
'Αργολιώνει το πρόπλασμα του κορμιού κι ολόκληρη πια στέκει στον άντρα. Τώρα το δέρμα της κλώθει οσμές. Τώρα οι στυφές κι οι γλυκές, οι πικρές και άνηβες στρώσεις την κύστη φουσκώνουν του άντρα. Ακούγεται βοή των χειμάρρων. Πλησιάζει έρποντας νιώθει υδρόχαρη φωνασκία αφού καταγής ο άντρας μυρίζει. Στην αρχαία της στάση ορθωμένη εκείνη. Είναι τα πόδια σμοιχτά και τα δάχτυλα σουρώνουν κάτω απ' το πέλμα. Είν’ ένα ξύσμα στο λοβό του φρυδιού της σαν από τραύμα προηγούμενης σάρκας που φορούσε το στέμμα μιας νίκης κατάρας ομορφιάς της γυναίκας. Έχει τα χέρια στην πυροστιά των ποδιών κι από εκεί αναβλύζει αφανέρωτο νήμα που δίνει ρυθμό στους αρμούς των δαχτύλων. Τα βλέφαρά της ανοιγοκλείνει χωρίς να στρέφει το βλέμμα. Κι ελαφρά πεταρίζει τα χείλη σαν ψίθυρος ομόκορμες λέξεις μες στην καμπάνα που αλέθει το σάλιο. Στην ψυχή της είν’ ο παλμός χωρίς αντίλαλο φόβου. Χτυπά προσευχή της ανάσας αλλά δεν βρίσκεται φόβος ούτε ελπίδα εκεί που το άγραφο μόνο ορίζει. Το άγραφο είναι παλμοί του ανθρώπου που πεθαίνει κι αναστένεται πάλι χωρίς να διώχνει κανένα σκοτάδι παρά μόνο να λάμνει στο φως κι απ’ το ίδιο να φτιάχνει τη βάρκα. Κόκκινα τώρα τα μάγουλα τρέμουν σαν βιτσιές των λεπιών, χαρακιές των γυρίνων. Κι ένας καπνός αχνίζει ακόμη όπως η άλως ρευμάτων που ’μειναν άδεια μελανό ξεβγάζοντας χώμα. Γυαλίζει. Αγριόμορφη κόρη του νερού. Γυαλίζει. Ελικοβλέφαρη. Λυγερόκορμη. Μελανόχρωμη. Το απάυγασμα της γύμνιας είναι χώρος σεληνώδους γυαλάδας. Κι υπάρχει στην ανάστροφη του καρπού της ένας λόγος αχαλίνωτου οίστρου που μιλά για το σώμα. Και στο σώμα ξανά απολήγει όλο πιο κάτω περνώντας τους γλουτούς και τις γάμπες αόρατος φτάνει στα ίχνη θεάς που λιώνουν στο χρόνο των πρώτων βημάτων. Κι είναι ο αφαλός της μοναξιά. Μνημείο ξεδεμένου σωλήνα απ’ την κοπή άλλων ανθρώπων, χαμένων στη λήθη γιγάντιου κτήνους κι ενωμένου πολύπλαγκτου όντος. Κατάμαυρα είναι τα μαλλιά της μ’ αβοστρύχωτες κόψεις. Γούνινα ζώα θηλάζουν τις ρώγες κι αχνοφέγγουν οι φλέβες που κρύβουν το γάλα σαν μετέωρο γέλιο. Καβαλώντας γλουτούς επάνω στις φτέρνες, ανάγλυφου ζώου παίρνει τώρα το σχήμα. Και παχύς φουσκώνει ο κύκλος ενώ μπρουμυτίζει στην άμμο. Κείται τώρα με πλάτη στον άντρα και τη θάλασσα τώρα κοιτάζει. Πράσινα φωτερά μάτια και μαβιές οι ίριδες των ματιών και ασπόνδυλη η φωνή μουσική. Αλλά τόσο απέχει το χρώμα της ίριδας απ’ το χρώμα της κόρης ώστε μοιάζουν να στάλαξαν μάτια σε κόχες άλλου προσώπου ριζώνοντας τους βολβούς της γυνάικας σ’ άλλη γυναίκα και σ’ άλλη γυναίκα με βλέμμα στραμμένο στον πυρήνα των πρώτων ματιών που θαλάσσιο έχυσαν κλάμα όπως το λίκνο απ’ όπου φυτρώσαν οι ματιές των ανθρώπων. Και στάζει τώρα χωρίς να φοβάται. Κλαίει το χύμα με γλουτούς τεντωμένους. Γοργόνεια κερασένια ακρόχειλα. Η σχισμή παφλάζει. Από κει φαίνονται άστρα αιώνες νεκρά αλλ’ ακίνητοι πάγοι στο ουράνιο βλέμμα που χωρούνε τα μάτια. Τότε ο άντρας πλησιάζει κι ανοίγει ρουθούνια διάπλατες κόρες. Τότε εκείνη ολόρθη στο αίμα νιώθει τη σάρκα. Τότε αυτός σαν παιδί και μωρό και γιος υπνοβάτης των λύκων. Τότε εκείνη ανοίγει στην άμμο όλη γυναίκα ανοιχτή σ’ ολόκληρο άνοιγμα αφημένη. Πάνω τους πέφτει η γλώσσα του ήλιου και σπορά θερίζει ο χρόνος σε κεφάλια ξερά απ' τον ίσκιο των βράχων. Αυτό που έγινε ποτέ δεν θα γίνει. Αυτό που γίνεται είναι ήδη ο χρόνος. Αυτό που κυλάει πίσω απ’ το χρόνο γίνεται ήδη και ξανά δεν θα είναι όπως τότε που ήταν ο χρόνος. Διάτονος ήλιος ραίνει το δρόμο στην καρδιά της γυναίκας που ρουφάει το γέλιο σαν θυσίασμα χίλιων κι αίμα προβάτων στην αυγή του ενός ασπράδι αυγού της νέας ανάσας απ’ όπου ο κόσμος. Απ’ όπου ο κόσμος.'
Δημήτρης Τανούδης, Χώματα, εκδ. Νεφέλη
