη μὲ τὸ κενό, μιὰ γλώσσα ποὺ νὰ εἶναι ἡ ἰσοδυναμία τοῦ τίποτε, μιὰ γλώσσα ποὺ ἐπιστρέφει στὴ σιωπή. Δὲ μιλῶ γιὰ τὸ μηδέν, ποὺ μερικὲς φορὲς μοῦ φαίνεται πρόσχημα γιὰ νὰ προστεθεῖ στὸ λόγο ἕνα κεφάλαιο ἐξειδικευμένο, ἀλλὰ γιὰ τὴν κατάργηση αὐτοῦ ποὺ ἡ γλώσσα προσθέτει στὸν κόσμο. Αἰσθάνομαι ὅτι αὐτὴ ἡ κατάργηση, μὲ τὴν αὐστηρότερη μορφή, εἶναι ἀνεφάρμοστη. Τὸ θέμα δὲν εἶναι ἄλλωστε νὰ εἰσαγάγει κανεὶς μιὰ νέα μορφὴ καθήκοντος. Ἀλλὰ κάτι θὰ ἔλλειπε σ’ ἐμένα τὸν ἴδιο ἄν δὲν σᾶς ἔθετα σὲ ἐπιφυλακὴ ἀπέναντι σὲ μιὰ ἄστοχη χρήση τῶν ὅσων εἶπα. Ὅλα ὅσα, ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, δὲν μᾶς ἀποσύρουν ἀπὸ τὸν κόσμο (μὲ τὴν ἔννοια ὅτι, πέρα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἤ ἐνάντια στὴν Ἐκκλησία, ἕνα εἴδος ἁγιοσύνης ἀποσύρει ἀπὸ τὸν κόσμο) θὰ καταστρατηγοῦσαν τὴν πρόθεσή μου. Εἶπα ὅτι ἡ πειθαρχία, δεσμεύοντάς μας στὶς ἀτραποὺς τῆς ἐργασίας, μᾶς ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῶν ἀκροτήτων. Αὐτὸ ἐξυπακούεται, μὲ μιὰ γενικὴ ἔννοια τουλάχιστον· αὐτὴ ὅμως ἡ ἴδια ἡ έμπειρία ἔχει τὴν πειθαρχία της. Πάντως, ἡ πειθαρχία αὐτὴ εἶναι πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἀντίθετη σὲ κάθε μορφὴ φλύαρης ἀπολογίας τοῦ ἐρωτισμοῦ. Εἶπα ὅτι ὁ ἐρωτισμὸς εἶναι σιωπή, ὅτι εἶναι μοναξιά. Δὲν εἶναι ὅμως ἔτσι γιὰ ἐκείνους ποὺ ἡ παρουσία τους στὸν κόσμο εἶναι, ἀπὸ μόνη της, καθαρὴ ἄρνηση τῆς σιωπῆς, ἀδολεσχία, λήθη τῆς δυνατῆς μοναξιᾶς.'
Η Αγιοσύνη, ο Ερωτισμός και η Μοναξιά, μτφρ. Λίζυ Τσιριμώκου, εκδ. Το Ροδακιό
* * *

'Ὁ Ἐντουὰρ σωριάστηκε νεκρός.
Ἕνα κενὸ ἔγινε μέσα της, ποὺ τὴν ἀνύψωσε σὰν ἄγγελο. Τὰ γυμνὰ στήθη τῆς ὀρθώθηκαν: ἕνα πένθιμο ρίγος τὴν ἔφερε στὴν ἐκκλησία τοῦ ὀνείρου ὅπου ἡ ἐξάντληση, ἡ σιωπὴ καὶ τὸ αἴσθημα τοῦ τελεσίδικου τὴν ἀποτελείωσαν.
Σὲ ἔκσταση ἀνώτερη ἀπὸ τὴ φρίκη τοῦ σπιτιοῦ, ἡ Μαρία ἀπελπίστηκε.
Ξαφνικὰ συνῆλθε, διασκεδάζοντας τὴν ἀπελπισία της.
Ὁ Ἐντουὰρ πεθαίνοντας τὴν ἱκέτευσε νὰ ’ναι γυμνή.
Ἦταν χλωμή, ἀναμαλλιασμένη, τὰ σφιχτὰ στήθη ξεπετάγονταν ἀπ’ τὸ σχισμένο φόρεμα.
Ἡ φρίκη τὴν ἐξουσίαζε ἀπόλυτα, ὅπως ὁ δολοφόνος τὴ μαύρη νύχτα.'
Ο Νεκρός, μτφρ. Αγγελική Πετρά, εκδ. Άγρα
*
'Νὰ ζεῖς: νὰ ξαναρχίζεις αὐτὸ ποὺ δίχως νὰ τελειώνει, τελειώνει. Αὐτὸ ποὺ περιμένω, μέχρι τέλους, μέσα στὴν ταραχὴ τῆς νύχτας· αὐτὸ ποὺ περιμένω, μέχρι τέλους, μέσα στὴν ἁπλότητα τῆς μέρας…
Ἀλλὰ γιατί νὰ προκηρύσσεται τοῦτο τὸ ἀγγελτήριο τοῦ θανάτου;
Κανενός, προφανῶς, δὲν τοῦ ζητήθηκε νὰ ὑποφέρει γι’ αὐτό!
Ὁ θάνατος ἁπλώνει τὴ σκιά του στὴν ἡμέρα.
Μία νεκρώσιμη καμπάνα διαπερνᾶ τὸν οὐρανό, εἶναι ὅμως χαρμόσυνη. Πεθαίνω, μὰ γελάω μὲ τὸ θάνατο.
Μαγεύομαι μὲ αὐτὸ ποὺ συνθλίβει.
Ἀναλογίστηκε κανεὶς πρὶν ἀπὸ μένα ὁλόκληρη τὴν ἡδονὴ τοῦ θανάτου;
Κι ὅμως, τὸ ξέραμε, τὸ μυστικό του θανάτου εἶναι ἡ καταχρηστικὴ ἡδονὴ τῆς σάρκας· ἡδονίζομαι μὲ μία γυναίκα σημαίνει ὅ,τι, διαβλέποντας στὸ βάθος, ἡδονίζομαι μὲ τὸ θάνατό της, τὴν ἀτιμία της, τὰ κρίματά της. Ἡ γυναικεία τρυφερότητα εἶναι τὸ ὁμοίωμα, τὸ προσωπεῖο τοῦ θανάτου. Ὁ ὑπέρμετρος ἔρωτας δὲν εἶναι παρὰ τὸ μέτρο τῆς ὑποκρισίας. Ἡ εὐτυχία τοῦ θανάτου ἠδονίζει, εἶναι γιὰ μένα κάτι ὑπέρμετρο, ποὺ ζητάει νὰ στραγγαλίσει τὸ σπασμό μου. Θὰ μποροῦσα, ἂν δὲν εἶχα ζήσει μέσα στὴ βία, νὰ γνώριζα τὴν ἀνείπωτη ἡδυπάθεια; Δὲν θὰ τὴν γνωρίσω πραγματικὰ παρὰ μόνο τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ πεθάνω, παράφορα…
Περισσότερο ἀπὸ τὴ γυναίκα ποὺ παραδίδω στὴν ὑπερβολὴ τῆς ἀγωνίας καὶ τῆς παραζάλης, καλῶ τὸ θάνατο: καὶ πῶς ἀλλιῶς νὰ τὸν καλέσεις, ἂν ὄχι σιωπηλά; Καλῶ τὸ θάνατο. Ἔγραψα τὸν Νεκρό.
Ἀρνήθηκε νὰ γράψουν στὸν τάφο τοῦ τοῦτες τὶς λέξεις: Στὸ τέλος ἀγγίζω τὴν ΑΚΡΑ ΕΥΤΥΧΙΑ. Ὁ τάφος, κι αὐτός, μία μέρα θὰ ἐξαφανιστεῖ.'
‘Αριστείδης ο Τυφλός / Ο Νεκρός’, περιλαμβάνεται στην έκδοση
* * *

'Ὁ θάνατος τοῦ ἑνὸς εἶναι σύστοιχος μὲ τὴ γέννηση τοῦ ἄλλου, τὴν ὁποία ἀναγγέλλει καὶ ἀποτελεῖ προϋπόθεσή της. Ἡ ζωὴ εἶναι πάντα προϊόν της ἀποσύνθεσης τῆς ζωῆς. Κατὰ πρῶτο λόγο εἶναι ὑποτελὴς στὸν θάνατο, κατόπιν στὴ φθορὰ ποὺ ἀκολουθεῖ τὸν θάνατο, καὶ θέτει ἐκ νέου σὲ κυκλοφορία τὶς οὐσίες ποὺ εἶναι ἀναγκαῖες στὴν ἀκατάπαυστη ἔλευση τῶν νέων ὑπάρξεων.
Ἐντούτοις ἡ ζωὴ εἶναι καὶ ἄρνηση τοῦ θανάτου. Εἶναι ἡ καταδίκη, ὁ ἀποκλεισμός του. Πρόκειται γιὰ τὴ μέγιστη ἀντίδραση τοῦ ἀνθρώπινου εἴδους, καὶ ἡ φρίκη τοῦ θανάτου δὲν συνδέεται μόνο μὲ τὴν ἐκμηδένιση τοῦ ὄντος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ σήψη ποὺ παραδίδει τὶς νεκρὲς σάρκες στὴν ἐν γένει ζύμωση τῆς ζωῆς. Πράγματι, ὁ βαθύτατος σεβασμὸς ποὺ συνδέεται μὲ τὴν πανηγυρικὴ παράσταση τοῦ θανάτου, στοιχεῖο τοῦ ἰδεαλιστικοῦ πολιτισμοῦ, εἶναι ὁ μόνος ποὺ προέβαλε μία ριζικὴ ἀντίθεση. Ἡ ἄμεση φρίκη διατηροῦσε –τουλάχιστον ἀόριστα– τὴ συνείδηση μίας ταύτισης τῆς φριχτῆς ὄψης τοῦ θανάτου, τῆς δυσώδους φθορᾶς, καὶ τῆς στοιχειώδους συνθήκης τῆς ζωῆς ποὺ ἀναπτερώνει τὴν καρδιά. Γιὰ τοὺς ἀρχαϊκοὺς λαούς, ἡ στιγμὴ τῆς ἄκρας ἀγωνίας συνδέεται μὲ τὴ φάση τῆς ἀποσύνθεσης· τὰ λευκασμένα ὀστᾶ δὲν διατηροῦν πλέον τὴν ἀφόρητη εἰδὴ τῶν σεσηπότων καὶ σκωληκόβρωτων σαρκίων. Οἱ ζῶντες, συγκεχυμένα, ἀντιμετωπίζουν τὴν ἀγωνία γιὰ τὴ φθορὰ σὰν ἔκφραση τῆς ὠμῆς μνησικακίας καὶ τοῦ μίσους τοῦ νεκροῦ, ἔκφραση ποὺ πραΰνεται μὲ τὶς θρησκευτικὲς τελετές. Σκέπτονται ὅμως ὅτι τὰ λευκασμένα ὀστᾶ ἀνταποκρίνονται στὸν κατευνασμὸ τοῦ μίσους. Τὰ ὀστά, ποὺ τοὺς φαίνονται ἀξιοσέβαστα, εἰσάγουν μία πρώτη εὐσχήμονα –πανηγυρικὴ καὶ ὑποφερτὴ– ἄποψη γιὰ τὸν θάνατο, ἄποψη ποὺ εἶναι ἀκόμα ἀγωνιώδης, ἀλλὰ χωρὶς τὴν ὑπερβολὴ τῆς δραστικῆς μιασματικότητας ποὺ προσιδιάζει στὴ σήψη.'
'Ἁπαιτείται μεγάλο σθένος γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸν δεσμὸ τῆς ὑπόσχεσης γιὰ ζωή, ποὺ εἶναι τὸ νόημα τοῦ ἐρωτισμοῦ, μὲ τὴν πολυτελῆ ὄψη τοῦ θανάτου. Ἡ ἀνθρωπότητα προτιμᾶ νὰ παραγνωρίζει ὅτι ὁ θάνατος συνιστᾶ ἐπίσης καὶ τὴ νεότητα τοῦ κόσμου. Μὲ δεμένα μάτια, ἀρνούμαστε νὰ δοῦμε ὅτι μόνο ὁ θάνατος διασφαλίζει ἀκατάπαυστα ἕνα ἀνάβλυσμα ἄνευ τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ θὰ παρήκμαζε. Ἀρνούμαστε νὰ δοῦμε ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι μία παγίδα ποὺ χρήζει ἰσορροπίας, ὅτι διακατέχεται ἀπὸ ἀστάθεια, καὶ ἀνισορροπία. Εἶναι μία ταραχώδης κίνηση ποὺ μονίμως θυμίζει ἔκρηξη. Ἀλλὰ ἡ διαρκὴς ἔκρηξη τὴν ἐξαντλεῖ καὶ συνεχίζεται μόνο ὑπὸ μία προϋπόθεση· τὰ ὄντα ποὺ θὰ γεννήσει, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἡ ἐκρηκτικὴ δύναμη ἔχει ἐξαντληθεῖ, δίνουν τὴ θέση τους σὲ νέα ὄντα, ποὺ μπαίνουν στὸν χορὸ μὲ νέα δύναμη.
Δὲ θὰ μπορούσαμε νὰ φανταστοῦμε πιὸ πολυδάπανη μεθόδευση. Κατὰ μία ἔννοια ἡ ζωὴ εἶναι ἐφικτή, θὰ ἀναπαραγόταν εὔκολα χωρὶς νὰ πραγματώσουμε αὐτὰ ποὺ περιπαθῶς ἀναδεικνύουν τὸ νόημά της.
Ἡ λογοτεχνία ἕπεται τῶν θρησκειῶν, τὶς ὁποῖες ἄλλωστε κληρονομεῖ. Ἡ θυσία εἶναι ἕνα μυθιστόρημα, εἶναι μία διήγηση, εἰκονισμένη μὲ αἱματηρὸ τρόπο. Ἡ μᾶλλον, σὲ ὑποτυπώδη κατάσταση, εἶναι μία θεατρικὴ παράσταση, ἕνα δράμα συνοψισμένο στὸ τελευταῖο ἐπεισόδιο, ὅπου τὸ ζωικὸ ἢ τὸ ἀνθρώπινο θύμα, παίζει μόνο, ἀλλὰ παίζει μέχρι θανάτου. Ἡ τελετουργία εἶναι ἡ ἀναπαράσταση ἑνὸς μύθου ποὺ ἐπαναλαμβάνεται σὲ δεδομένη ἡμερομηνία, ἑνὸς μύθου ποὺ παριστᾶ τὸν θάνατο ἑνὸς Θεοῦ. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς ξαφνιάζει τὸ γεγονὸς ὅτι, ὑπὸ συμβολικὴ μορφή, συμβαίνει τὸ ἴδιο καθημερινὰ στὴ θυσία τῆς λειτουργίας.
Τὸ παιχνίδι τῆς ἀγωνίας εἶναι πάντα τὸ ἴδιο· ἡ μέγιστη ἀγωνία, ἡ ἀγωνία μέχρι θανάτου, εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμοῦν οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ βροῦν στὸ τέλος, ἐπέκεινα τοῦ θανάτου καὶ τῆς καταστροφῆς, τὸ ξεπέρασμα τῆς ἀγωνίας. Μόνο ποὺ τὸ ξεπέρασμα τῆς ἀγωνίας εἶναι ἐφικτὸ ὑπὸ μία προϋπόθεση· ἡ ἀγωνία πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογη μὲ τὴν εὐαισθησία ποὺ τὴν ἀνακαλεῖ.'
Ο Ερωτισμός, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Ίνδικτος
* * *

'Εἶχα μέσα μου μία ἀστραπιαία παραζάλη, γύρω ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν ὑπῆρχε τίποτε ποὺ στὸ ἑξῆς νὰ μὴν ἔπρεπε νὰ μοῦ εἶναι ἀδιάφορο. Στὸ βάθος τῆς ἀποστροφῆς μου, αἰσθάνθηκα ὅμοιος μὲ τὸν ΘΕΟ. Τί εἶχα νὰ κάνω σ’ αὐτὸν τὸν νεκρὸ κόσμο, ἂν ὄχι νὰ ξεχάσω τὴν ἀστραπὴ ποῦ μὲ εἶχε τυφλώσει ὅταν ἡ μητέρα μου ἦταν στὴν ἀγκαλιά μου; Ἀλλὰ ἤξερα ἤδη, δὲν θὰ ξεχνοῦσα ποτέ.'
'ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΟΠΟΥ ΜΠΗΚΑ, ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΑΝ ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ, ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΝΤΗΡΟΥΝ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΕΝΑ ΙΛΙΓΓΙΩΔΕΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ ΤΟΥ ΑΜΕΤΡΟΥ: ΑΥΤΗ Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ.'
'Η ΖΩΗ ΞΑΝΑΡΧΙΣΕ. Μέσα στὴ βραδύτητά του ὁ χρόνος γιάτρευε τὸ σπαραγμὸ. Ἡ μητέρα μου μπροστά μου ἔμοιαζε ἤρεμη, θαύμαζα, ἀγαποῦσα τὴν κυριαρχία της ποὺ μὲ γαλήνευε βαθιά. Ποτὲ δὲν εἶχα γι’ αὐτὴν μιὰ μεγαλύτερη ἀφοσίωση, καὶ τόσο περισσότερο παράφρονα, ὥστε ἑνωμένοι τώρα μέσα στὴν ἴδια κατάρα, ἤμασταν χωρισμένοι ἀπὸ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο. Ἀνάμεσα σ’ ἐκείνη καὶ σὲ μένα εἶχε σχηματιστεῖ ἕνας νέος δεσμός, αὐτὸς τοῦ ξεπεσμοῦ και τῆς φαυλότητας. Χωρίς καθόλου νὰ στεναχωριέμαι ἐπειδὴ μὲ τὴ σειρά μου εἶχα ὑποκύψει, ἔβλεπα ὅτι τὸ σφάλμα μου, ποὺ σίγουρα τὴ συνέθλιβε ὅπως καὶ μὲ συνέθλιβε, μὰ ποὺ ἴσως, τὸ κατάλαβα ἀργότερα, βασανίζοντάς μας ἤ ὑπὸ τὸν ὅρο νὰ μᾶς βασανίζει, μᾶς ξάνοιγε στὴ μοναδικὴ εὐτυχία ποὺ δὲν ἦταν μάταιη, διότι μᾶς θάμπωσε μὲς στὴν περίπτυξη τῆς δυστυχίας.'
'Μέσα στὸν ἀχανὴ τομέα ὅπου μοναχικὸς καὶ ὑποχθόνια εἶχα εἰσέλθει, ζοῦσα τώρα δίχως φόβο καὶ δίχως τύψεις. Τὴ θρησκευτικὴ φρίκη ποὺ εἶχα πρωτονιώσει, τὴ χρησιμοποιοῦσα, τὴν ἔκανα ἕνα μυστικὸ ἐλατήριο τῆς εὐχαρίστησής μου. Ἡ ἐνδότερη ζωὴ τοῦ σώματος εἶναι τόσο βαθιά: ἀνασύρει ἀπὸ μᾶς τὴν τρομερὴ κραυγὴ ποὺ δίπλα της ἡ ἔφεση τῆς εὐσέβειας δὲν εἶναι παρὰ ἕνα μαλθακὸ τραύλισμα. Ἡ εὐλάβεια ὁταν ξεπεραστεῖ δὲν εἶναι παρὰ πλήξη. Μόνον οἱ δυσκολίες, τὰ προβλήματα τῆς σάρκας, τὰ ψεύδη της, οἱ ἀποτυχίες της, οἱ τρόμοι της, οἱ παρεξηγήσεις ποὺ εἰσάγει, οἱ ἀδεξιότητες τῶν ὁποίων εἶναι ἡ ἀφορμὴ δίνουν στὴν ἁγνότητα τὸ λόγο ὕπαρξής της. Ἡ γενετήσια εὐχαρίστηση εἴναι ἡ πολυτέλεια ποὺ περιορίζουν τὰ γηρατειά, ἡ ἀσχήμια καὶ ὅλες οἱ μορφὲς τῆς ἀθλιότητας. Ἴσα ἴσα ποὺ αὐτὴ ἡ πολυτέλεια μοῦ εἶχε δοθεῖ, εἶδα μέσα στὴν ὀργὴ ποὺ τῆς ἀντιτάσσουν οἱ ἱερεῖς ἕνα παράπονο τῆς ἀνίατης ἀνημπόριας (ποὺ ἡ κίνηση τῆς διέγερσης ἀνατρέπει). Αὐτὸ ποὺ ζοῦσε ἀκόμη σὲ μένα ἀπὸ μιὰ διακαὴ θρησκευτικότητα συνδυαζόταν μὲ τῆν ἔκσταση μιᾶς ἡδονικῆς ζωῆς, ἀποκοβόταν ἀπὸ τὴν τεράστια φύρα τοῦ πόνου.'
Η Μητέρα Μου, μτφρ. Αγγελική Πέτρα-Συρινιώτη, εκδ. Άγρα
* * *

'Η τέχνη συνιστά μια μικρή ελεύθερη επικράτεια έξω από τη δράση, πληρώνοντας την ελευθερία της με την αποκήρυξη του πραγματικού κόσμου. Αυτό το τίμημα είναι βαρύ και δεν υπάρχει ούτε ένας συγγραφέας που να μην ονειρεύεται να ξαναβρεί τη χαμένη πραγματικότητα: οφείλει όμως γι’ αυτό να πληρώσει προς την αντίθετη κατεύθυνση, να αποκηρύξει την ελευθερία και να υπηρετήσει μια προπαγάνδα. Ο καλλιτέχνης, περιοριζόμενος στη μυθοπλασία, ξέρει πως δεν είναι ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος, μα το ίδιο συμβαίνει με τον προπαγανδιστή λογοτέχνη. Ο τομέας των τεχνών κατά μία έννοια ζώνει από κάθε μεριά την ολότητα: τούτη ωστόσο του ξεφεύγει με κάθε τρόπο.'
'Ακούω, τη στιγμή που γράφω, τη βροντή του κεραυνό και το βουητό του ανέμου· καραδοκώντας, μαντεύω το θόρυβο, τη λάμψη, τις καταιγίδες της γης από τα βάθη των χρόνων. Μέσα σ’ αυτόν τον απεριόριστο χρόνο, σ’ αυτόν τον απεριόριστο ουρανό, που πάταγοι τους διατρέχουν και δίνουν το θάνατο το ίδιο απλά όπως κι η καρδιά μου το αίμα, νιώθω να με συνεπαίρνει μια ζωηρή κίνηση, προς στιγμήν υπερβολικά βίαιη. Απ’ τα παραθυρόφυλλά μου περνάει ένας άπειρος άνεμος, φέρνοντας μαζί του την αποχαλίνωση των μαχών, τη λυσσαλέα δυστυχία των αιώνων. Δεν έχω άραγε μέσα μου μια λύσσα για αίμα και την τύφλωση που χρειάζεται για να ευχαριστιέμαι τα χτυπήματα; Θα ήθελα να μην είμαι τίποτε περισσότερο από μια κραυγή μίσους –που απαιτεί το θάνατο– και δε θα απέμενε τίποτε ομορφότερο από σκυλιά που αλληλοσπαράζονται! Μα είμαι αποκαμωμένος, πυρετιασμένος…'
'Να συγκρατείς την ένωση των σωμάτων –στην περίπτωση της υπερβάλλουσας ηδονής– μια μετέωρη στιγμή έξαψης, ενδόμυχης έκπληξης και υπερβολικής αγνότητας. Το ον, εκείνη τη στιγμή, αίρεται πάνω απ’ τον εαυτό του, όπως θα ανυψωνόταν ένα πουλί κυνηγημένο, πετώντας στα βάθη τ’ ουρανού. Όμως, την ίδια στιγμή που εκμηδενίζεται, απολαμβάνει την εκμηδένισή του και δεσπόζει απ’ αυτό το ύψος σε όλα τα πράγματα, μ’ ένα συναίσθημα ξενότητας. Η υπερβάλλουσα ηδονή ακυρώνεται και αφήνει τη θέση της σ’ αυτή την εκμηδενιστική εξύψωση στους κόλπους του άπλετου φωτός. Ή μάλλον, η επιθυμία, παύοντας να είναι μια απόκριση στην επιθυμία του όντος, ξεπερνώντας καθ’ υπερβολήν αυτή την επιθυμία, ξεπερνά την ίδια στιγμή το ον και υποκαθιστά σ’ αυτό μια διολίσθηση– ένα μετέωρο, λαμπρό, υπερβολικό τρόπο ύπαρξης, μια διολίσθηση συνδεδεμένη με την αίσθηση του να είσαι γυμνός και να διεισδύεις στην ανοιχτή γύμνια του άλλου. Μια τέτοια κατάσταση προϋποθέτει τη γύμνια κατορθωμένη, απολύτως κατορθωμένη, κι αυτό με αφελή αγγίγματα– συγχρόνως επιδέξια: η εν λόγω επιδεξιότητα δεν είναι ούτε αυτή των χεριών ούτε αυτή των σωμάτων. Θέλει την ενδόμυχη γνώση της γύμνιας –μιας πληγής των σωματικών όντων– που κάθε άγγιγμα βαθύνει το άνοιγμά της.'
Για τον Νίτσε: Θέληση για Τύχη, μτφρ. Χάρης Ε. Ράπτης & Νίκος Ηλιάδης, εκδ. Ψυχογιός
* * *

'Στο μέτρο που η συνολική κίνηση μειώνεται σε ένταση, οι ατομικές κινήσεις και προπάντων οι λειτουργικές κινήσεις αυξάνονται και αποσυνδέονται όλο και πιο πολύ από τη συνολική κίνηση. Είναι δύσκολο, αναμφίβολα, να φανταστούμε ως φαινόμενο παρακμής μια αυξανόμενη ένταση των ατομικών κινήσεων. Ωστόσο η αυξανόμενη ένταση των λειτουργικών κινήσεων που είναι εξ ορισμού δούλειες, εξ ορισμού εξαρτημένες, είναι πολύ σοβαρότερη. Κι αυτό σημαίνει ότι η χρησιμότητα υπερισχύει της ύπαρξης, ότι η ύπαρξη σιγά σιγά υποτάσσεται και υποδουλώνεται.'
'Η εργασία έχει, σ’ ένα ορισμένο μέτρο, τη δυνατότητα να στερεί την ανθρώπινη ύπαρξη από τη μέριμνα του πεπρωμένου, του θανάτου, της τραγωδίας. Από την άλλη, η απουσία μέριμνας για το τραγικό γεννά το γέλιο. Και πρέπει να διευκρινίσουμε εδώ το εξής: τα τραγικά στοιχεία της ζωής δεν χάθηκαν, αλλά έπαψαν να είναι κάτι που οι άνθρωποι το βιώνουν εν κοινώ, κάτι που το υποφέρουν σε γιορτές θυσίας και θανάτου, κάτι που το καθιστούν αρχή εξύμνησης. Στην κατάθλιψη που χαρακτηριστικά συνδέεται με τη συνηθισμένη εργασία αυτά τα στοιχεία απομακρύνονται πολύ προσωρινά, όμως, άπαξ και παρεισφρήσουν στην πραγματική ύπαρξη, αυτή η ύπαρξη είναι περισσότερο αφοπλισμένη από ποτέ άλλοτε απέναντί τους. Ωστόσο, η γενική αναισθησία, η απουσία έντονης κεντρικής κίνησης αντισταθμίζεται από την περιφερειακή κίνηση που αποτελεί το γέλιο. Η αναπαράσταση εν κοινώ των τραγικών στοιχείων είναι που συναθροίζει, ενώ το γέλιο συνδέεται με μια διασπορά. Η τραγωδία κατάφερε να επέλθει στο κέντρο της ύπαρξης μια βαριά ρωγμή. Προσέδιδε στις ανθρώπινες σχέσεις που διαμορφώνονταν ένα είδος εξυμνούμενης βαρύτητας. Το γέλιο καθιστά άμεσες τις ανθρώπινες σχέσεις, τους στερεί κάθε απόθεμα. Έτσι, διαμορφώθηκε η σημερινή κοινωνία, μέσα στην οποία το κυρίαρχο γεγονός έγινε η εργασία, έτσι όπως αυτή σφετερίστηκε τη θέση της βαθιάς ύπαρξης, έτσι όπως αυτή χρησιμεύει ως αναισθητικό, έτσι όπως αυτή εισάγει ανταποδοτικά ανθρώπινες σχέσεις κενές και χωρίς απόθεμα, καρυκεύοντάς τες με ηδονές δίχως ένταση.'
Η Ιερή Κοινωνιολογία του Σύγχρονου Κόσμου, μτφρ. Νίκος Ηλιάδης, εκδ. Κέδρος
* * *

'Ἄλλωστε, οἱ τελματὠδεις περιοχὲς τοῦ κώλου –μὲ τὶς ὁποῖες μοιάζουν μόνον οἱ μέρες ποὺ φουσκώνουν καὶ πλημμυρίζουν τὰ νερὰ καὶ ξεσποῦν καταιγίδες ἤ κι οἱ ἀποπνικτικὲς ἀναθυμιάσεις τῶν ἡφαιστείων, καὶ οἱ ὁποῖες δὲν ἀφυπνίζονται παρὰ μόνον ὅταν πρόκειται νὰ φέρουν, ὅπως οἱ καταιγίδες καὶ τὰ ἡφαίστεια, κάτι ἀπ’ τὴν καταστροφὴ ἤ ἀπ’ τὴ συμφορά–, αὐτὲς οἱ ἀπελπιστικὲς περιοχὲς ποὺ ἡ Σιμόν, μὲ μιὰ ἐγκατάλειψη ποὺ μόνο βαναυσότητες προμηνοῦσε, μ’ ἄφηνε νὰ τὶς κοιτάζω σὰν υπνωτισμένος, δὲν ἦταν πιὰ γιὰ μένα παρὰ ἡ πλουτώνεια κι ἀπύθμενη αὐτοκρατορία μιᾶς Μαρσέλλ ποὺ τραβοῦσε τὰ μαρτύρια τοῦ Χριστοῦ μὲς στὴ φυλακή της καὶ δὲν μποροῦσε νὰ ξεφύγει ἀπ’ τοὺς ἐφιάλτες. Μάλιστα, τὸ μόνο πράγμα ποὺ καταλάβαινα ἦταν σὲ ποιό σημεῖο ὁ ὀργασμὸς λεηλατοῦσε τὸ πρόσωπο αὐτοῦ τοῦ κοριτσιοῦ ποὺ τοὺς λυγμούς του διέκοπταν φρικιαστικές κραυγές.'
'Στάθηκα ἀπότομα ξέπνοος. Εἶχα φτάσει στὶς τσουκνίδες ὅπου εἶχε λίγο πρὶν ἐξαφανιστεῑ ἡ σκιά. Τὸ πιστόλι μ’ εἶχε φέρει σὲ παροξυσμὸ κι ἄρχισα νὰ κοιτάζω ἀπ’ ὅλες τὶς μεριές. Καὶ ξάφνου, μοῦ φάνηκε πὼς ὁλόκληρη ἡ πραγματικότητα σχίστηκε στὰ δυό: ἕνα σαλιωμένο χέρι εἶχε γραπώσει τὸ πέος μου κι ἄρχισε νὰ μοῦ τὸ παίζει μὲ πυρετώδεις κινήσεις, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἔνιωσα ἕνα ἀφρισμένο καὶ φλογερὸ φιλὶ στὴ ρίζα τοῦ κώλου μου, καὶ τὰ γυμνὰ βυζιά, τὰ γυμνὰ μπούτια μιᾶς γυναίκας νὰ κολλοῦν στὰ μπούτια μου μ’ ἕνα σπασμὸ ὀργασμοῦ. Μόλις ποὺ πρόλαβα νὰ γυρίσω καὶ νὰ ξεράσω τὸ σπέρμα μου στὸ πρόσωπο τῆς λατρευτῆς μου Σιμόν. Κρατώντας τὸ πιστόλι στὸ χέρι, ἔνιωσα ἕνα ρίγος ποὺ ἡ ἔντασή του ἦταν τόση ὅση καὶ τῆς ἀνεμοθύελλας, τὰ δόντια μου χτυποῦσαν, τὰ χείλια μου εἶχαν γεμίσει ἀφρούς, συστρέφοντας τὰ χέρια ἔσφιξα σπασμωδικὰ τὸ πιστόλι μου καί, χωρὶς νὰ τὸ θέλω, τράβηξα πρὸς τὴν κατεύθυνση τοῦ πύργου τρεῖς τρομαχτικὲς κι ἄστοχες πιστολιές.'
'Ὁ ἀέρας εἶχε πέσει λίγο, κι ἐπειδὴ ξεπρόβαλε ἕνα κομμάτι τοῦ ἔναστρου οὐρανοῦ, ἔκανα τὴ σκέψη πώς, μιὰ κι ὁ θάνατος ἦταν ἡ μόνη διέξοδος στὴ στύση μου, ἄν ἡ Σιμὸν κι ἐγὼ σκοτωνόμασταν, τὴ θέση τοῦ σύμπαντος τοῦ δικοῦ μας προσωπικοῦ ὁράματος, ποὺ ἐμεῖς δὲν μπορούσαμε νὰ τ’ ἀντέξουμε, θὰ τὴν ἔπαιρναν ἀναγκαστικὰ τὰ καθαρὰ ἄστρα ποὺ δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὰ ἐξωτερικὰ βλέμματα καὶ ποὺ θὰ πραγματοποιοῦσαν ἐν ψυχρῷ, χωρὶς τὶς καθυστερήσεις καὶ τῖς ὑπεκφυγὲς τῶν ἀνθρώπων, αὐτὸ ποὺ ἐμένα μοῦ φαίνεται πὼς εἶναι ἡ κατάληξη τῶν σεξουαλικῶν μου καταχρήσεων, δηλαδὴ μιὰ πυράκτωση γεωμετρικὴ (πού, ἐκτὸς τῶν ἅλλων, εἶναι καὶ σημεῖο σύμπτωσης τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, τοῦ εἶναι καὶ τοῦ μηδενὸς) κι ἀπόλυτα ἀστραποβόλα.'
'Ἡ Σιμὸν ἦταν πράγματι ἀνίκανη νὰ συλλάβει τί εἲν’ ὁ θάνατος, μὲ τὸν τρόπο ποὺ συνήθως τὸν ἀντιμετωπίζουμε, γι’ αὐτὸ τὴν εἶχε πιάσει ἀγωνία κι εἶχε φρενιάσει, δὲν ἔνιωθε ὅμως κανένα σεβασμό. Ἔτσι ἀπομονωμένοι ὅπως ἤμασταν, ἡ Μαρσὲλλ ἦταν σὲ τέτοιο βαθμὸ δικιά μας, ὥστε δὲν εἴδαμε πὼς ἦταν κι αὐτὴ σὰν ὅλους τους πεθαμένους. Τίποτ’ ἀπ’ ὂλ’ αὐτὰ δὲν μποροῦσε νὰ κλειστεῖ στὰ ὅρια τοῦ κοινοῦ μέτρου, κι οἱ ἀλληλοσυγκρουόμενες παρορμήσεις πού μας κυβερνοῦσαν ἐκεῖνες τὶς στιγμὲς καὶ μᾶς ἔκαναν ὅ,τι ἤθελαν, ἐκμηδενίζονταν ἀφήνοντάς μας τυφλοὺς καί, κατὰ κάποιο τρόπο, σὲ μεγάλη ἀπόσταση ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἀγγίζαμε, σ’ ἕναν κόσμο ὅπου οἱ χειρονομίες δὲν ἔχουν κανένα ἀντίκρισμα, σὰ φωνὲς μέσα σ’ ἕνα χῶρο ὅπου δὲν μπορεῖ ν’ ἀκουστεῖ κανένας ἀπολύτως ἦχος.'
Η Ιστορία του Ματιού, μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα
* * *

'Στην ουσία όταν καταριόμαστε το θάνατο δε φοβόμαστε παρά τον ίδιο μας τον εαυτό: είναι η σκληρότητα της δικής μας βούλησης που μας κάνει αν τρέμουμε. Λέμε ψέματα στον εαυτό μας, όταν ονειρευόμαστε να ξεφύγουμε από την κίνηση της πολυτελούς, υπεραφθονίας, της οποίας δεν είμαστε παρά η πιο οξυμένη μορφή. Ή μάλλον λέμε ψέματα στον εαυτό μας μόνο και μόνο για να δοκιμάσουμε στη συνέχεια τη σκληρότητα αυτής της βούλησης, οδηγώντας την στην ακραία σκληρότητα της συνείδησης.
Η πολυτέλεια του θανάτου, από αυτή την άποψη, αντιμετωπίζεται εκ μέρους μας με τον ίδιο τρόπο όπως η πολυτέλεια της σεξουαλικότητας, πρώτα σαν μια άρνηση του εαυτού μας και ύστερα, μέσ’ από μια αιφνίδια ανατροπή, σαν μια βαθιά αλήθεια της κίνησης που έκφρασή της είναι η ζωή.
Μέσα στις τωρινές συνθήκες, ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας, η αναπαραγωγή με τη συμμετοχή των φύλων είναι μαζί με τη βρώση και τον θάνατο ένας από τους πολυτελείς δρόμους που εξασφαλίζουν την έντονη ανάλωση της ενέργειας. Πρώτ’ απ’ όλα τονίζει εκείνο που προμήνυε η αναπαραγωγή χωρίς τη συμμετοχή των φύλων: τη διαίρεση, μέσω της οποίας το εξατομικευμένο ον παραιτείται το ίδιο από την ανάπτυξη και μέσ’ από τον πολλαπλασιασμό των ατόμων τη μεταφέρει στην απρόσωπη ζωή.'
'Οι θρησκευτικές δραστηριότητες –οι θυσίες, οι γιορτές, οι πολυτελείς χώροι– απορροφούν την πλεονάζουσα ενέργεια μιας κοινωνίας, αλλά συνήθως αποδίδεται δευτερεύουσα σημασία σε αυτό που η πρώτη σημασία του ήταν να σπάει τις αλυσίδες της πρακτικής δραστηριότητας. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μια μεγάλη ανησυχία –ένα αίσθημα σφάλματος, δόλου– που διαποτίζει τη θρησκευτική σφαίρα. Μια θυσία με σκοπό ένα ευτελές αποτέλεσμα, όπως η γονιμότητα των αγρών, είναι κάτι το άχαρο σε σχέση με το θείο, το ιερό, που αντιπροσωπεύει η θρησκεία. Η θεία χάρις στο χριστιανισμό απελευθερώνει βασικά τη θρησκευτική ζωή από τη δικαιοδοσία της παραγωγικής δραστηριότητας. Όμως αν η σωτηρία του πιστού είναι η ανταμοιβή για τις αρετές του, αν μπορεί να πετύχει αυτή τη σωτηρία με τα έργα του, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να εισάγει πιο βαθιά στο χώρο της θρησκείας τις αλυσίδες που καθιστούν άθλια στα μάτια της τη χρήσιμη εργασία. Έτσι, τα έργα που μεσ’ από αυτά ένας χριστιανός προσπαθεί να βρει τη σωτηρία του μπορούν με τη σειρά τους να θεωρηθούν ως ασέβειες. Ακόμη και το απλό γεγονός ότι διαλέγει σαν σκοπό τη σωτηρία φαίνεται αντίθετο με την αλήθεια της θείας χάριτος. Μόνο η θεία χάρις πραγματώνει τη σύμπνοια με τη θεότητα, η οποία δεν μπορεί να υποτάσσεται, όπως τα πράγματα, στη λογική συνέπεια. Το δώρο που κάνει η ίδια η θεότητα στην πιστή ψυχή δεν μπορεί να πληρωθεί με τίποτα.'
Το Καταραμένο Απόθεμα, μτφρ. Λένα Λυμπεροπούλου, εκδ. Futura
* * *

'Ξεκινώντας ἀπὸ ἕναν ἀπαίσιο πόνο, καὶ ξανά, ἡ αὐθάδεια, ἡ ὁποία παρ’ ὅλα αὐτὰ ἐπιμένει ὕπουλα, μεγαλώνει, στὴν ἀρχὴ ἀργά, ἔπειτα, ξαφνικά, μὲ μιὰ λάμψη, μὲ τυφλώνει καὶ μὲ ἀνυψώνει σὲ μιὰ εὐτυχία ὁλοφάνερη ἐνάντια σὲ κάθε λογική.'
'Μέσα στὸ σκοτάδι ὑπῆρχαν στιγμὲς ποὺ ἀναζητοῦσε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Κοιταζόμασταν στὰ μάτια μὲ φόβο. Ἤμαστε δεμένοι, ἀλλὰ δὲν εἴχαμε πλέον τὴν παραμικρὴ ἐλπίδα. Σὲ μία στροφὴ τοῦ δρόμου ἕνα κενὸ ἄνοιξε κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μας. Περιέργως, αὐτὸ τὸ κενὸ ἦταν τόσο ἀπέραντο ὅσο καὶ ὁ ἔναστρος οὐρανὸς πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας. Πληθώρα μικρῶν φώτων, ποὺ ὁ ἄνεμος τὰ συντάραζε, εἶχαν στερήσει μέσα στὴ νύχτα μία σιωπηλή, ἀκατανόητη γιορτή. Αὐτὰ τὰ ἀστέρια, τὰ κεριὰ ἦταν κατὰ ἑκατοντάδες ἀναμμένα στὸ χῶμα: στὸ χῶμα ὅπου στοιχίζονταν πλῆθος φωτισμένοι τάφοι. Ἔπιασα τὴν Ντοροτέα ἀπὸ τὸ μπράτσο. Ἤμαστε γοητευμένοι ἀπὸ τὴν ἄβυσσο τῶν νεκρικῶν ἄστρων. Ἡ Ντοροτέα μὲ πλησίασε. Μὲ φίλησε στὸ στόμα γιὰ ὤρα. Μὲ ἀγκάλιασε, μὲ ἕσφιγγε δυνατά. Ἦταν πρώτη φορᾶ, ἐδῶ καὶ καιρό, ποὺ ἐκδηλωνόταν. Βιαστική, στὴν ὀργωμένη γῆ, ἔξω ἀπὸ τὸ δρόμο, διανύσαμε τὰ δέκα βήματα τῶν ἐραστῶν. Ἤμαστε ἀκόμη πάνω ἀπὸ τοὺς τάφους. Ἡ Ντοροτέα ἄνοιξε τὸ μαντῶ της, τὴν ξεγύμνωσα μέχρι τὸ αἰδοῖο της. Ἐκείνη ξεγύμνωσε ἐμένα. Πέσαμε στὸ μαλακὸ χῶμα καὶ διείσδυσα στὸ ὑγρὸ κορμὶ τῆς ὅπως ἕνα εὐέλικτο ἄροτρο διεισδύει στὴ γῆ. Ἡ γῆ κάτω ἀπὸ αὐτὸ τὸ σῶμα εἶχε ἀνοίξει σὰν τάφος, ἡ γυμνὴ κοιλιὰ τής μου ἀνοίχτηκε σὰν φρεσκοσκαμμένος τάφος. Ἤμαστε ἐμβρόντητοι κάνοντας ἔρωτα πάνω ἀπὸ ἕνα ἔναστρο κοιμητήριο. Κάθε φῶς ἀνήγγειλε ἕναν σκελετὸ μέσα σὲ ἕναν τάφο καὶ ὅλα μαζὶ σχημάτιζαν ἕναν τρεμάμενο οὐρανό, τόσο ταραγμένο ὅσο καὶ οἱ κινήσεις τῶν συμπλεκόμενων σωμάτων μας. Εἶχε κρύο, τὰ χέρια μου διείσδυαν στὴ γῆ. Ξεκούμπωσα τὴν Ντοροτέα, λέρωσα τὰ ἐσώρουχά της καὶ τὸ στῆθος της μὲ τὸ νωπὸ χῶμα ποὺ εἶχε κολλήσει στὰ δάχτυλά μου. Τὰ στήθη της, ἐλευθερωμένα ἀπὸ τὰ φορέματα, ἦταν λευκὰ σὰν τὴ Σελήνη. Κάπου κάπου ἐγκατέλειπε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, μέχρι ποὺ τρέμαμε ἀπὸ τὸ κρύο. Τὰ κορμιά μας τρέμανε σὰν ὀδοντοστοιχίες ποὺ χτυπᾶνε μεταξύ τους.'
Το Γαλάζιο του Ουρανού, μτφρ. Ειρήνη Τσολακέλλη, εκδ. Άγρα
* * *

'Τὸ γέλιο ψυχανεμίζεται τὴν ἀλήθεια ποὺ ξεγυμνώνει ὁ σπαραγμὸς τῆς κορυφῆς: ὅτι ἡ θέλησή μας νὰ καθηλώσουμε τὸ εἶναι εἶναι καταραμένη. Τὸ γέλιο γλιστρᾶ ἐπιφανειακὰ κατὰ μῆκος ἐλαφρῶν χαμηλώσεων: ὁ σπαραγμὸς ἀνοίγει τὴνἄβυσσο. Ἄβυσσος καὶ χαμηλώσεις εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ κενό: ἡ μηδαμινότητα τοῦ εἶναι ποὺ εἴμαστε. Τὸ εἶναι μέσα μαςκρύβεται, μᾶς λείπει, ἀφοῦ τὸ περικλείουμε στὸν ipse καὶ εἶναι ἐπιθυμία –ἀναγκαιότητα– νὰ ἀγκαλιάσει τὸ πᾶν. Καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι συλλαμβάνουμε καθαρὰ τὴν κωμωδία δὲν ἄλλάζει τίποτα. Οἱ ὑπεκφυγές (ἡ ταπεινοφροσύνη, ὁ θάνατος στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό, ἡ πίστη στὴν ἐξουσία τοῦ λογικοῦ) δὲν εἶναι παρὰ ἰσάριθμοι δρόμοι ἀπ’ ὅπου βαλτώνουμε περισσότερο.
Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ, ἀπὸ καμμιὰ καταφυγή, νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν ἀνεπάρκεια, οὔτε νὰ ἀπαρνηθεῖ τὴν φιλοδοξία. Ἡ θέλησή του γιὰ φυγὴ εἶναι ὁ φόβος ποὺ ἔχει νὰ εἶναι ἄνθρωπος: δὲν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα παρὰτὴν ὑποκρισία – τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν τολμᾶ νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι [ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτή, ἡἀνθρώπινη ὕπαρξη εἶναι σὲ μᾶς σὲ ἐμβρυώδη μόνο κατάσταση, δὲν εἶμαστε ἄνθρωποι σωστοί]. Δὲν εἶναι διανοητὴκαμμιὰ συμφωνία καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀναπόφευκτα πρέπει νὰ θέλει νὰ εἶναι τὸ πᾶν, νὰ παραμένει ipse. Εἶναι κωμικὸς στὰ ἴδια του τὰ μάτια, ἄν ἔχει συνείδηση τοῦ γεγονότος: χρειάζεται λοιπὸν νά θέλει νὰ εἶναι κωμικός, γιατὶ τέτοιος εἶναι καθόσον εἶναι ὁ ἄνθρωπος (δὲν πρόκειται πιὰ γιὰ πρόσωπα τῆς κωμωδίας ποὺ κρύβουν τὸἀληθινό τους πρόσωπο) – δίχως διαφυγή. [Αὐτὸ προϋποθέτει ἕναν ἀγωνιώδη χωρισμὸ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό, μιὰν ὁριστικὴ δυσαρμονία καὶ ἀσυμφωνία –ποὺ ὑπομένονται μὲ σθένος– δίχως μάταιες προσπάθειες νὰ συγκαλυφθοῦν.]
Ἑν πρώτοις –δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀποφύγει– ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ δώσει μάχη, ὀφείλοντας νὰ ἀνταποκριθεῖστὴν θέληση ποὺ ἔχει νὰ εἶναι μόνος αὐτὸς τὸ πᾶν. Καθόσον δίνει μάχη, ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι οὔτε κωμικὸς οὔτε τραγικός, καὶ ὅλα σὲ αὐτὸν παραμένουν ἐκκρεμῆ: πρέπει νὰ ὑποτάσσει τὰ πάντα στὴν δράση μέσῳ τῆς ὁποίας χρειάζεται νὰ μεταφράσει τὴν θέλησή του (χρειάζεται λοιπὸν νὰ εἶναι ἠθικός, προστακτικός). Μιὰ φυγὴ ὅμως μπορεῖ νὰ διανοίγεται.
Τὰ ἀντικείμενο τῆς μάχης εἶναι μία σύνθεση ὁλοένα καὶ πιὸ πλατειὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ εἶναι δύσκολο νὰ φθάσεις καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ καθολικό. Μὲ τὴν ἐπιτυχία ὅμως ἡ μάχη φέρνει πιὸ κοντά σ’ αὐτό (σέ ἐξέχοντα σύνολα ἡ ἀνθρώπινη ζωή τείνει νά λάβει ἀξία καθολική). Ἀρκεῖ νὰ χαλαρώσει ἡ μάχη –ἤ νὰ τῆς διαφύγει, κατὰ κάποιον τρόπο, μιὰ ζωή– κι ὁ ἄνθρωπος φθάνει στὴν ὕστατη μοναξιά του: τὴν στιγμὴ αὐτὴ ἡθέληση νὰ εἶναι τὸ πᾶν τὸν κάνει κομμάτια. Βρίσκεται τότε σὲ μάχη ὄχι πλέον μὲ ἕνα σύνολο ἰσότιμο ἐκείνου ποὺ ἀντιπροσωπεύει, ἀλλὰ μὲ τὸ μὴ-εἶναι. Σὲ τούτη τὴν ἀκραία διένεξη, μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ τὸν ταῦρο σὲ μιὰ ταυρομαχία. Ὁ ταῦρος, στὴν ταυρομαχία, τὴν μιὰ βυθίζεται βαριὰ στὴν ζωώδη χαύνωση – τὴν ἄλλη, κυριευμένος ἀπὸ λύσσα, χυμάει μέσα στὸ κενὸ ποὺ ἕνας μαντατὸρ-φάντασμα ἀνοίγει ἀκατάπαυστα μπροστά του. Ὅμως τὸ ἀντιμέτωπο αὐτὸ κενό, εἶναι ἡ γύμνια τὴν ὁποία διαλέγει νὰ ἐγκολπωθεῖ –ΚΑΘΟΣΟΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΤΕΡΑΣ– ἀναλαμβάνονταςἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ τὸ ἁμάρτημα. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι πιὰ ὅπως τὸ ζῶο τὸ ἄθυρμα τοῦ μὴ-εἶναι, ἀλλὰ τὸἴδιο τὸ μὴ-εἶναι εἶναι τὸ ἄθυρμά του – ἀβυσσώνεται ἐκεῖ, ἀλλὰ φωτίζει τὸ σκοτάδι του μὲ τὸ γέλιο του, στὸὁποῖο δὲν φθάνει παρὰ μόνο μεθυσμένος ἀπὸ τὸ ἴδιο κενὸ ποὺ τὸν σκοτώνει.'
Η Εσωτερική Εμπειρία, μτφρ. Ξενοφών Κομνηνός, εκδ. Ίνδικτος
* * *

'Ο θάνατος είναι κατά μία αγοραία έννοια αναπόφευκτος, αλλά κατά μία βαθιά έννοια απρόσιτος. Το ζώο τον αγνοεί, μολονότι ο θάνατος ρίχνει τον άνθρωπο στη ζωότητα. Ο ιδεώδης άνθρωπος που ενσαρκώνει τη λογική παραμένει ξένος στον θάνατο: η ζωότητα ενός θεού είναι ουσιώδης στη φύση του· βρώμικη (δύσοσμη) και συγχρόνως ιερή.
Η αηδία, η πυρετώδης γοήτευση συνενώνονται, εκτραχύνονται στον θάνατο: δεν πρόκειται πλέον για την κοινότοπη εκμηδένιση, αλλά για το σημείο καθαυτό όπου συγκρούονται η έσχατη απληστία και η ακραία φρίκη. Το πάθος που κατευθύνει τόσα παιχνίδια ή φρικτά όνειρα δεν είναι λιγότερο ο παράφορος πόθος να είμαι εγώ απ’ όσο ο πόθος να μην είμαι πια τίποτα.
Μέσα στην άλω του θανάτου, και μόνον εκεί, το εγώ θεμελιώνει την αυτοκρατορία του· εκεί ανατέλλει η καθαρότητα μιας απέλπιδης απαίτησης· εκεί πραγματοποιείται η ελπίδα του εγώ=που=πεθαίνει (ελπίδα ιλιγγιώδης, η οποία καίγεται από πυρετό, όπου προωθείται το όριο του ονείρου).
Συγχρόνως απομακρύνεται, όχι ως μάταιη φαινομενικότητα, αλλά εξαιτίας του ότι εξαρτάται απ’ τον κόσμο ο οποίος έχει ριχτεί στη λήθη (αυτήν την οποία θεμελιώνει η αλληλεξάρτηση των μερών), η σαρκικώς ανυπόστατη παρουσία του Θεού.
Δεν υπάρχει πια Θεός στον «απροσπέλαστο θάνατο», δεν υπάρχει πια Θεός στην κλειστή νύχτα, δεν ακούμε πια παρά το λάμα σαβαχθανί, τη φρασούλα που μαζί με άλλες οι άνθρωποι φόρτωσαν με ιερή φρίκη.
Στο ιδανικώς σκοτεινό κενό, χάος, μέχρι που να διακρίνει κανείς την απουσία χάους (εκεί όλα είναι έρημος, ψύχος, μέσα στην κλειστή νύχτα, παρόλο που συγχρόνως υπάρχει μία οδυνηρή λαμπρότητα, που φέρνει πυρετό), η ζωή ανοίγεται στον θάνατο, το εγώ μεγαλώνει έως την καθαρή προστακτική: αυτή η προστακτική, στην εχθρική πλευρά του είναι, διατυπώνεται με το «να πεθάνεις σαν σκυλί»· δεν έχει καμία εφαρμογή σ’ έναν κόσμο τον οποίο αποστρέφεται.
Όμως, εντός της απίθανης δυνατότητας, αυτή η καθαρότητα του «να πεθάνεις=σαν=σκυλί» αποκρίνεται στην απαίτηση του πάθους –όχι του σκλάβου για τον κύριο: η ζωή που αφιερώνεται στο να πεθάνει, ένα πάθος του εραστή για την ερωμένη· η οργισμένη ζήλια της ερωμένης βαραίνει εκεί, ποτέ όμως η «κυριαρχία».
Και, για να τελειώνουμε μ’ αυτό, η πτώση στον θάνατο είναι βρώμικη· σε μία μοναξιά επαχθή με άλλον τρόπο από εκείνη όπου οι εραστές απογυμνώνονται, η προσέγγιση της σαπίλας είναι που συνδέει το εγώ=που=πεθαίνει με τη γύμνια της απουσίας.'
Η Εσωτερική Εμπειρία, μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Πλέθρον
* * *

'Οι συναισθηματικές σχέσεις οι οποίες συνδέουν στενά (ταυτίζουν) τον ηγέτη με το μέλος του κόμματος [...] είναι σε γενικές γραμμές ανάλογες με εκείνες που ενώνουν τον επικεφαλής με τους στρατιώτες του. Η επιτακτική παρουσία του ηγέτη ισοδυναμεί με αναίρεση του θεμελιώδους επαναστατικού αναβρασμού τον οποίο αυτός εκμεταλλεύεται: η επανάσταση, η οποία βεβαιώνεται ως θεμέλιο, την ίδια στιγμή θεμελιωδώς αναιρείται, αφού η εσωτερική κυριαρχία [domination] ασκείται στρατιωτικά επί της πολιτοφυλακής. Αλλά αυτή η εσωτερική κυριαρχία δεν εξαρτάται από πραγματικές ή πιθανές πράξεις πολέμου: ουσιαστικά τίθεται η ίδια ως ο ενδιάμεσος όρος μιας εξωτερικής κυριαρχίας επί της κοινωνίας και του κράτους, ως ο ενδιάμεσος όρος μιας συνολικής επιτακτικής αξίας. Έτσι, προκύπτουν ταυτόχρονα οι χαρακτηριστικές ιδιότητες των δύο κυριαρχιών [dominations] (εσωτερικής και εξωτερικής, στρατιωτικής και θρησκευτικής): ιδιότητες σχετικές με την ενδοβαλλόμενη ομοιογένεια –όπως το καθήκον, η πειθαρχία και η υπακοή– και ιδιότητες σχετικές με την ουσιαστική ετερογένεια – η επιτακτική βία και η αναγόρευση του ηγέτη σε υπερβατικό αντικείμενο του συλλογικού συναισθήματος. Ωστόσο, η θρησκευτική αξία του ηγέτη είναι στ’ αλήθεια η θεμελιώδης (αν όχι η τυπική) αξία του φασισμού, αυτή που δίνει στη δραστηριότητα της πολιτοφυλακής τη χαρακτηριστική συναισθηματική της τονικότητα, η οποία είναι διαφορετική από εκείνη του στρατιώτη γενικά. Ως εκ τούτου, ο ηγέτης δεν είναι στην πραγματικότητα παρά η εκπόρευση μιας αρχής, η οποία δεν είναι άλλη από την ένδοξη ύπαρξη ενός έθνους εξυψωμένου σε αξία θείας δύναμης (η οποία, εκτοπίζοντας κάθε άλλη πιθανή θεώρηση, απαιτεί όχι μόνο πάθος αλλά και έκσταση από τους συμμετέχοντες). Ενσαρκωμένο στο πρόσωπο του ηγέτη (στη Γερμανία χρησιμοποιείται μερικές φορές ο χαρακτηριστικά θρησκευτικός όρος «προφήτης»), το έθνος παίζει έτσι τον ίδιο ρόλο που ο Αλλάχ, ενσαρκωμένος στο πρόσωπο του Μωάμεθ ή του χαλίφη, παίζει για το Ισλάμ.
Ο φασισμός, λοιπόν, εμφανίζεται πρώτα απ’ όλα ως συγκέντρωση και συμπύκνωση της εξουσίας (μια σημασία που στην πραγματικότητα υποδηλώνεται από την ετυμολογία του όρου). Κατά τ’ άλλα, θα πρέπει να εκλάβουμε αυτήν τη γενική σημασία με πολλούς τρόπους. Η ολοκληρωμένη ενοποίηση των επιτακτικών δυνάμεων γίνεται στην κορυφή, αλλά η διαδικασία δεν αφήνει κανένα τμήμα της κοινωνίας ανενεργό. Σε θεμελιώδη αντίθεση με τον σοσιαλισμό, ο φασισμός χαρακτηρίζεται ως ενοποίηση των τάξεων. Όχι με την έννοια ότι οι τάξεις έχουν προσχωρήσει στο καθεστώς με συνείδηση της ενότητάς τους, αλλά ότι τα εκφραστικά στοιχεία κάθε τάξης έχουν βρει εκπροσώπηση στα βαθύτερα κινήματα πίστης και υποταγής που οδήγησαν στην κατάληψη της εξουσίας. Εδώ, εξάλλου, ο ειδικός τύπος της ενοποίησης προέρχεται από το καθαυτό στρατιωτικό συναίσθημα, σαν να λέμε ότι τα αντιπροσωπευτικά στοιχεία των καταπιεσμένων τάξεων έχουν συμπεριληφθεί στη συναισθηματική διαδικασία μόνο μέσω της αναίρεσης της ίδιας της φύσης τους (όπως ακριβώς και η κοινωνική φύση ενός νεοσύλλεκτου αναιρείται από τις στολές και τις παρελάσεις). Αυτή η διαδικασία, η οποία συγχωνεύει τους διαφορετικούς κοινωνικούς σχηματισμούς από τα κάτω προς τα πάνω, πρέπει να γίνει αντιληπτή ως μια θεμελιώδης διαδικασία που, αναγκαστικά, δανείζει το σχήμα στην ίδια τη διαμόρφωση του ηγέτη, ο οποίος αντλεί το βαθύτερο νόημά του από το γεγονός πως έχει βιώσει ο ίδιος την εγκατάλειψη και την εξαθλίωση του προλεταριάτου. Αλλά, όπως και στην περίπτωση της στρατιωτικής οργάνωσης, η συναισθηματική αξία που χαρακτηρίζει την εξαθλιωμένη ύπαρξη απλώς μετατοπίζεται και μεταμορφώνεται στο αντίθετό της· και είναι η υπέρμετρη εμβέλειά της αυτό που δίνει στον ηγέτη και στο σύνολο του σχηματισμού τη χροιά της βίας, χωρίς την οποία ούτε ο στρατός ούτε ο φασισμός θα μπορούσαν να υπάρξουν.'
Η Ψυχολογική Δομή του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γκούνης, εκδ. Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου
*
'Το ευρύτερο πλαίσιο για την κατανόηση του κειμένου «Η ψυχολογική δομή του φασισμού» είναι η «πρακτική και θεωρητική ετερολογία, η «επιστήμη αυτού που είναι απολύτως άλλο». Η ετερολογία εξετάζει, με «επιστημονική αυστηρότητα και επιμέλεια», όχι όμως ως συγκροτημένη επιστήμη, το «αποκλεισμένο μέρος», το «ξένο σώμα», ή αυτό που αργότερα ονομάζει ο Μπατάιγ «καταραμένο απόθεμα» – δηλαδή, όλα εκείνα τα ετερογενή στοιχεία, «ανωτέρα» και «ευτελή», «ευγενή» και «αχρεία», τα οποία δεν μπορούν να υποταχθούν στην κυρίαρχη λογική των πολιτικών, δικαιικών και οικονομικών θεσμών, ούτε να γίνονται κατανοητά με τις αφηρημένες μεθόδους της επιστήμης, η οποία μπορεί να εφαρμόζεται μόνο σε ομοιογενή στοιχεία ή, καλύτερα, να ομογενοποιεί τα επιμέρους με βάση τη λογική του γενικού ισοδύναμου (όπως παραδειγματικά κάνει το χρήμα στην καπιταλιστική οικονομία). Στη σφαίρα της ετερογένειας περικλείεται η διαρκώς λανθάνουσα εκρηκτική συναισθηματική ενέργεια που συνδέεται με τη σπατάλη (πότλατς), το ασυνείδητο, τη βία, το ταμπού και το ιερό, τον ερωτισμό και κάθε μορφή παράβασης ή υπέρβασης που δεν έχει αφομοιωθεί-εξημερωθεί από την παραγωγική, ομοιογενή (καπιταλιστική) κοινωνία. Αυτού του είδους η συναισθηματική ενέργεια συνδέεται τόσο με υψηλές και ευγενείς όσο και με μιαρές και αχρείες μορφές, και επομένως τείνει να περιβάλλεται με τις ιδιότητες του ιερού και να συνδέεται, έτσι, με το στοιχειώδες θρησκευτικό συναίσθημα, το οποίο συμπυκνώνει και εκφράζει την αμφιθυμία –έλξη και αποστροφή– (Ντυρκέμ) και την αίσθηση του σοκ απέναντι στα ιερά πράγματα (Φρόυντ).
Η έννοια (ετερογενές) ξένο σώμα επιτρέπει να σημειωθεί η στοιχειώδης υποκειμενική ταυτότητα ανάμεσα σε τύπους (απ)εκκρίσεων (σπέρμα, αίμα της έμμηνης ρύσης, ούρα, κόπρανα) και σε οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί ιερό, θεϊκό ή θαυμάσιο: το αποσυντεθειμένο πτώμα που χάνεται μέσα στη νύχτα τυλιγμένο σ’ ένα φωτεινό σάβανο μπορεί να θεωρηθεί χαρακτηριστικό αυτής της ενότητας.'
Κώστας Γκούνης, από το ‘Επίμετρο’ της έκδοσης
Philosophy · Prose · Texts · Nonfiction















