
'κλαυτὸν δ’ ἀρτιδρόποις ὠμοδρόπων
νομίμων προπάροιθεν δαιμεῖψαι
δωμάτων στυγερὰν ὁδόν·
τί; τὸν φθίμενον γὰρ προλέγω
βέλτερα τῶνδε πράσσειν·
πολλά γὰρ, εὖτε πρόλις δαμασθῇ,
ἔ ἔ, δυστυχῆ τε πράσσει.
ἄλλος δ’ ἄλλον ἄγει, φονεύ-
ει, τὰ δὲ πυρφορεῖ· καπνῷ
δὲ χραίνεται πόλισμ’ ἅπαν·
μαινόμενος δ’ ἐπιπνεῖ λαοδάμας
μιαίνων εὐσέβειαν Ἄρης.'
*
'Κι είναι να κλαις πικρά για τις αμάλαγες
παρθένες, που άθελα τη μαύρη στράτα
διαβαίνουν της ντροπής, όταν οι άντρες,
πριν να ’ρθει η τίμια ώρα,
τρυγούνε τον πρωτόλουβον ανθό τους·
ο σκοτωμένος, λέω, πιο λίγα θα υποφέρει·
γιατί στη νικημένη χώρα πλήθος, άα! άα!
πέφτουν οι συμφορές. Τραβούνε σκλάβους,
άλλοι σκοτώνουν κι άλλοι φωτιά βάζουν·
πνίγει ο καπνός την πόλη, κι ο φονιάς
Άρης με τη φριχτή του ανάσα
μολεύει τα ιερά μας φρενιασμένος.'
Αισχύλος, Επτά επί Θήβας, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος
