προγραφές

'Είναι [...] απόλυτα αναγκαίο να πεθάνουμε, γιατί όσο είμαστε ζωντανοί, δεν έχουμε νόημα και η γλώσσα της ζωής μας (με την οποία εκφραζόμαστε και στην οποία δίνουμε τρομερή σημασία) δεν ερμηνεύεται: ένα χάος από δυνατότητες, μια αναζήτηση σχέσεων και νοημάτων χωρίς λύση της συνέχειας. Ο θάνατος επιφέρει ένα κεραυνοβόλο μοντάζ της ζωής μας: δηλαδή επιλέγει τις πραγματικά σημαντικές στιγμές μας (που δεν μπορούν πια να μεταβληθούν από άλλες ενδεχομένως αντίθετες ή ασυνάρτητες στιγμές) και τις βάζει στη σειρά, δημιουργώντας μέσα από ένα ατέλειωτο, ασταθές και αβέβαιο παρόν μας, που γλωσσολογικά δεν περιγράφεται, ένα παρελθόν σταθερό, βέβαιο και σαφές που μπορεί να αποδοθεί γλωσσολογικά [...]. Χάρη στο θάνατο και μόνο, η ζωή μας μπορεί να μας εκφράσει.'

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, από το 'Αιρετικός Εμπειρισμός' που συμπεριλαμβάνεται στο Κουρσάρικα Γραπτά, μτφρ. Βάλι Κεφαλοπούλου, εκδ. Εξάντας

Εξώφυλλο: Αλέξανδρος Ίσαρης, Θα Επιστρέψω Φωτεινός

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Ἥ Ἀναγέννηση ἐμφανίστηκε μὲ μιὰ σκληρότητα σοφή.
Ἀνάμεσα σὲ ποταμοὺς μεγάλωσε μὲ μακριὰ μαλλιὰ
Νὰ κυματίζουν στὰ δωμάτια χωρὶς γονεῖς.
Μὲ τὰ πουλιὰ συνήθισε νὰ ζεῖ
Πῆρε τὸ χάρισμα τῆς ἀνθρωπιᾶς καὶ ἄνθησε.
Μελέτησε μὲ πάθος τοὺς κατακλυσμοὺς
Τὰ ὀνόματα, τὰ χρώματα, τὰ νέφη καὶ τὰ θεϊκά.
Μὲ μάτια ἐρευνητικὰ εἶδε τοὺς πολέμους
Τῶν βαρύτιμων ρούχων τὸ ἄλικο αἶμα.
Γέμισαν τὰ ἀνάκτορα, τὰ σπίτια μὲ σφαγμένους.
Ἐκείνη στάθηκε ὀρθὴ πλέκοντας μελωδίες
Καὶ ξάπλωσε στὰ στήθη τῶν μαρμάρινων ἀνδρῶν.
Χορεύοντας ἐκεῖνο ποὺ δὲν γίνεται νὰ εἰπωθεῖ
Δίδαξε στοὺς λαοὺς τὸ ἀνάλογο καὶ τὸ ἀντίθετό του.
Μὲ ἄνθη ἄνοιξε τὴν πέτρα
Καὶ φάνηκε μεμιᾶς ἡ ἀρχαία καλλονή.
Ἡ Ἀναγέννηση στηρίχτηκε στὸ φῶς
Καὶ κυκλικὰ πετοῦσαν ἀπὸ πάνω της γυμνοὶ ἀγγέλοι.
Μὲ σπάνια ὁρμὴ εἰσέβαλε στὸ μέλλον
Κι ἀναρωτήθηκα Ποῦ πάει;
Βαδίζει μέσα στὸ κενὸ
Σὲ φωτεινοὺς διαδρόμους
Καὶ σὲ καθρέφτες μιᾶς πλάνης ποὺ τυφλώνει.
Τὸ γέλιο της ἀντήχησε στὸν οὐρανὸ
Καὶ ἀποτυπώθηκε στὰ πρόσωπα τῆς γῆς.
Ὅλα ἀποτυπώθηκαν, πουλιά, γλουτοί, στήθη ἁρμονικὰ
Γερμένοι βράχοι καὶ κύκνοι γκριζωποί.
Ἡ Σαλώμη, ὁ Σατανάς, ὁ Ἀβραάμ κι ὁ Πάτροκλος
Οἱ νύμφες, οἱ Ἀπόστολοι, τὸ Θεῖο Βρέφος.

Σὰν χείμαρος κατέκλυσε τὴν ὅραση
Σὰν ἀετὸς ἁπλώθηκε
Σὰν ἐρωμένη ἄνοιξε
Σὰν ἱερέας μίλησε
Σὰν σάτυρος ὑψώθηκε
Σὰν ἀγκαλιὰ τυλίχτηκε
Σὰν ἔδεσμα φαγώθηκε
Σὰν ἡδονοθήρας γεύτηκε
Σὰν βιολοντσέλο ἤχησε
Σὰν δέρμα σφίχτηκε
Σὰν βασιλιὰς δυστύχησε
Σὰν ἅγιος προσευχήθηκε
Σὰν ποίηση φανέρωσε
Σὰν ποταμὸς ξεχείλισε
Σὰν ἱπποσύνη τέλειωσε.

Ὁ Χρόνος ἔχει φάει τὸ πιὸ πολὺ
Καὶ σέρνομαι χωρίς σημάδια στὴ μακρινὴ ἀκτή.
Νὰ τὴν κοιτάξω δὲν μπορῶ
Οὔτε τὰ ροῦχα της ν' ἀγγίξω.
Τὴ βλέπω ἀπὸ πολὺ μακριὰ
Κι ὅλο βουλιάζω.

* * *

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΤΟ 200 π. Χ.

Γεννήθηκα στὴν Αἴγυπτο τὸ 200 π. Χ.
Μὲ ἥλιο στὸν Αἰγόκερω
Καὶ μὲ σελήνη Κρόνου στὸν Κριό.
Ὁ πατέρας Μακεδόνας
Κι ἡ μάνα μου ἀπὸ τὴ Μαύρη Θάλασσα.
Ἔγινα χτίστης κι ἀπόκτησα πολλὰ παιδιά.
Ἀργότερα θεόρβη ἔπαιζα δίπλα στὸν Λόκ.
Ἀντιγραφέας ἔγινα τὸ 1701 στὴ Μαδρίτη
Καὶ ἐραστὴς μιᾶς δούκισσας
Ποὺ κάηκε σὲ πυρκαγιά.
Μὲ σκότωσαν σὲ ὄργιο κάπου στὸ Περοὺ
Μὰ ἐγὼ ἐμφανίστηκα ξανὰ
Στὴ Σαρλεβὶλ τῶν Ἀρδεννῶν μὲ τ' ὄνομα Ρεμπώ.
Πέθανα τριάντα ἑπτὰ ἐτῶν κι ὅταν ξαναγεννήθηκα
Ἤμουν γυναίκα ζωηρὴ
Ποὺ ἔγινε διάσημη
Σὲ ρόλους κωμικοὺς
Μέχρι ποὺ γνώρισα στὴ Ρώμη κάποιον Σάντρο Λίππι.
Πόρνη κατέληξα ποὺ πῆγε ἀπὸ χολέρα
Μὰ τώρα φτιάχνω πιάνα στὴ Λειψία.

Ἄλλαξα σχήματα, καρδιές, μυαλὸ
Μίλησα τόσες γλῶσσες.
Τυφλὸς ἐκ γενετῆς ἔχω τρία παιδιὰ
Γυναίκα ἀπὸ τὴ Σάμο.
Τὴν τέχνη ἔμαθα στὸ σπίτι τῶν γονιῶν μου
Καὶ μὲς στὴ μουσικὴ ζῶ τὴ ζωὴ μου.
Λέγομαι Γιούλιους, εἶμαι ἑβδομήντα δύο χρονῶν
Καὶ θέλω νὰ πεθάνω στὴν Ἑλλάδα.

Αλέξανδρος Ίσαρης, από τη συλλογή Θα Επιστρέψω Φωτεινός, εκδ. Άγρα

Εξώφυλλο: Ελιφάς Λεβί, Δόγμα της Υψηλής Μαγείας

'[...] το ορατό είναι η εκδήλωση του αόρατου, ή με άλλους όρους, ο τέλειος Λόγος, όσον αφορά τα αισθητά και τα ορατά, βρίσκεται σε ακριβή αναλογία με εκείνα που είναι μη αισθητά στις αισθήσεις μας και αόρατα στα μάτια μας... και γνωρίζουμε ότι η έμφυτη δύναμη των πραγμάτων έχει δημιουργήσει λέξεις, και ότι υπάρχει μια ακριβής αναλογία ανάμεσα στις ιδέες και στις λέξεις, οι οποίες είναι οι πρώτες μορφές και οι ολοκληρωμένες συνειδητηποιησεις των ιδεών.'

Ελιφάς Λεβί, Δόγμα της Υψηλής Μαγείας, μτφρ. Πέτρος Γράβιγγερ, εκδ. Διμελή

'Τό τοπίο ἦταν κρέας μου πρίν μέ ξεπεράσει στό χρόνο κι ἐγώ χαμερπής ψαχουλεύω, ζητιανεύω κι ἄλλες μέρες.'

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, από το ποίημα 'Το εγώ δεν αντέχει στην ιδέα του θανάτου' της συλλογής Μαγδαληνή Το Μεγάλο Θηλαστικό, εκδ. Ερμής

Εξώφυλλο: Δημήτρης Τανούδης, Σπασμός

'κι έβλεπες τις μυϊκές συσπάσεις να φουσκώνουν στα σφιγμένα άκρα, τους τένοντες να προεξέχουν σαν κομμένα σύρματα, τις φλέβες πρησμένες από εσωτερικά περιδέραια, τα βλέμματα των ανθρώπων τυφλωμένα απ’ τον ιδρώτα της λαγνείας, τα βλέμματα των ανθρώπων που έχυναν τις απαρχές των δακρυσμένων οργασμών τους, κι άκουγες τα λαρυγγικά συρίγματα και τα θηριώδη βογκητά του σπασμού μαζί με οστεϊκούς τριγμούς από λυγισμένα γόνατα και αντηχήσεις κρανίων σε μετωπική τριβή και κλείδες σε λαιμούς που κυνηγούσαν τις ακαριαίες οφθαλμικές στροφές ψάχνοντας για το επόμενο όχημα του σπασμού, κι έβλεπες όλο και περισσότερους ανθρώπους να γυμνώνονται σκίζοντας τις λεπτεπίλεπτες στολές τους με το μένος ενός φιμωμένου ζώου που του ρίχνουν ωμό κρέας μες στο κλουβί του και να βουτάνε με το κεφάλι στο σύμφυρμα της κλυδωνιζόμενης σάρκας κολυμπώντας μέσα σε κλωστές ηδονικού σάλιου, όλοι τους ανάσκελα βυθισμένοι στον ιλιγγιώδη βόρβορο του γαμησιού με τα δόντια λερωμένα απ’ το δαγκωμένο μήλο και τα μέλη κηλιδωμένα απ’ τις πηχτές ροές της παρθενιάς'

Δημήτρης Τανούδης, Σπασμός, εκδ. Νεφέλη

Εξώφυλλο: Γιώργος Χειμωνάς, Οι Χτίστες

'Μὲ παραισθήσεις ὑποφέροντας ὁ κήρυκας αἰσθάνθηκε νὰ διαιρεῖται. Ἀπὸ τὸ σῶμα του ἐπαράγονταν κι ἄλλα σώματα καί ἔγινε ἕνας στῖχος ἐρχομένων. Αἰσθάνεται νὰ ἀνήκει. Ἀνῆκε σ' ἕνα γεῖσο κρεμαστῶν ἀνθρώπων. Ὡπλισμένοι μὲ ὅ,τι γυμνότερο ἔχει ὁ ἅνθρωπος. Ἀλλά καὶ πιὸ πολὺ γυμνότερος εἶναι ὁ λόγος. Ὅλοι ἐκοίταζαν πρὸς τὸ μέρος τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἐσωτερικὴ ἀναγγελία τοὺς ἔκαμνε πυκνὸ καὶ κρίσιμο τὸ βλέμμα. Τὰ μάτια στερεωμένα πάνω στὰ μέτωπα μὲ μεγάλες μαῦρες βελονιές. Βαμμένα ἀπὸ τὰ δάκρυα τοῦ ἐρχομοῦ κι ὡστόσο σὰν χρυσᾶ. Ἀνοιχτὰ ἐγκαύματα καὶ σκάμματα τοῦ προσώπου ὅπου μαζεύεται ὁ ἔλαιος τῶν εἰκονισμάτων. Ὁ ἰσχυρὸς ἐρχομὸς παραμόρφωνε τὸ πρόσωπο τοῦ κήρυκα ὥστε νά παίρνει τὴν ὄψη μιᾶς ἀπερίγραπτης κακουργίας.'

Γιώργος Χειμωνάς, Οι Χτίστες, εκδ. Κέδρος

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑