
'[...] ἦταν φθαρμένος —ἀπ’ τὸν χρόνο; ἀπ’ τὴ δοκιμασία μιᾶς εὐτυχίας, μιᾶς ἀλγηδόνος ποὺ ἦταν ἄγνωστες;— ὅπως ἐκείνος ποὺ γνωρίζει, μπορεῖ νὰ εἶναι φθαρμένος ἀπ’ τὴ γνώση. Ὑποψιαζόμουν πὼς δὲν εἶχε μνήμη τοῦ ἑαυτοῦ του, σχεδὸν δὲν εἶχε σκέψη, σὰ νὰ εἶχε καταφέρει, γιὰ ν’ ἀποφύγει τὴν ὀδύνη ποὺ ὑπῆρχε γι’ αὐτὸν μέσα σὲ κάθε στοχασμό, νὰ κρατιέται λίγο κατὰ μέρος, χωρὶς ν’ ἀποδέχεται παρά μόνο τὶς σπάνιες εἰκόνες ποὺ ἐμεῖς τοῦ δίναμε τυχαῖα καὶ τὶς ὁποῖες ἀνύψωνε ἀπαλὰ μέσα μας, μὲ προφύλαξη κι ὡστόσο μὲ μιὰ ἄκαμπτη κίνηση, σὲ μιὰ σκληρὴ γιὰ μᾶς τοὺς ἴδιους ἀλήθεια.'
'Κάθε φορὰ ποὺ ἐπέστρεφα σ’ ἐκείνη τὴ στιγμὴ, αὐτὸ ποὺ ξανάβρισκα πάντα μέσα μου ἦταν ὁ θαυμαστὸς χαρακτήρας αὐτῆς τῆς κίνησης, ἡ ἐντύπωση χαρᾶς ποὺ εἶχα αἰσθανθεῖ ἀνακτώντας την, φωτὸς ἀγκαλιάζοντας τὴν διαταραχή της, νιώθοντας τὰ δάκρυά της, καὶ πὼς τὸ ὁνειρικό σῶμα της δὲν ἦταν μιὰ εἰκόνα, ἀλλὰ μιὰ ἐνδόμυχη περιοχή συγκλονισμένη ἀπὸ λυγμούς. Στιγμὴ μιᾶς πραγματικότητας ποὺ παρηγοροῦσε γιὰ ὅλα καὶ ποὺ ὑπερέβαινε κάθε ἐλπίδα, κάθε θλίψη καὶ κάθε σκέψη.'
'Ἴσως δὲν ἀγαποῦμε, δὲν ὑποφέρουμε πρόθυμα τὴν σκέψη τῆς μυστηριώδους τάξης, τῆς ὁποίας πάντα, μὲ μία ἰδιοτροπία ποὺ εἶναι μέσα μας, ἐπιβεβαιώνουμε τὸ τυχαῖο θαῦμα, τὴν ἔκπληξη τῆς αἰώνιας τύχης.'
Μορίς Μπλανσό, Ο Τελευταίος Άνθρωπος, μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα
