
'Αὐτὸ ἦταν λοιπὸν ὁ πόλεμος : ἡ ζωὴ γιὰ τοὺς μέν, γιὰ τοὺς δὲ ἡ ὠμότητα τῆς δολοφονίας.
Παρέμενε ἐντούτοις, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ τουφεκισμὸς τελοῦσε ἐν ἀναμονῇ, τὸ αἴσθημα ἐλαφρότητας ποὺ ἀδυνατῶ νὰ τὸ μεταφράσω : ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὴ ζωή ; Τὸ ἄπειρο ποὺ διανοίγεται ; Οὔτε εὐτυχία οὔτε δυστυχία. Οὔτε ἡ ἀπουσία τοῦ φόβου καὶ ἴσως, ἤδη, τὸ βῆμα πρὸς τὸ ἐπέκεινα. Τὸ ξέρω, φαντάζομαι πὼς αὐτὸ τὸ μὴ ἀναλύσιμο αἴσθημα τοῦ ἄλλαξε ὅ,τι ἀπέμενε ἀπὸ τὴν ὕπαρξή του. Ὡσὰν ὁ θάνατος ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του ἐφεξῆς νὰ μὴν μποροῦσε παρὰ νὰ προσκρούσει στὸ θάνατο ποὺ ἦταν μέσα του. « Εἶμαι ζωντανός. Ὄχι, εἶσαι νεκρός ».'
Μορίς Μπλανσό, Η Στιγμή του Θανάτου μου, μτφρ. Βαγγέλης Μπιτσιώρης, εκδ. Άγρα
* * *
'Ἡ τελευταία φράση τῆς προτελευταίας παραγράφου : « Εἶμαι ζωντανός. Ὄχι, εἶσαι νεκρὸς » δείχνει ἀκριβῶς τὴν ἀδυνατότητα τοῦ ὑποκειμένου νὰ συλλάβει τὸ θάνατο ἔστω καὶ στιγμιαῖα μέσα στὸ παρόν. Ποτὲ δὲν θὰ μπορέσεις νὰ πεῖς « εἲμαι νεκρός ». Στὸν ἄλλο ἀλλὰ καὶ στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό σου μπορεῖς νὰ πεῖς μόνο « εἶσαι νεκρὸς » – ἤ καλύτερα « εἶσαι ἤδη νεκρός » :
« Πεθαίνεις θέλει νὰ πεῖ : νεκρός, αὐτὸ εἶσαι ἤδη, σὲ ἕνα ἀμνημόνευτο παρελθόν, ἀπὸ ἕναν θάνατο ποὺ δὲν ἦταν ὁ δικός σου, ποὺ συνεπῶς δὲν τὸν ἔχεις γνωρίσει οὔτε τὸν ἔχεις βιώσει, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἀπειλὴ τοῦ ὁποίου πιστεύεις ὅτι καλεῖσαι νὰ ζήσεις, ἀναμένοντάς τον ἐφεξῆς ἀπὸ τὸ μέλλον, κατασκευάζοντας ἕνα μέλλον γιὰ νὰ τὸν καταστήσεις τελικὰ δυνατό, σὰν κάτι ποὺ θὰ λάβει χώρα καὶ θὰ ἀνήκει στὴν ἐμπειρία ».
Ἄν ἀποδεχτοῦμε ὅτι « ἀρχίζουμε νὰ πεθαίνουμε μαζί μὲ αὐτὴ τὴν ἀρχὴ ποὺ εἶναι ἡ ἔναρξη τῆς ζωής », τότε ὁ ἐσωτερικὸς θάνατος εἶναι πάντοτε ἤδη πίσω μας ὡς προεξόφληση γιὰ τὸν ἐπικείμενο ἐξωτρικὸ μελλοντικό μας θάνατο. Ἡ παροντικὴ σύλληψη τοῦ θανάτου εἶναι ἀνέφικτη, τὸ βλέμμα τοῦ θανάτου πάνω στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του εἶναι αὐταπάτη. Γιὰ τὸ ὑποκείμενο ὁ θάνατος εἶναι ἀναπόφευκτος, ἀνέφικτος ὡς δοκιμασμένη ἐμπειρία : « Ὁ ἀναγκαῖος ἀδύνατος θάνατος : γιατί αὐτὲς οἱ λέξεις –καὶ ἡ ἀδοκίμαστη ἐμπειρία στὴν ὁποία ἀναφέρονται– διαφεύγουν τὴν κατανόηση ; Γιατί αὐτὴ ἡ πρόσκρουση, αὐτὴ ἡ ἄρνηση ; » Κατὰ τὸν Μπλανσό, αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν κατανόηση κομίζει ἡ λογοτεχνία : « Γράφεις, σημαίνει νὰ μὴ θέτεις στὸ μέλλον τὸ θάνατο ποὺ ἔχει πάντοτε ἤδη παρέλθει, ἀλλὰ νὰ δέχεσαι νὰ τὸν ὑποστεῖς χωρὶς νὰ τὸν καθιστᾶς παρόντα καὶ χωρὶς νὰ καθιστᾶς τὸν ἑαυτό σου παρόντα σ’ αὐτόν, νὰ γνωρίζεις ὅτι ὁ θάνατος ἔχει λάβει χώρα, μολονότι δὲν τὸν ἔχεις δοκιμάσει [ ... ] ». Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ θέση ἐκφράζει ἄλλωστε ἡ ἀκόλουθη παράδοξη μπλανσοτικὴ ἀπόφανση : « Ὁ συγγραφέας, ἡ βιογραφία του : πέθανε, ἔζησε καὶ πέθανε ».'
Βαγγέλης Μπιτσιώρης, από το 'Επίμετρο του Μεταφραστή'
