προγραφές

'The Wonderful Widow Of Eighteen Springs' [album: John Cage: The Wonderful Widow of Eighteen Springs, Ryoanji, A Flower, 59½ & Joëlle Léandre: Hommage à J... (1996)] - Joëlle Léandre & Ninh Lê Quan

Εξώφυλλο: Γιόζεφ Ροτ, Ιώβ: Η Ιστορία Ενός Απλού Ανθρώπου

'Ἡ νεογέννητη Σελήνη ἀνέβαινε ἤδη στὸν οὐρανὸ ἀκτινοβολώντας δυνατὸ ἀσημένιο φῶς, γλιστροῦσε μέσα στὴ νύχτα μὲ συνοδεία τὸ πιὸ φωτεινὸ ἀστέρι στὸ στερέωμα. Ποῦ καὶ ποῦ τὰ σκυλιὰ ἀλυχτοῦσαν καὶ τρόμαζαν τὸν Μέντελ. Κομμάτιαζαν τὴ γαλήνη τῆς γῆς καὶ γιγάντωναν τὴν ταραχὴ τοῦ Μέντελ Σίνγκερ. Ἄν καὶ δὲν ἦταν οὔτε πέντε λεπτὰ μακριὰ ἀπὸ τὰ σπίτια τῆς μικρῆς πόλης, ἔνιωθε λὲς καὶ βρισκόταν σὲ ἀπίστευτη ἀπόσταση ἀπὸ τὸν κατοικημένο κόσμο τῶν Ἑβραῖων, ἀπερίγραπτα μόνος, στὸ ἔλεος ἀφάνταστων κινδύνων – κι ὅμως ἀνήμπορος νὰ γυρίσει πίσω. Στράφηκε πρὸς τὸν Βορρᾶ: Ἐκεῖ ἀνάσαινε σκοτεινὸ τὸ δάσος. Στὰ δεξιὰ ἁπλώνονταν γιὰ πολλὰ πολλὰ βέρστια οἱ βάλτοι, ἀραιὰ ξεχώριζαν ἀσημένιες λίγες μοναχικὲς ἰτιές. Στ’ ἀριστερὰ τὰ χωράφια, κάτω ἀπὸ ἕνα πέπλο, ὀπάλινο. Κάποιες στιγμὲς ὁ Μέντελ θαρροῦσε πὼς ἄκουγε ἀνθρώπινη φωνή, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ πεῖ ἀπὸ ποῦ. Ἄκουγε γνωστοὺς ἀνθρώπους νὰ μιλοῦν κι ἦταν σὰν νὰ καταλάβαινε τὰ λόγια τους. Μετὰ θυμόταν πὼς αὐτὲς τὶς κουβέντες τὶς εἶχε πράγματι ἀκούσει, πρὶν ἀπὸ πολὺ καιρό. Συνειδητοποιοῦσε πὼς τώρα ἁπλῶς τὶς ξανάκουγε, ἤ μᾶλλον ἄκουγε τὴν ἠχώ τους, ποὺ εἶχε μείνει τόσο καιρὸ φυλαγμένη μέσα στὴ μνήμη του. Αἴφνης ἕνα θρόισμα στ᾽ἄριστερά του, μέσα στὶς καλαμποκιές, κι ἄς μὴ φυσοῦσε καθόλου. Κι ὅλο ζύγωνε ἡ σιγανὴ βοή, τώρα ὁ Μέντελ ἔβλεπε κιόλας τὰ ψηλὰ σπαρτὰ νὰ γέρνουν, ἐκεῖ μέσα περπατοῦσε κάποιος ἄνθρωπος, ἴσως ζῶο πελώριο, μπορεῖ καὶ τέρας. Τὸ σωστὸ καὶ τὸ φρόνιμο θά ’τανε νὰ τὸ βάλει στὰ πόδια. Ὁ Μέντελ, ὅμως, περίμενε – κι ἑτοιμάστηκε νὰ πειάνει. Κάποιος χωρικός, κάποιος στρατιώτης θὰ πρόβαλλε τώρα μέσα ἀπὸ τὶς ψηλὲς πράσινες καλαμποκιές, θὰ κατηγοροῦσε τὸν Μέντελ, θὰ τὸν ἔλεγε κλέφτη καὶ θὰ τὸν σκότωνε ἐκεῖ ἐπὶ τόπου – μὲ μιὰ πέτρα. Ἤ μπορεῖ καὶ νά ’τανε κανένας ἀλήτης, ληστὴς ἤ φονιάς, ποὺ δὲν ἤθελε νὰ τὸν πάρει ἀνθρὠπου μάτι. «Μεγαλοδύναμε Θεέ!» ψιθύρισε ὁ Μέντελ. Ἦταν δύο αὐτοὶ ποὺ περπατοῦσαν μέσα στὸ χωράφι. Καὶ τὸ γεγονὸς πὼς ἦταν δύο κι ὄχι ἕνας μόνος του, καθησύχασε κάπως τὸν Ἑβραῖο – κι ἄς ἔλεγε μέσα του ἡ φωνὴ τῆς λογικῆς πὼς ἦταν ἴσως δύο φονιάδες. Ὄχι, δὲν ἦταν φονιάδες. Ἕνα ζευγαράκι ἦταν. Μιὰ κοριτσίστικη φωνὴ κάτι εἶπε, ἕνας ἄντρας γέλασε. Ἀλλὰ καὶ τὰ ζευγαράκια μποροῦσαν νὰ γίνουν ἐπικίνδυνα, ἤξερε περιπτώσεις ἀντρῶν ποὺ εἶχαν τρελαθεῖ ἀπὸ θυμὸ καὶ λύσσα, ἐπειδὴ κάποιος ἔτυχε νὰ γίνει μάρτυρας τοῦ ἔρωτά τους. Οἱ δύο ἐραστὲς δὲν θ’ ἀργοῦσαν νὰ βγοῦν ἀπὸ τὸ χωράφι. Ὁ Μέντελ Σίνγκερ κατάπιε μὲ δυσκολία τὸ φόβο καὶ τὴ σιχασιά του γιὰ τὰ ἐρπετὰ καὶ τὰ σκουλήκια τῆς γῆς καὶ πλάγιασε ἀθόρυβα στὸ χῶμα, μὲ τὰ μάτια καρφωμένα στὰ σπαρτὰ μπροστά του. Καὶ νὰ, οἱ ψηλόλιγνοι πράσινοι μίσχοι χώρισαν καὶ πρῶτος βγῆκε ὁ ἄντρας, ἕνας ἄντρας μὲ στολή, ἔνας στρατιώτης μὲ σκοῦρο μπλὲ δίκοχο, μὲ μπότες καὶ σπιρούνια, τὸ μέταλλο σπινθήρισε καὶ κροτάλισε ἐλαφρά. Πίσω του ἄστραψε ἕνα κίτρινο σάλι, ἕνα κίτρινο σάλι, ἕνα κίτρινο σάλι. Μιὰ φωνὴ ἀκούστηκε, ἡ φωνὴ τοῦ κοριτσιοῦ. Ὁ στρατιώτης γύρισε, τὴν ἀγκάλιασε ἀπὸ τοὺς ὤμους, τὸ σάλι ἄνοιξε, ὁ στρατιώτης πέρασε πίσω ἀπὸ τὸ κορίτσι, τὰ χέρια του βρέθηκαν στὸ στῆθος της, τὸ κορίτσι ἔγειρε πίσω, ἀκούμπησε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ στρατιῶτη, ἕτσι προχώρησαν.
Ὁ Μέντελ ἔκλεισε τὰ μάτια κι ἄφησε τὴ συμφορὰ νὰ περάσει ἀπὸ μπροστά του στὰ σκοτεινά. Ἄν δὲν φοβόταν μήπως προδοθεῖ, θὰ ἔκλεινε καὶ τ’ αὐτιὰ του, νὰ μὴν ἀκούει. Ἀλλὰ ἔτσι ἄκουσε: Ἄκουσε λόγια φριχτά, ἄκουσε τὰ σπιρούνια νὰ κροταλίζουν ἀσημένια, ἄκουσε σιγανὰ τρελὰ κοριτσίστικα γέλια, ἄκουσε τὸ βαθὺ γέλιο τοῦ ἄντρα. Μὲ λαχτὰρα περίμενε τώρα ν’ ἄκούσει τὰ γαβγίσματα τῶν σκύλων. Γιατί δὲν ἄρχιζαν τώρα νὰ γαβγίζουν; Δυνατά. Πολὺ δυνατά! Γιατί δὲν ἔβγαιναν μέσα ἀπὸ τὶς καλαμποκιὲς φονιάδες νὰ τὸν σκοτώσουν; Οἱ φωνὲς ξεμάκρυναν. Ἡσυχία ξανά. Ἔφυγαν ὅλα, χάθηκαν. Δὲν ὑπῆρξαν ποτέ.'

 

Γιόζεφ Ροτ, Ιώβ: Η Ιστορία Ενός Απλού Ανθρώπου, μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα

Εξώφυλλο: Γκράχαμ Γκριν, Η Δύναμις και η Δόξα

'Ξαφνικά, συνειδητοποίησε πως έβλεπε ένα πρόσωπο, κι έπειτα άλλο ένα· είχε αρχίσει να ξεχνά πως μια άλλη μέρα θα ακολουθούσε, όπως ξεχνάει κανένας και ότι κάποτε θα πεθάνει. Σου έρχεται ξαφνικά, σαν εκκωφαντικό φρενάρισμα ή σαν σφύριγμα μέσα στον αέρα, η επίγνωση πως ο χρόνος κυλάει και πλησιάζει σ’ ένα τέλος. Οι φωνές έγιναν σιγά-σιγά πρόσωπα – ουδεμία έκπληξη. Το εξομολογητήριο σου μαθαίνει να αναγνωρίζεις το σχήμα των φωνών: το κρεμασμένο χείλος του αδύναμου σαγονιού, την κάλπικη ειλικρίνεια στο υπερβολικά ευθύ βλέμμα. Είδε την ευσεβή γυναίκα λίγα μέτρα παραπέρα να ονειρεύεται ανήσυχη με το σεμνότυφο στόμα της ανοιχτό, και μέσα σ’ αυτό δόντια γερά σαν ταφόπλακες· είδε τον γέρο· στη γωνία, είδε εκείνον που καυχιόταν, και τη φιλενάδα του ξαπλωμένη άτσαλα πάνω στα γόνατά του. Τώρα που είχε έρθει επιτέλους η ημέρα, ήταν εκείνος ο μόνος ξυπνητός, με εξαίρεση τον μικρό Ινδιάνο που καθόταν σταυροπόδι κοντά στην πόρτα με μια έκφραση χαρούμενου ενδιαφέροντος, λες και πρώτη φορά τύχαινε σε τόσο φιλική παρέα. Πέρα στην αυλή, στον απέναντι τοίχο, φάνηκε η ασπρίλα του ασβέστη. Άρχισε να αποχαιρετά και επίσημα τον κόσμο: του ήταν αδύνατον να το κάνει με την καρδιά του. Οι αισθήσεις του αντιλαμβάνονταν τη διαφθορά του λιγότερο απ’ όσο τον θάνατο. Μια σφαίρα, σκέφτηκε, είναι σχεδόν σίγουρο πως θα πάει κατευθείαν στην καρδιά – όλο και κάποιον καλό σκοπευτή θα πρέπει να περιλαμβάνει το απόσπασμα. Η ζωή θα έφευγε «σε ένα κλάσμα του δευτερόλεπτου» (αυτή ήταν η φράση), όλη τη νύχτα όμως εκείνος συνειδητοποιούσε πως ο χρόνος εξαρτιόταν από τα ρολόγια και από την κίνηση του φωτός, Ρολόγια δεν υπήρχαν κι ούτε το φως θα άλλαζε. Κανείς δεν ξέρει πραγματικά πόσο μπορεί να είναι ένα δευτερόλεπτο πόνου. Ίσως να κρατάει όσο και ολόκληρο Καθαρτήριο – ή και για πάντα. Για κάποιο λόγο θυμήθηκε έναν άνθρωπο που είχε εξομολογήσει κάποτε ενώ πέθαινε από καρκίνο – οι συγγενείς είχαν βάλει μαντίλια στο πρόσωπό τους, τόσο φρικτή ήταν η μυρωδιά των σωθικών που σάπιζαν. Δεν ήταν άγιος. Τίποτα στη ζωή δεν είναι τόσο άσχημο όσο ο θάνατος...'

 

Γκράχαμ Γκριν, Η Δύναμις και η Δόξα, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Πόλις

* * *

'Η συμπάθεια του Γκράχαμ Γκρην προς τους πτωχούς τω πνεύματι, προς τους ταπεινούς της ζωής, προηγούνταν της θρησκευτικής μεταστροφής του και, προφανώς, επιβίωσε και περισσότερο απ’ αυτήν: στον Νόρμαν Σέρι είχε εκφράσει την αμφιβολία του, αν πίστευε όντως ακόμα στον Θεό, και στο !Μια Κάποια Ζωή! μάς λέει πώς «πολλοί από μας εγκαταλείψαμε και την Εξομολόγηση και τη Μετάληψη προκειμένου να ενταχθούμε στη Λεγεώνα των Ξένων της Εκκλησίας και να αγωνιστούμε για μια πολιτεία της οποίας δεν είμαστε πια πλήρεις πολίτες». Η θρησκευτική του πίστη ανέκαθεν περιείχε και την πεποίθηση ότι, όπως το θέτει σε ένα δοκίμιο για τον Έρικ Γκιλ το 1941, «ο συντηρητισμός και ο καθολικισμός πρέπει να είναι [...] αταίριαστοι συγκοιμώμενοι». Στοχαζόμενος ξανά γύρω από το Μεξικό στους !Δρόμους Απόδρασης! (όπου περιγράφει πώς γράφτηκε το !Η Δύναμις και η Δόξα!, στο Λονδίνο, τα απογεύματα, με αργό ρυθμό, υπό την επήρεια μπενζεντρίνης, ενώ περνούσε τα πρωινά γράφοντας μανιωδώς τον !Μυστικό Πράκτορα!), δεν παραπονιέται που η παρούσα κυβέρνηση είναι αριστερή, αλλά που δεν είναι αρκούντως αριστερή, σε σύγκριση με της Κούβας. Οι συμπάθειες του τον οδήγησαν μεταπολεμικά σε έναν στιβαρό αντι-αμερικανισμό και στη μάλλον αμήχανη υποστήριξη προσώπων όπως ο Κάστρο και ο Κιμ Φίλμπι. Ωστόσο, η ενέργεια και το μεγαλείο του καλύτερου μυθιστορήματός του απορρέουν από την ίδια ροπή προς τη συμπόνοια, από έναν ιδεατό κομουνισμό, περισσότερο χριστιανικό παρά κομουνιστικό. Μονάδα του είναι το άτομο, όχι η οποιαδήποτε κοινωνική τάξη. Μέσα στο σκοτεινό κελί ο ιερέας βλέπει πως, «όταν φέρνεις έναν άντρα ή μια γυναίκα στον νου σου με ακρίβεια, πάντα αρχίζεις να νιώθεις οίκτο – είναι κι αυτό ένα από τα γνωρίσματα που φέρει η εικόνα του Θεού».'

 

Τζον Άπνταϊκ, από την 'Εισαγωγή' της έκδοσης

Εξώφυλλο: Ζαν-Πολ Σαρτρ, Ο Υπαρξισμός Είναι Ένας Ανθρωπισμός

'[...] μπορούμε να κρίνουμε, γιατί [...] κάνουμε τις επιλογές μας μπροστά στους άλλους, και επιλέγουμε τον εαυτό μας σε αναφορά προς τους άλλους. Μπορούμε να κρίνουμε, κατ’ αρχάς (κι αυτό δεν αποτελεί αξιολογική κρίση, αλλά μια λογική κρίση), ότι ορισμένες επιλογές θεμελιώνονται στο ψεύδος, ενώ κάποιες άλλες στην αλήθεια. Μπορούμε να κρίνουμε έναν άνθρωπο λέγοντας ότι ο άνθρωπος αυτός εξαπατάται. Αν έχουμε ορίσει την κατάσταση του ανθρώπου ως μια κατάσταση ελεύθερης επιλογής, δίχως δικαιολογίες και χωρίς εξωτερικά στηρίγματα, τότε ο άνθρωπος που ψάχνει να βρει καταφύγιο και δικαιολογίες επικαλούμενος τα πάθη του, ο άνθρωπος που εφευρίσκει ντετερμινισμούς, αυτοεξαπατάται. Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς: «Μα γιατί να μην επιλέξει κάποιος την αυτοεξαπάτηση;». Απαντώ ότι δεν χρειάζεται να το κρίνω αυτό ηθικά, απλώς ορίζω την αυτοεξαπάτηση ως μια κατάσταση ψεύδους. Εδώ, δεν μπορεί να αποφευχθεί μια κρίση σχετικά με το τι είναι αληθές. Η αυτοεξαπάτηση ενέχει προφανώς ένα ψεύδος, διότι αποκρύπτει την πλήρη ελευθερία της επιλογής, της απόφασης και της στράτευσης. Αντίστοιχα, θα έλεγα ότι υπάρχει αυτοεξαπάτηση εάν επιλέξω να δηλώσω ότι ορισμένες αξίες υπάρχουν πριν από μένα. Περιέρχομαι σε αντίφαση με τον εαυτό μου όταν, από τη μια, τις αξίες αυτές τις θέλω και, την ίδια στιγμή, δηλώνω ότι αυτές μου επιβάλλονται έξωθεν. Αν μου πουν: «Κι αν θέλω να αυτοεξαπατώμαι;», θα απαντήσω: «Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην αυτοεξαπατάστε, απλώς δηλώνω ότι αυτό ακριβώς κάνετε, και ότι η στάση της αυστηρής λογικής συνέπειας είναι η στάση που ενδιαφέρεται για την αλήθεια».
Παράλληλα, όμως, μπορώ να εκφέρω και μια ηθική κρίση. Η ελευθερία δεν μπορεί ποτέ να έχει άλλο σκοπό παρά τον εαυτό της· αν έστω μια φορά ο άνθρωπος αναγνωρίσει το γεγονός ότι ο ίδιος θέτει τις αξίες μέσα στην εγκατάλειψη, τότε δεν μπορεί παρά να θέλει ένα μονάχα πράγμα: την ελευθερία ως θεμέλιο όλων των αξιών.'

 

Ζαν-Πολ Σαρτρ, Ο Υπαρξισμός Είναι Ένας Ανθρωπισμός, μτφρ. Αντώνης Χατζημωυσής, εκδ. Δώμα

* * *

'Δεν προκαλεί εντύπωση, τελικά, ότι ο Σαρτρ μετάνιωσε πολύ γρήγορα για τη δημοσίευση τού Ο Υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός. Η διάλεξη αυτή διαβάστηκε πολύ και θεωρήθηκε σαν μια επαρκής εισαγωγή στο Είναι και το μηδέν, πράγμα που δεν ισχύει: είναι ένα γραπτό διαυγές αλλά που αφήνει πολλά θέματα ανοιχτά και αναδεικνύει τις αντιφάσεις στις οποίες ενέσκηψε ο Σαρτρ εκείνη τη χρονιά. Θέλει παθιασμένα να συμμετάσχει στη συλλογική ζωή στο πλευρό του κουμμουνιστικού κόμματος, το οποίο κουβαλάει τις ελπίδες εκατομμυρίων ανθρώπων εκείνη την πρώτη μεταπολεμική χρονιά, όπου ακόμα και οι πιο ακραίες μεταμορφώσεις της κοινωνίας φαντάζουν δυνατές· όμως η επιλογή του δεν είναι θεμελιωμένη φιλοσοφικά. Από τη μια, έχει τις εχθρικές κριτικές των μαρξιστών, που δεν τον έχουν διαβάσει· από την άλλη, στέκει ο Μαρξ που δεν τον έχει ο ίδιος ακόμα μελετήσει σοβαρά. Ο στοχασμός του πάνω στην κοινωνική και ιστορική διάσταση του ανθρώπου έχει μόλις αρχίσει — και άραγε η φαινομενολογική ειδητική αναγωγή αποτελεί το κατάλληλο εργαλείο για να στοχαστούμε το κοινωνικό είναι; «Υπάρχει ένας ουσιώδης παράγοντας στη φιλοσοφία, κι αυτός είναι ο χρόνος», θα γράψει ο Σαρτρ στο Questions de méthode. «Χρειάζεται πολύς χρόνος για να γράψεις ένα φιλοσοφικό πόνημα». Εκείνη τη χρονιά, ο χρόνος δεν ήταν ακόμα ο κατάλληλος.
Το Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός είναι λοιπόν ένα γραπτό γεννημένο μέσα σε συγκεκριμένες περιστάσεις, το οποίο όμως επιτρέπει, όσο λίγο κι αν έχει μελετήσει κανείς το έργο του Σαρτρ στη λογοτεχνική και φιλοσοφική του διάσταση, να συλλάβουμε την πρώτη εκείνη στιγμή, ακόμα αόριστη, εγγενώς αντιφατική, όπου συντελείται μια στροφή στη διανοητική ζωή του φιλοσόφου. Ένας νέος κύκλος φιλοσοφικής έρευνας αρχίζει. Οι αντιρρήσεις στο έργο του, τις οποίες επιχειρεί να συνοψίσει στη διάλεξη αυτή, όσο συγκεκριμένες και εχθρικές κι αν είναι, θα γεννήσουν μέσα του νέα ερωτήματα, τα οποία θα πραγματευτεί φιλοσοφικά στην !Κριτική του διαλεκτικού λόγου!, μετά από μια περίοδο ελεύθερης ωρίμανσης, την οποία μαρτυρούν, μεταξύ άλλων, τα μεταθανάτια γραπτά του.'

Αρλέτ Ελκαΐμ-Σαρτρ, 'Το Πλαίσιο της Διάλεξης', από την Εισαγωγή της έκδοσης

Εξώφυλλο: Μαρία Κυρτζάκη, Στη Μέση της Ασφάλτου: Ποιήματα 1973-2002

Προσπαθεῖ νὰ διαφυλάξει τὸ αἶμα
Κρατώντας κομμένα μέλη καὶ ἐξορυγμένα
Μάτια
Περιμένοντας τὶς νύχτες
Ποὺ ἀδειάζουν οἱ δρόμοι
Τὶς νύχτες ποὺ ἔχει ἕναν τόπο
Νὰ χαράξει σχήματα
Λευκὰ φτερὰ
Ἔστω ἀπὸ σάρκες καὶ ὀστὰ
Προσπαθεῖ
Νὰ μὴν ἐπουλώνει τὶς πληγὲς
Τοὺς ἀναγκάζει νὰ τοῦ ξεκολλᾶνε τὶς σάρκες
Τὰ μαλλιὰ
Νὰ κρατήσει τὴ μνήμη του
Ἐπιμένει.

*

Ζωντανεύω πελώρια στόματα.
Καταπίνω.
Ἕνα στόμα ἡ ψυχὴ καὶ ὀσμίζεται
τὸ ἀνθὸς τοῦ θανάτου
γύρω γύρω πεταλοῦδες καὶ ἄνοιξε σὰν τὸ
σῶμα του ἡ μαύρη κηλίδα ὀμφαλὸς τῆς
κοιλιᾶς μου καὶ σέρνομαι σκαρφαλώνω
τοῦ ἥλιου τὴ σκάλα ὀμφαλὸς τῆς κοιλιᾶς
μου καὶ στόμα μου καὶ καβούρια ποὺ τὶς
πέτσες μου σκίζουν μικρᾶ ζῶα θηλεύουν
τοὺς πόρους μου ροκανίζουν τὶς λέξεις μου
σβήνω σὰν τὸ μάννα νὰ πέσεις σὰν βάλ-
σαμο εὐφροσύνη ἁγία χαρά μου σὰν τὸ
στόμα νεκρὸ καὶ τ’ ἀνάστησες στὰ πη-
γάδια τὸ σῶμα σου ρίχνεις.

Να μ’ ἀγγίξεις.

*

Σὰν γνώση ἐνδύεται τὸ σῶμα της
τὰ τείρεα φορεῖ τοῦ μέλλοντος τὴν
γνώση της ἐγγράφει στὰ ὀνόματα.
Χωρὶς τὴν γλώσσα πῶς ν’ ἀρθρω-
θεῖ ἡ φύση τῶν πραγμάτων συλλο-
γίζεται κι ἡ μήτρα ποὺ τὰ γέννησε
πῶς νὰ τὴν ψαύσεις

Καὶ προχωρεῖ ἀγγίζοντας

Μαρία Κυρτζάκη, Στη Μέση της Ασφάλτου: Ποιήματα 1973-2002, εκδ. Καστανιώτη

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑