
'Ἡ νεογέννητη Σελήνη ἀνέβαινε ἤδη στὸν οὐρανὸ ἀκτινοβολώντας δυνατὸ ἀσημένιο φῶς, γλιστροῦσε μέσα στὴ νύχτα μὲ συνοδεία τὸ πιὸ φωτεινὸ ἀστέρι στὸ στερέωμα. Ποῦ καὶ ποῦ τὰ σκυλιὰ ἀλυχτοῦσαν καὶ τρόμαζαν τὸν Μέντελ. Κομμάτιαζαν τὴ γαλήνη τῆς γῆς καὶ γιγάντωναν τὴν ταραχὴ τοῦ Μέντελ Σίνγκερ. Ἄν καὶ δὲν ἦταν οὔτε πέντε λεπτὰ μακριὰ ἀπὸ τὰ σπίτια τῆς μικρῆς πόλης, ἔνιωθε λὲς καὶ βρισκόταν σὲ ἀπίστευτη ἀπόσταση ἀπὸ τὸν κατοικημένο κόσμο τῶν Ἑβραῖων, ἀπερίγραπτα μόνος, στὸ ἔλεος ἀφάνταστων κινδύνων – κι ὅμως ἀνήμπορος νὰ γυρίσει πίσω. Στράφηκε πρὸς τὸν Βορρᾶ: Ἐκεῖ ἀνάσαινε σκοτεινὸ τὸ δάσος. Στὰ δεξιὰ ἁπλώνονταν γιὰ πολλὰ πολλὰ βέρστια οἱ βάλτοι, ἀραιὰ ξεχώριζαν ἀσημένιες λίγες μοναχικὲς ἰτιές. Στ’ ἀριστερὰ τὰ χωράφια, κάτω ἀπὸ ἕνα πέπλο, ὀπάλινο. Κάποιες στιγμὲς ὁ Μέντελ θαρροῦσε πὼς ἄκουγε ἀνθρώπινη φωνή, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ πεῖ ἀπὸ ποῦ. Ἄκουγε γνωστοὺς ἀνθρώπους νὰ μιλοῦν κι ἦταν σὰν νὰ καταλάβαινε τὰ λόγια τους. Μετὰ θυμόταν πὼς αὐτὲς τὶς κουβέντες τὶς εἶχε πράγματι ἀκούσει, πρὶν ἀπὸ πολὺ καιρό. Συνειδητοποιοῦσε πὼς τώρα ἁπλῶς τὶς ξανάκουγε, ἤ μᾶλλον ἄκουγε τὴν ἠχώ τους, ποὺ εἶχε μείνει τόσο καιρὸ φυλαγμένη μέσα στὴ μνήμη του. Αἴφνης ἕνα θρόισμα στ᾽ἄριστερά του, μέσα στὶς καλαμποκιές, κι ἄς μὴ φυσοῦσε καθόλου. Κι ὅλο ζύγωνε ἡ σιγανὴ βοή, τώρα ὁ Μέντελ ἔβλεπε κιόλας τὰ ψηλὰ σπαρτὰ νὰ γέρνουν, ἐκεῖ μέσα περπατοῦσε κάποιος ἄνθρωπος, ἴσως ζῶο πελώριο, μπορεῖ καὶ τέρας. Τὸ σωστὸ καὶ τὸ φρόνιμο θά ’τανε νὰ τὸ βάλει στὰ πόδια. Ὁ Μέντελ, ὅμως, περίμενε – κι ἑτοιμάστηκε νὰ πειάνει. Κάποιος χωρικός, κάποιος στρατιώτης θὰ πρόβαλλε τώρα μέσα ἀπὸ τὶς ψηλὲς πράσινες καλαμποκιές, θὰ κατηγοροῦσε τὸν Μέντελ, θὰ τὸν ἔλεγε κλέφτη καὶ θὰ τὸν σκότωνε ἐκεῖ ἐπὶ τόπου – μὲ μιὰ πέτρα. Ἤ μπορεῖ καὶ νά ’τανε κανένας ἀλήτης, ληστὴς ἤ φονιάς, ποὺ δὲν ἤθελε νὰ τὸν πάρει ἀνθρὠπου μάτι. «Μεγαλοδύναμε Θεέ!» ψιθύρισε ὁ Μέντελ. Ἦταν δύο αὐτοὶ ποὺ περπατοῦσαν μέσα στὸ χωράφι. Καὶ τὸ γεγονὸς πὼς ἦταν δύο κι ὄχι ἕνας μόνος του, καθησύχασε κάπως τὸν Ἑβραῖο – κι ἄς ἔλεγε μέσα του ἡ φωνὴ τῆς λογικῆς πὼς ἦταν ἴσως δύο φονιάδες. Ὄχι, δὲν ἦταν φονιάδες. Ἕνα ζευγαράκι ἦταν. Μιὰ κοριτσίστικη φωνὴ κάτι εἶπε, ἕνας ἄντρας γέλασε. Ἀλλὰ καὶ τὰ ζευγαράκια μποροῦσαν νὰ γίνουν ἐπικίνδυνα, ἤξερε περιπτώσεις ἀντρῶν ποὺ εἶχαν τρελαθεῖ ἀπὸ θυμὸ καὶ λύσσα, ἐπειδὴ κάποιος ἔτυχε νὰ γίνει μάρτυρας τοῦ ἔρωτά τους. Οἱ δύο ἐραστὲς δὲν θ’ ἀργοῦσαν νὰ βγοῦν ἀπὸ τὸ χωράφι. Ὁ Μέντελ Σίνγκερ κατάπιε μὲ δυσκολία τὸ φόβο καὶ τὴ σιχασιά του γιὰ τὰ ἐρπετὰ καὶ τὰ σκουλήκια τῆς γῆς καὶ πλάγιασε ἀθόρυβα στὸ χῶμα, μὲ τὰ μάτια καρφωμένα στὰ σπαρτὰ μπροστά του. Καὶ νὰ, οἱ ψηλόλιγνοι πράσινοι μίσχοι χώρισαν καὶ πρῶτος βγῆκε ὁ ἄντρας, ἕνας ἄντρας μὲ στολή, ἔνας στρατιώτης μὲ σκοῦρο μπλὲ δίκοχο, μὲ μπότες καὶ σπιρούνια, τὸ μέταλλο σπινθήρισε καὶ κροτάλισε ἐλαφρά. Πίσω του ἄστραψε ἕνα κίτρινο σάλι, ἕνα κίτρινο σάλι, ἕνα κίτρινο σάλι. Μιὰ φωνὴ ἀκούστηκε, ἡ φωνὴ τοῦ κοριτσιοῦ. Ὁ στρατιώτης γύρισε, τὴν ἀγκάλιασε ἀπὸ τοὺς ὤμους, τὸ σάλι ἄνοιξε, ὁ στρατιώτης πέρασε πίσω ἀπὸ τὸ κορίτσι, τὰ χέρια του βρέθηκαν στὸ στῆθος της, τὸ κορίτσι ἔγειρε πίσω, ἀκούμπησε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ στρατιῶτη, ἕτσι προχώρησαν.
Ὁ Μέντελ ἔκλεισε τὰ μάτια κι ἄφησε τὴ συμφορὰ νὰ περάσει ἀπὸ μπροστά του στὰ σκοτεινά. Ἄν δὲν φοβόταν μήπως προδοθεῖ, θὰ ἔκλεινε καὶ τ’ αὐτιὰ του, νὰ μὴν ἀκούει. Ἀλλὰ ἔτσι ἄκουσε: Ἄκουσε λόγια φριχτά, ἄκουσε τὰ σπιρούνια νὰ κροταλίζουν ἀσημένια, ἄκουσε σιγανὰ τρελὰ κοριτσίστικα γέλια, ἄκουσε τὸ βαθὺ γέλιο τοῦ ἄντρα. Μὲ λαχτὰρα περίμενε τώρα ν’ ἄκούσει τὰ γαβγίσματα τῶν σκύλων. Γιατί δὲν ἄρχιζαν τώρα νὰ γαβγίζουν; Δυνατά. Πολὺ δυνατά! Γιατί δὲν ἔβγαιναν μέσα ἀπὸ τὶς καλαμποκιὲς φονιάδες νὰ τὸν σκοτώσουν; Οἱ φωνὲς ξεμάκρυναν. Ἡσυχία ξανά. Ἔφυγαν ὅλα, χάθηκαν. Δὲν ὑπῆρξαν ποτέ.'
Γιόζεφ Ροτ, Ιώβ: Η Ιστορία Ενός Απλού Ανθρώπου, μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα
