'Κάτι που παραβλέψαμε είναι το γεγονός ότι ζούμε σ’ ένα βίαιο σύμπαν. Ένα κάποιο ποσοστό βίας είναι αναγκαίο προκειμένου να επιβιώσει κανείς σ’ αυτό. Αλλά η διαδικασία του προγραμματισμού παρεμποδίζει τη βία σύμφωνα με ολοένα και πιο περιοριστικές ερμηνείες του όρου. Στην απόλυτη σιωπή, ακόμη και το πέσιμο μιας καρφίτσας νοείται πλέον σαν μια πράξη βίας. Όσο πιο ειρηνικοί γινόμασταν, τόσο πιο πολύ στένευαν τα όρια της έννοιας της βίας. Αλλά αν αφαιρέσεις κάθε μορφή βίας... τότε αυτό που απομένει είναι ο θάνατος.'
Φρανκ Χέρμπερτ, 'Ψυχοναρκοπέδιο' από την ανθολογία Κοινωνίες του Αύριο, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7
Νά τί σημαίνει νά ’σαι ἄνθρωπος: Χοῦφτες γεμάτες φρίκη.
Αλέξανδρος Ίσαρης, Οι Τριστάνοι: Ποιήματα 1966-1992, εκδ. Νεφέλη
'Μια φωτιά έκαιγε λαμπερή. Φεγγοβολούσε καταμεσής στο κοσμικό κενό, καλώντας, προστάζοντας, δελεάζοντάς τον τόσο γλυκά, που ανταποκρινόταν σ’ αυτή με όλο του το είναι, γιατί σ’ εκείνη τη φωτιά υπήρχε κάποιο στοιχείο που μιλούσε στους πιο εσώτατους, στους πιο βαθιά ριζωμένους πόθους του. Θυμήθηκε την τροφή, τον καυτό χείμαρρο του αίματος, το ροκάνισμά του κόκαλου στα δόντια, τη χορταστικά σφριγηλή γεύση της σάρκας. Η λαχτάρα του γι’ αυτή ανάβλυζε από μέσα του σαν την ίδια τη ζωή, αποστραγγίζοντάς τον - αποστραγγίζοντάς τον... Ένιωσε να βουλιάζει ακόμη πιο βαθιά, κάτω ακόμη κι από το επίπεδο του λύκου, βαθιά, ολοένα και πιο βαθιά...
Την επερχόμενη λήθη διαπέρασε ξαφνικά μια σουβλιά τρόμου. Ήταν σαν μια αστραπή συνειδητοποίησης από την προ πολλού χαμένη ανθρώπινη υπόστασή του, ένας τελευταίος παλμός που φώτισε το σκοτάδι στο οποίο βυθιζόταν. Κι από εκείνο το θεμελιακό βράχο της ακλόνητης δύναμης που βρισκόταν στον πυρήνα της ύπαρξής του, πιο βαθιά κι από το επίπεδο του λύκου, πιο βαθιά ακόμη κι από τη λήθη στην οποία βυθιζόταν - τινάχτηκε βίαιη μια σπίθα αντίστασης. Μέχρι τώρα αγόταν και φερόταν ανήμπορος και στα τυφλά, δίχως να έχει τίποτα το σταθερό για ν’ αρπαχτεί από αυτό και να πολεμήσει. Αλλά τώρα, στα έσχατα όρια του κινδύνου, ενώ και τα τελευταία απομεινάρια της συνείδησης αποστραγγίζονταν από μέσα του, ο θεμελιακός βράχος από τον οποίο ανάβλυζαν οι πηγές της δύναμης και της αγριότητάς του, απέμεινε γυμνός. Και τότε, αυτό το τελευταίο οχυρό του εαυτού που λεγόταν Σμιθ σήκωσε στη στιγμή τη σημαία της επανάστασης, πολεμώντας με όλη τη λυκίσια φύση του, η οποία ήταν και το υπέδαφος που ήταν ριζωμένη η ανθρώπινη ψυχή του. Άρχισε να πολεμά λυκίσια, με την αγριότητα ενός θηρίου και με τη δύναμη ενός ανθρώπου, με τη ράχη στηριγμένη γερά στο βραχώδες υπόστρωμα που ήταν το θεμέλιο και των δύο. Το σύμπαν στροβιλιζόταν ολόγυρά του, φεγγοβολώντας όλο αδηφάγες φωτιές, μαύρο με τις αναλαμπές της λήθης, ξέφρενο και πεινασμένο στην καυτή παρουσία της Υβάλα.'
Κ. Λ. Μουρ, από το διήγημα 'Υβάλα', Η Μαύρη Δίψα και Άλλες Ιστορίες Του Νόρθγουεστ Σμιθ - 1, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7
'Ο άνθρωπος είναι σαν μια γαλήνια βαθιά καθάρια λίμνη στα βουνά. Ανάλογα με τη γωνία που την κοιτά κανείς, μπορεί να δει τ’ αστέρια που αντανακλώνται στην επιφάνεια ή κάποιες αόριστες μορφές που κινούνται φευγαλέα στα σκοτεινά της βάθη.'
Γιώργος Μπαλάνος, Αντανακλάσεις σε Βαθιά Νερά, εκδ. Locus 7
'Η ζωή μου άρχισε με εξασθένηση. Πράγμα αλλόκοτο, αλλά έτσι είναι. Από την πρώτη στιγμή που απόκτησα συνείδηση του εαυτού μου, ένιωσα πως έσβηνα.'