προγραφές

Εξώφυλλο: Πιέρ Κλοσοφκί, Το Λουτρό της Άρτεμης

'[...] ὅπως χαλαρώνει ἡ χορδὴ μόλις ἐκτοξευτεῖ τὸ βέλος, τὸ ἴδιο καὶ ἡ ζωὴ μόλις ἐκπληρωθεῖ ἡ ἐπιθυμία·'

'[...] τώρα δείχνει τὴν ἀνἐγγιχτη φύση της, γιατὶ θέλει νὰ ἐπιβεβαιώσει μὲ τὸν πιὸ πειστικὸ τρόπο τὴν ἀλήθεια τῆς θεοφάνειας: μὲ τὶς παρειὲς, τὸ στῆθος, τοὺς γλουτοὺς ποὺ δανείζεται ἀπὸ τὸ θάνατο τῶν αἰσθήσεών μας, καθὼς τὸ κύμα σκεπάζει μὲ τὸ ταραγμένο ὑδάτινο στρῶμα του τὸ παρθενικὸ ἐφήβαιο, τὴ γόνιμη κοιλία ποὺ τὴ θωπεύουν οἱ τρυφερὲς παλάμες ποὺ ἔσφιγγαν τὸ τόξο, καὶ τὰ εὐλύγιστα δάχτυλα ποὺ διάλεγαν τὰ βέλη καὶ τώρα χαϊδολογοῦν τὸν ἀφαλὸ καὶ τὶς σκληρὲς θηλὲς.'

'[...] κι ἐνῶ τὸ βέβηλο βλέμμα ἐνὸς θνητοῦ ὁλοκληρώνει τὴ γυμνότητά της, μὲ τὸ ὁρατὸ πλέον περίγραμμα ποὺ δὲν θὰ μπορέσει στὸ ἑξῆς νὰ ἀπᾶρνηθεῖ, ἐκείνη ἀπολαμβάνει τὴν ἀσέλγεια ποὺ διαπράχθηκε στὸ κλειστὸ της σῶμα.'

'Ἀντίθετα τὰ χέρια της ποὺ ἐπρόκειτο νὰ πλύνουν τὸ σῶμα της, μὲ μιὰ ἀπροσδόκητη κίνηση ντροπῆς ἀποκαλύπτουν αὐτὸ ποὺ ἔκρυβαν, φανερώνοντας μιὰ εὔφορη κοιλία, καθὼς οἱ παλάμες της σκεπάζουν τὸ ἐφήβαιο ποὺ προεξέχει φανερά· ὅμως, ἀπὸ τὰ δάχτυλὰ της ξεγλιστρᾶ τὸ αἰδοῖο: δόλος τοῦ δαίμονα, ποὺ τῆς δανείζει τὰ ὁρατὰ αὐτὰ θέλγητρα, σὰν τὸ πιὸ ἀδιαπἐραστο πέπλο ποὺ θὰ κρύψει τὴ θεϊκότητά της. Ἀπαθὴς μέσα στὸ εἶναι στὸ ὁποῖο ἐκείνη κατοικεῖ ἕνα σῶμα ἄρρητο, φτιαγμένο ἀπὸ σιωπή, στὴ θεοφάνεια της ὅμως δέσμια τῶν συγκινήσεων ἑνὸς σώματος ποὺ ξέρει ὅτι τὴν κάνει ποθητὴ, ἡ ἁγνὴ Ἄρτεμις ἀφήνεται στὴν ντροπὴ νὰ προσφέρει θέλγητρα ποὺ μπορεῖ κανεὶς νὰ τὰ ὀνομάσει· καὶ καθότι ἀπαθὴς, ἡ Ἄρτεμις κοκκινίζει μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Ἀκταίωνα, ἡ Ἄρτεμης κοκκινίζει γιὰ τὴν ἁγνότητά της.'

'[...] καί, ἰδοὺ, στὸν τρὀμο ἀποτυπώνεται ἡ αίδὼς τῆς λουομένης, καὶ ὃ,τι παρθενικὸ εἶχε ἡ αἰδὼς μετουσιώνεται σὲ ἀνυπομονησία φυγῆς, ἀλλὰ ἀνυπομονησία νὰ βρεῖ καταφύγιο στὸ ἐφήβαιο τῆς θεᾶς·'

Πιερ Κλοσοφσκί, Το Λουτρό της Άρτεμης, μτφρ. Μαρία Ευσταθιάδη, εκδ. Άγρα

* * *

''Η γλώσσα τοῦ Klossowski παραπέμπει στὸ λόγο τοῦ Ἀκταίωνα. Λόγος παραβάτης, ὅπως κάθε λόγος ποὺ σχετίζεται μὲ τὴ σιωπή. Ὁ Gide, ὅπως κάθε λόγος ποὺ σχετίζεται μὲ τὴ σιωπή, χωρὶς ἴσως νὰ ἀντιλαμβάνονται πὼς ἕνας τέτοιος λόγος ἀποκτᾶ τὴν καθαρότητά του ἀπὸ μιὰ βαθύτερη σιωπή, ποὺ δὲν τὴν ὀνομάζει καὶ ἡ ὁποία μιλᾶ ἐντός του καὶ παρὰ τὴ θέλησή του — κάνοντας τον ἔτσι θαμπὸ καὶ ἀκάθαρτο. Μετὰ τὸν Bataille καὶ τὸν Blanchot, ξέρουμε ὅτι ἡ γλώσσα ὁφείλει τὴ δύναμη τῆς παράβασης σὲ μιὰ ἀντίστροφη σχέση : τοῦ ἀκάθαρτου λόγου μὲ τὴν καθαρὴ σιωπὴ· ὁ λόγος μπορεῖ νὰ ἀπευθύνεται σὲ μιὰ τέτοια σιωπὴ μόνο σὲ ἔνα χῶρο ποὺ εἶναι μόνιμα βουτηγμένος στὸ ρύπο. Στὸν Bataille ἡ γραφὴ ἀποτελεῖ ἕνα βέβηλο μυστήριο : μιὰ τελετουργικὴ μετουσίωση ἀπὸ τὴν ἀνάποδη, ὅπου ἡ πραγματικὴ παρουσία γίνεται πτῶμα ποὺ ἀποβάλλεται ὡς ἐμετὸς γιὰ νὰ ἀποδοθεῖ στὴ σιωπή. Ἡ γλώσσα τοῦ Blanchot ἀπευθύνεται στὸ θάνατο : δὲν εἶναι ὁ θριαμβευτικὸς λόγος γιὰ τὸ θάνατο ποὺ κατατροπώθηκε, ἀλλὰ ἕνας ὀρφικὸς ὕμνος πού, χάρη στὸ θάνατο, γίνεται ἐφικτὸς καὶ ἀναγκαῖος, ἀλλὰ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντικρίσει κατὰ πρόσωπο τὸ θάνατο, νὰ τὸν καταστήσει ὁρατό : συζητᾶ μὲ τὸ θάνατο, μιλᾶ γι᾽ αὐτόν μὲ ἕνα λόγο ἀδύναμο ποὺ τὸν καταδικάζει σὲ αἰώνιο ψίθυρο.'

'Συνήθως, ὅταν ἕνας συγγραφέας μιλᾶ γιὰ τὸν ἑαυτό του ὡς συγγραφέα, ἀκολουθεῖ τὸν ἐξομολογητικὸ τόνο τοῦ « ἡμερολογίου » ποὺ διηγεῖται τὴν καθημερινὴ ἀλήθεια — αὐτὴ τὴν ἀκάθαρτη ἀλήθεια μὲ μιὰ γλώσσα ἀπογυμνωμένη καὶ καθαρή. Ὁ Klossowski έπινοεῖ, μὲ τὴν ἐπανάληψη τῆς ἴδιας του τῆς γλώσσας, μὲ τὴν ἀπόσταση ποὺ δὲν ἐπιτρέπει καμιὰ οἰκειότητα, τὸ χῶρο τοῦ ὀμοιώματος ποὺ ἀποτελεῖ τὸν σύγχρονο, ἀλλὰ ἄγνωστο, τόπο τῆς λογοτεχνίας. Τὸ ἔργο τοῦ Klossowski εἶναι ἰδιαίτερα ἀποκαλυπτικό· μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ λογοτεχνία δὲν ἀφορᾶ οὔτε τοὺς ἀνθρώπους, οὔτε τὰ σημεῖα, ἀλλὰ τὸ εἴδωλο, τὸ κενὸ τοῦ ὁμοιώματος, ὅπου ὁ χριστιανισμὸς μαγεύτηκε ἀπὸ τὸ Δαίμονά του καὶ οἱ Ἕλληνες φοβήθηκαν τὴν ἐκτυφλωτικὴ παρουσία τῶν θεῶν. Ἀπόσταση καὶ ἔγγύτητα τοῦ Ἴδιου, ὅπου ἐμεῖς οἱ ἄλλοι τώρα συναντᾶμε τὴ μία καὶ μοναδικὴ μας γλώσσα.'

Μισέλ Φουκό, 'Ο Λόγος του Ακταίωνα', από το επίμετρο της έκδοσης

Εξώφυλλο: Τέοντορ Αντόρνο, Ο Φονξιοναλισμός Σήμερα

'Το ωραίο σήμερα δεν έχει άλλο μέτρο από το βάθος, στο οποίο οι καλλιτεχνικές δημιουργίες είναι σε θέση να διαχειριστούν τις αντιφάσεις που τις διαπερνούν και στο οποίο μπορούν να τις τιθασεύσουν –ακολουθώντας τες και όχι διαστρεβλώνοντάς τες. Το απλώς ωραίο ως προς τη μορφή, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, θα ήταν κενό και μηδαμινό· το ωραίο ως προς το περιεχόμενο θα χανόταν μέσα στην προ-καλλιτεχνικά προσδιορισμένη απόλαυση των αισθήσεων του παρατηρητή. Το ωραίο είτε προκύπτει ως η συνισταμένη ενός παραλληλόγραμμου δυνάμεων είτε δεν είναι απολύτως τίποτα. Το πρόγραμμα μιας διαφοροποιημένης αισθητικής διαγράφεται με τόσο μεγαλύτερη σαφήνεια, όσο επιτακτικότερη αισθανόμαστε ότι καθίσταται η ανάγκη γι’ αυτήν· μια τέτοια αισθητική θα έπαυα επίσης να αντιμετωπίζει την έννοια της τέχνης όπως η παραδοσιακή αισθητική, δηλαδή ως το αυτονόητο σύστοιχό της. Σήμερα η αισθητική σκέψη θα έπρεπε, στοχαζόμενη πάνω στην τέχνη, να την υπερβεί, και μέσω αυτού να υπερβεί επίσης και την παγιωμένη αντίθεση μεταξύ σκόπιμου και απελευθερωμένου από σκοπούς έργου τέχνης, από την οποία ο δημιουργός δεν υποφέρει λιγότερο απ’ ό,τι ο παρατηρητής.'

 

Τέοντορ Αντόρνο, Ο Φονξιοναλισμός Σήμερα, μτφρ. Σπύρος Νάσαινας, εκδ. Πλέθρον

Εξώφυλλο: Λεονίντ Νικολάγιεβιτς Αντρέγιεφ, Ο Κλόουν

Ζινίδα. Καὶ ποῦ εἶδες ὄμορφη γυναίκα νἄναι φτωχοντυμένη ; Ἄν δὲν εἶν’ αὐτός, ἄλλος θὰ βρεθεῖ νὰ τὴν ἀγοράσει — αὐτοί, βλέπεις, ἀγοράζουν κάθε τί ὄμορφο. Ναί, τὸ ξαίρω : δέκα χρόνια θἄναι μελαγχολικὴ καλλονή, ποὺ θὰ τὴν ἐρωτέβουνται ὅλοι οἱ ὠχροὶ νέοι. Ὑστερώτερα θἀρχίσει νὰ βάφει τὰ μάτια της καὶ νὰ χαμογελάει, ὕστερα θὰ πάρει. . .
Κεῖνος. Γιὰ ἐραστὴ κανένα σωφὲρ ἤ κανένα ἁμαξᾶ ; Δὲν τὰ προλέγεις, ἄσχημα, Ζινίδα !
Ζινίδα. Ὄχι, ψέμματα ; Δὲν θέλω νὰ ὑποκλέψω τῆν ἐμπιστοσύνη σου... μὰ σήμερα σὲ λυπᾶμαι πολύ, Κεῖνε ! Τἰ μποροῦμε νὰ κάνουμε ἐναντίον τῆς μοίρας μας ; Μὴ σοῦ κακοφανοῦν τὰ λόγια μιᾶς γυναίκας ὅπως έγώ. Ἐμένα μοῦ ἀρέσεις, μὰ δὲν εἶσαι ὄμορφος, δὲν εἲσαι πολὺ νέος, δὲν εἶσαι πλούσιος κ’ ἡ θέση σου. . .
Κεῖνος. Εἲναι νὰ βλέπω μονάχα ἀπὸ μακρυὰ τὶς ὄμορφες ; (γελάει). Μὰ ἄν ἐγὼ δὲ θέλω ;
Ζινίδα. Πόσους παράδες κάνει ἕνα δικό σου θέλω ἤ δὲ θέλω ; Σὲ λυπᾶμαι, καϋμένε μου φίλε, μὰ ἄν εἶσαι δυνατός, ἄν εἶσαι ἄντρας. . . . καὶ μοῦ φαίνεται πὼς εἶσαι, ἕνας δρόμος σοῦ ἀπομένει : νὰ ξεχάσεις. . .
Κεῖνος (γελάει). Κι’ αὐτὸ τὸ λὲς δύναμη σύ ; Σύ, ἡ βασίλισα Ζινίδα, ποὺ ποθεῖ νὰ ξυπνήσει τὸν ἔρωτα ἀκόμα καὶ στοῦ λιονταριοῦ τὴν καρδιά ; Σὐ, ποὺ γιὰ μιὰ μονἀχα στιγμὴ ἀπατηλὴς κατάχτησης εἶσ’ ἕτοιμη νὰ θυσιάσεις τὴ ζωή σου, σὺ μοῦ δίνεις αὐτὴ τὴ συμβουλή ; Νὰ ξεχάσω ! . . . Δόμου τὸ χέρι σου, ὡραία μου, γιὰ νὰ δεῖς πόση δύναμη ἔχει τὸ σφίξιμό μου. . . . καὶ μὴ μὲ λυπᾶσαι !

 

Λεονίντ Νικολάγιεβιτς Αντρέγιεφ, Ο Κλόουν, μτφρ.Κοραλία Μακρή, εκδ. Δωδώνη

'Θυμάμαι την έκπληξή μου όταν πρωτοδιάβασα Σαίξπηρ. Περίμενα να νιώσω μεγάλη αισθητική απόλαυση. Διαβάζοντας, όμως, το ένα μετά το άλλο τα έργα του που θεωρούνταν τα καλύτερα, τον Βασιλιά Ληρ, το Ρωμαίος και Ιουλιέτα, τον Άμλετ, τον Μάκβεθ, όχι μόνο δεν ένιωσα απόλαυση, αλλά ένιωσα ακαταμάχητη απέχθεια, πλήξη και αμφιβολία, μήπως και ήμουν τρελός, βρίσκοντας ασήμαντα και κυριολεκτικά απαίσια τα έργα που θεωρούνται από όλο τον μορφωμένο κόσμο η τέλεια δημιουργία. Ή μήπως ήταν τρελή η σημασία που αποδίδεται στα έργα του Σαίξπηρ από τον μορφωμένο κόσμο; Η αμηχανία μου εντεινόταν από το γεγονός ότι εγώ πάντα βίωνα με μεγάλη ένταση την ομορφιά της ποίησης σε όλες της τις μορφές. Γιατί, όμως, οι αναγνωρισμένες απ’ όλον τον κόσμο ως ιδιοφυείς λογοτεχνικές δημιουργίες του Σαίξπηρ όχι μόνο δεν μου άρεσαν, αλλά και με απωθούσαν; Για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν πίστευα στον εαυτό μου, και για πενήντα ολόκληρα χρόνια, για να ελέγξω την άποψή μου, βάλθηκα αρκετές φορές να διαβάζω Σαίξπηρ σε όλες τις δυνατές μορφές του: και στα ρωσικά και στα αγγλικά και στα γερμανικά, στη μετάφραση του Σλέγκελ, όπως με συμβούλεψαν. Διάβασα κάμποσες φορές και τις τραγωδίες και τις κωμωδίες και τα ιστορικά του έργα, και κάθε μα κάθε φορά ένιωθα το ίδιο: απέχθεια, πλήξη και αμηχανία. Τώρα, πριν γράψω αυτήν εδώ την πραγματεία, γέρος πια εβδομήντα πέντε ετών, και επιθυμώντας να ελέγξω για άλλη μια φορά τον εαυτό μου, ξαναδιάβασα όλο τον Σαίξπηρ, από τον Ληρ, τον Άμλετ και τον Οθέλλο μέχρι τα ιστορικά του έργα για τους Ερρίκους, το Τρωίλος και Χρυσηίδα, την Τρικυμία και τον Κυμβελίνο. Με συνεπήρε με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη το ίδιο αυτό συναίσθημα, αλλά χωρίς αμηχανία πια, παά με μια δυνατή, αναμφισβήτητη πεποίθηση πως η αδιαφιλονίκητη φήμη του μεγάλου, ιδιοφυούς δημιουργού την οποία απολαμβάνει ο Σαίξπηρ, και η οποία αναγκάζει τους συγγραφείς της εποχής μας να τον μιμούνται, καθώς και τους αναγνώστες και τους θεατές να αναζητούν στα έργα του μια ανύπαρκτη αξία, διαστρέφοντας την αισθητική και ηθική τους αντίληψη, δεν είναι παρά ένα μεγάλο κακό, όπως άλλωστε και κάθε αναλήθεια.'

'Όσο μακρινός κι αν είναι για εμάς ο Όμηρος, μπορούμε χωρίς καθόλου προσπάθεια να μεταφερθούμε στη ζωή που περιγράφει. Και μεταφερόμαστε κυρίως επειδή, όσο ξένα και να μας είναι τα γεγονότα που περιγράφει ο Όμηρος, πιστεύει σε όσα λέει και μιλάει σοβαρά. Γι’ αυτό το λόγο δεν υπερβάλλει ποτέ και δεν τον εγκαταλλείπει η αίσθηση του μέτρου. Γι’ αυτό και, πέρα από τους εκπληκτικά διαυγείς ζωντανούς και υπέροχους χαρακτήρες του Αχιλλέα, του Έκτορα, του Πρίαμου, του Οδυσσέα και τις αιώνια συγκινητικές σκηνές του αποχαιρετισμού του Έκτορα, της πρεσβευτικής αποστολής του Πρίαμου, της επιστροφής του Οδυσσέα, κ.λ.π., όλη η Ιλιάδα και ειδικά η Οδύσσεια μας δημιουργούν μια τέτοια εντύπωση φυσικότητας και εγγύτητας, λες και ζούσαμε οι ίδιοι, και ζούμε ακόμα, ανάμεσα σε θεούς και ήρωες. Αυτό όμως δεν υπάρχει στον Σαίξπηρ. Από τις πρώτες του λέξεις είναι φανερή η υπερβολή: η υπερβολή στα γεγονότα, στα συναισθήματα και στις εκφράσεις. Φαίνεται πως δεν πιστεύει σ’ αυτά που γράφει, πως δεν το έχει ανάγκη, πως επινοεί τα γεγονότα που περιγράφει, και είναι αδιάφορος απέναντι στα πρόσωπα του, τα έχει επινοήσει μόνο για το σανίδι και γι’ αυτό τα αναγκάζει να κάνουν και να λένε μόνο ό,τι θα εντυπωσιάσει το κοινό του. Έτσι δεν μπορούμε να πιστέψουμε ούτε στα γεγονότα ούτε στις πράξεις ούτε στα βάσανα των προσώπων του δράματος. Τίποτα δεν υποδεικνύει τόσο καθαρά την πλήρη απουσία αισθητικής στον Σαίξπηρ όσο η σύγκρισή του με τον Όμηρο. Τα έργα που ονομάζουμε «έργα του Ομήρου» είναι έργα καλλιτεχνικά, ποιητικά, αυτάρκη, που τα έχει βιώσει ο συγγραφέας ή οι συγγραφείς του. Τα έργα όμως του Σαίξπηρ είναι δανεισμένα, επιφανειακά, σαν μωσαϊκά με τεχνητά κολλημένα μεταξύ τους τα κομματάκια τους, επινοημένα με την ευκαιρία της συγγραφής τους, και δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη και την ποίηση.'

ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΣΑΙΞΠΗΡ δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις κανενός είδους τέχνης, και, εκτός αυτού, κλίνουν προς ό,τι πιο φτηνό και ποταπό. Τι σημαίνει αυτή η τεράστια φήμη, την οποία εδώ και πάνω από εκατό χρόνια απολαμβάνουν τα έργα του;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα φαίνεται ακόμα πιο δύσκολη, αν αναλογιστεί κανείς πως, αν τα έργα του Σαίξπηρ είχαν ποτέ κάποια αξία, τότε η έλξη προς αυτά θα είχε κάποιες αιτίες που με τη σειρά τους θα προκαλούσαν τους υπερβολικούς επαίνους. Εδώ όμως συγκλίνουν δύο ακρότητες: τα πέρα από κάθε κριτική ασήμαντα, κακοφτιαγμένα και ανήθικα έργα και η τάση να εκθειάζονται αυτά τα έργα ως τα υψηλότερα δημιουργήματα της ανθρωπότητας.'

Λέων Τολστόι, Για τον Σαίξπηρ και το Δράμα, μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Ποικίλη Στοά

* * *

'Δεν υπάρχει κανένα επιχείρημα με το οποίο να μπορεί κανείς να υπερασπιστεί ένα ποίημα. Το ποίημα υπερασπίζεται τον εαυτό του επιβιώνοντας – δεν υπάρχει άλλη υπερασπιση. Και αν αυτό το κριτήριο είναι έγκυρο, νομίζω ότι η ετυμηγορία στην περίπτωση του Σαίξπηρ πρέπει να είναι «αθώος». Ο Σαίξπηρ, όπως και όλοι οι άλλοι συγγραφείς, θα ξεχαστεί αργά ή γρήγορα, αλλά είναι απίθανο να εκτοξευτούν ποτέ εναντίον του βαρύτερες κατηγορίες. Ο Τολστόι ήταν ίσως ο πιο διακριμένος συγγραφέας της εποχής του· και σίγουρα δεν ήταν ο λιγότερο ικανός δοκιμιογράφος της. Έστρεψε όλες τις επικριτικές δυνάμεις του κατά του Σαίξπηρ σαν τα πυροβόλα ενός θωρηκτού που βάλλουν ταυτόχρονα. Και με ποιο αποτέλεσμα; Σαράντα χρόνια αργότερα ο Σαίξπηρ εξακολουθεί να είναι τελείως ανεπηρέαστος, και δεν απομένει τίποτα από αυτή την προσπάθεια συντριβής του πέρα από τις κιτρινισμένες σελίδες μιας πραγματείας που δεν έχει διαβάσει σχεδόν κανείς, και η οποία θα είχε ξεχαστεί εντελώς αν ο Τολστόι δεν ήταν επίσης ο συγγραφέας του Πόλεμος και Ειρήνη και του Άννα Καρένινα.'

Τζορτζ Όργουελ, 'Ο Ληρ, ο Τολστόι και ο Τρελός', μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής, από το παράρτημα της έκδοσης

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑