
'Βλέπεις σε τέτοιες στιγμές ένα χέρι να τεντώνεται, όπως το πέλμα του ζώου που αρπάζει την τροφή. Βλέπεις μια γυναίκα να παρασύρεται υπνωτισμένη, λες και δεν ελέγχει πλέον το σώμα της. Ή τη βλέπεις να απορρίπτει βίαια το άγγιγμα, νιώθοντας σ’ αυτό κάτι επικίνδυνο, κάτι που δεν θα μπορούσε να αντέξει. Γιατί όσο ισχυρή η ηδονή τόσο ισχυρή και η διάλυση αυτού που ήσουν πριν την ηδονή. Ενστικτωδώς έτσι γέρνει κανείς προς τη διάλυση ή τη συντήρηση. Δεν ήταν άλλωστε λίγες οι φορές που είχα δει ακόμα και άντρες να γέρνουν προς τη συντήρηση. Ψηλούς και γεροδεμένους άντρες, που έτρεχαν μακριά από κορίτσια, μακριά απ’ το άγγιγμα, μακριά απ’ το χέρι.'
'Φαντάστηκα σκοινιά και θήκες, φτιαγμένα από εντόσθια, κολλημένα πάνω στα καστανά τους δέρματα. Οι γυναίκες θα κρεμούν εκεί δοχεία και οι άντρες πέτρινες αιχμές. Θα είναι όλοι τους γεροδεμένοι και νευρώδεις. Οι θηλές τους θα εξέχουν αφύσικα και μια κουβαριαστή πέτσα θα σκεπάζει τις βαλάνους. Εκκρίσεις θα έχουν ξεραθεί στο δέρμα τους, βαθιά μέσα στους πόρους. Κανένα είδος ιεραρχίας δεν θα ξεχωρίζει στους δεσμούς τους, η οικογένεια θα απουσιάζει. Η ίδια μάλιστα η γλώσσα θα απουσιάζει. Οι άνθρωποι αυτοί θα επικοινωνούν με κραυγές ή με τα νεύματα απλώς των χεριών τους. Και παρότι θα ξεσπούν συμπλοκές μεταξύ τους, θα γίνονται συγκρατημένα, όπως τα ζώα που αποφεύγουν τα νύχια όταν αυτό που τα χωρίζει δεν είναι η επιβίωση. Η αληθινή τους εχθρότητα θα στρέφεται μόνο σ’ εμάς. Κι εμείς θα καταλαβαίνουμε τότε τι σημαίνει να στέκεσαι μπροστά σε κάποιους που έχουν γεννηθεί σε άλλα περιβάλλοντα, σε άλλες συνθήκες, σ’ άλλες ζωές. Θα είναι όμως και κάτι ακόμα, κάτι που κανένας ανθρώπινος πολιτισμός δεν θα γινόταν να αποκαλύψει. Γιατί οι βάρβαροι θα μας αιχμαλωτίσουν, θα μας βιάσουν, θα μας δολοφονήσουν και, την ίδια στιγμή, κανένας οίκτος δεν θα τους συγκρατεί. Θα εκτελούν τις πιο ωμές τους πράξεις με αδιαφορία, μ’ ένα απόλυτο ζωικό ένστικτο, με άγνοια αυτού που είναι για εμάς οι τύψεις. Και μαζί έτσι με τη φρίκη θα μας προκαλουν ένα δέος. Θα νιώθουμε τότε μια επαφή του ανθρώπου με το απόλυτο, μια ασύλληπτη αθωότητα, σαν να μην βλέπουμε ανθρώπους, σαν να παρατηρούμε απλώς τα αστέρια.'
Δημήτρης Τανούδης, Η Ανάγκη του να Είναι Κανείς Βάρβαρος, εκδ. Ο Μωβ Σκίουρος
