προγραφές

ΜΟΝΑΞΙΑ ΣΤΟ ΜΕΞΙΚΟ

Και εγώ είμαι ένας δυστυχής ξένος
που σέρνεται στους δρόμους του Μεξικό.
Οι φίλοι μου μού πέθαναν,
χάθηκαν οι ερωμένες μου, τις πόρνες μου τις απαγόρευσαν,
το κρεβάτι μου πέτρωσεκαι σεισμός το πέταξε ψηλά -και δεν
υπάρχει καθόλου άγιο χόρτο
για να φτιαχτώ με το φως των κεριών και
τ' όνειρο, μόνο κάπνα απ' τα λεωφορεία,
αμμοθύελες και κοπέλες που με κρυφοκοιτάζουν από
μια τρύπα στην πόρτα
κρυφά ανοιγμένη για να μπανίζουν
αυτούς που μαλακίζονται με μαξιλάρια.
Είμαι η τερατόμορφη υδρορροή της Παναγίας που
ονειρεύεται στο διάστημα γκρίζας
ομίχλης όνειρα.
Το πρόσωπό μου φέρνει στου Ναπολέονα
-δεν έχω μορφή.
Η ατζέντα μου είναι γεμάτη ονόματα πεθαμένων
δεν έχω καμία αξία μέσα στο κενό,
στο σπίτι δίχως υπόληψη.
Ο μοναδικός μου φίλος είναι μια γριά αδερφή
χωρίς μια γραφομηχανή,
που, αν είναι φίλος μου, γαμήθηκα!
Μου 'χει μείνει λίγη μαγιονέζα,
ένα ολόκληρο αχρείαστο μπουκάλι με λάδι,
χωριάτες που πλένουν τον φεγγίτη μου,
ένας τρελός που καθαρίζει το λαρύγγι του
εκατοντάδες φορές τη μέρα στο
στο μπάνιο που 'ναι δίπλα μου
και μοιραζόμαστε κοινή τη στέγη μου.
Αν μεθύσω, διψάω ξανά,
αν περπατώ, τα πόδια μου καταρρέουν,
αν χαμογελάσω, το πρόσωπό μου γίνεται μια φάρσα,
αν κλάψω, είμαι μόνο ένα παιδί,
αν θυμάμαι, είμαι ένας ψεύτης,
αν γράψω, δεν έχει άλλο γράψιμο,
αν πεθάνω, ο θάνατος πεθαίνει,
αν ζω, ο θάνατος μόλις αρχίζει,
αν περιμένω, η αναμονή μακραίνει,
αν πάω, δεν έχει άλλο δρόμο,
αν κοιμάμαι, η ευτυχία στα βλέφαρά μου,
αν πάω σε φτηνές ταινίες,
με πιάνουν κοριοί
δεν έχω λεφτά για καλό σινεμά,
αν δεν κάνω τίποτα,
τίποτα δεν γίνεται.

*

BOWERY BLUES

Η ιστορία του ανθρώπου
μ’ αηδιάζει
Από μέσα μου, απ’ έξω μου
δεν ξέρω γιατί
κάτι τόσο υποθετικό
κάτι που είναι μόνο στα λόγια
θα έπρεπε να με πληγώνει τόσο.

Είμαι πληγωμένος
είμαι ταραγμένος
θέλω να ζήσω
θέλω να πεθάνω
δεν ξέρω πού να
στραφώ στο κενό
και πότε
να σταματήσω

Γιατί καμία εκκλησία δεν μου μίλησε
κανένας γκουρού δεν με στηρίζει
καμία συμβουλή,
μόνο η πέτρα
της Νέας Υόρκης,
και στο καφέ ακούμε
το σαξόφωνο
του νεκρού Ρούμπυ
που τον πυροβόλησαν
στα τριάντα δύο του
ν’ ακούγεται σαν τον παλιό καιρό
γαμάτο
κούφια αποκεφαλισμένο
σκοτωμένο απ' το χρόνο.

Και βλέπω σκιές
να χορεύουν μέσα στο Χαμό ερωτευμένες,
κρατώντας
σφιχτά τους όμορφους κώλους
μικρών κοριτσιών.
Ερωτευμένες με το σεξ
αποκαλύπτουν τους εαυτούς τους
με άσπρα εσώρουχα
σε ανεβασμένα παράθυρα
ελπίζοντας για το χειρότερο.

Δεν αντέχω άλλο πια,
αν δεν μπορώ να κρατώ
τη μιικρή μου πίσω από
το δωμάτιό μου

τότε ο αέναος κύκλος
της ζωής τελειώνει για μένα
Έτσι κι αλλιώς
τα κορίτσια δεν είναι τόσο καλά
όσο μοιάζουν
και ο διαλογισμός είναι καλύτερος
απ’ ό,τι νομίζεις
Όταν ξεκινά
χτυπώντας το κεφάλι σου
στη ζάλη που
έχει του χρυσού τη γυαλάδα,
άγγελοι απ’ τον παράδεισο
θρηνούν

λέγοντας

Σε περιμέναμε
από το πρωί, Τζακ,
γιατί άργησες τόσο
χασομερώντας στα σκοτεινά δωμάτια;
Αυτή η υπερβατική Λάμψη
είναι το καλύτερο κομμάτι
(της Ανυπαρξίας,
σημειώνω εγώ)

Συμφωνία.
Παραίτηση.
Τρέλα.
Τέλος.

ποιήματα του Τζακ Κέρουακ από την ανθολογία Αμερικανοί Ποιητές και Ποιήτριες Τολμούν, μτφρ. Γιώργος Μπουρλής, εκδ. Εξάρχεια

Εξώφυλλο: Στίβεν Κινγκ, Ο Δρομέας

'Ο ουρανός είχε σκουρήνει, παίρνοντας μια απόχρωση ανάμεσα στο βελούδινο βαθύ μπλε και το μαύρο. Οι αβέβαιες λάμψεις των πρώτων αστεριών διαγράφονταν στο βάθος. Στο δυτικό ορίζοντα, η μόνη ανάμνηση του ήλιου ήταν μια ασθενική πορτοκαλιά γραμμή που δε φώτιζε διόλου τη σκοτεινή γη, κάπου κάτω απ' τα πόδια τους.'

Στίβεν Κινγκ [ως Ρίτσαρντ Μπάκμαν], Ο Δρομέας, μτφρ. Μαριάννα Τζιαντζή, εκδ. Κέδρος

'Βιολογική ύπαρξη είναι ο άνθρωπος, που χτίζει τον ψυχισμό του ξεκινώντας ως βρέφος από τη συμβιωτική του σχέση με τη μητέρα κι ύστερα ανοίγεται στον ευρύ «ψυχολογικό» και τον ακόμα ευρύτερο «κοινωνικό» χώρο. Το πέρασμα θα γίνει με το χάδι, την αφή, το κλάμα, το γέλιο, τις χειρονομίες και τα βαβίσματα (φωνήεντα πρώτα, σύμφωνα μετά)· κατόπιν μέσα από τον λόγο, που επιτρέπει σιγά-σιγά το πρώτο ενικό πρόσωπο της ομιλίας, το «εγώ» του ρήματος, της πράξης και της επιθυμίας· επομένως και τη διάκριση από τον άλλον. Κάτι περισσότερο, τη διάκριση «μέσα / έξω», «επιθυμία / νόμος». Να μια πρώτη συνέπεια: η ανάδυση της υποκειμενικότητας που παράγεται μέσα από τη συμβολική τάξη. Αλλά η κάθε γλώσσα είναι και κώδικας κοινωνικά-πολιτισμικός, πολυσήμαντο ασύμμετρο συμβολικά σύστημα επικοινωνίας με τους άλλους. Ιδού και μια δεύτερη συνέπεια: η κοινωνικότητα, αλλά και η διάκριση «ατόμου / κοινωνίας».'

Θανάσης Καραβάτος, 'Λόγος ή/και Πράξη', Σύναψις: Τριμινιαία Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου Σύναψις, 26

Εξώφυλλο: Μισέλ Φουκό, Για τη Λαϊκή Δικαιοσύνη

'Θα ’θελα να ρίξουμε μια σύντομη ματιά προς τα πίσω, στην ιστορία του δικαστικού μηχανισμού του κράτους. Στο Μεσαίωνα περάσαμε απ’ το δικαστήριο της διαιτησίας (στο οποίο οι περιπτώσεις των διαφορών φτάνανε με κοινή συναίνεση, για να αποφασίσει για κάποια ένδειξη ή κάποια ιδιωτική διαμάχη και το οποίο με κανένα τρόπο δεν ήταν μόνιμο στήριγμα εξουσίας) σ’ ένα σύνολο σταθερών, ειδικών θεσμών, που είχαν την εξουσία να παρεμβαίνουν και εξαρτιόνταν απ’ την πολιτική εξουσία (ή σε κάθε περίπτωση βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχό της). Αυτή η αλλαγή πραγματοποιήθηκε με στήριγμα δύο διαδικασίες. Η πρώτη ήταν η φορολογία από το δικαστικό σύστημα. Με τη θέσπιση προστίμων, δημεύσεων, κατασχέσεων, την πληρωμή εξόδων και κάθε λογής επιδομάτων, η απονομή δικαιοσύνης έγινε προσοδοφόρα στη λειτουργία της. Μετά την κρίση του κράτους των Καρόλων, η δικαιοσύνη έγινε στα χέρια των ευγενών όχι μόνο ένα όργανο σφετερισμού -ένα μέσο καταναγκασμού- αλλά και μια άμεση πηγή εσόδων. Παρήγαγε ένα έσοδο επιπλέον της φεουδαρχικής προσόδου ή καλύτερα έγινε ένα μέρος της φεουδαρχικής προσόδου. Να είσαι δικαστής σήμαινε να έχεις μια πηγή εσόδων, σήμαινε ιδιοκτησία. Τα δικαστικά αξιώματα γίνανε μορφηή πλούτου που μπορούσε να ανταλλαχτεί, να κυκλοφορήσει, να πουληθεί ή να κληροδοτηθεί σαν μέρος φέουδων ή καμιά φορά και ξεχωριστά. Έγιναν αναπόσπαστο μέρος της κυκλοφορίας του πλούτου και των φεουδαρχικών φόρων. Γι’ αυτούς που τα κατείχαν αποτελούσαν δικαιώματα (δίπλα στη φοροληψία, τη δουλοπαροικία, τη δεκάτη, τους τελωνειακούς δασμούς, την υποχρέωση των υποτελών να χρησιμοποιούν επί πληρωμή τις εγκαταστάσεις του άρχοντα κτλ.). Και γι’ αυτούς που έρχονταν στη δικαιοδοσία τους ήταν ένα είδος φορολογίας που δεν ήταν συστηματοποιημένη, αλλά στην οποία ήταν ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, υποχρεωμένοι να υποκύψουν. Η αρχαϊκή λειτουργία του δικαστικού συστήματος είχε αντιστραφεί: θα μπορούσαμε να πούμε ότι, παλιότερα, η δικαιοσύνη ήταν δικαίωμα για όσους επρόκειτο να τους απονεμηθεί (το δικαίωμα των αντιδίκων να αξιώνουν δικαιοσύνη, όταν συμφωνούσαν γι’ αυτό) και καθήκον για όσους δικάζανε (η υποχρέωση να χρησιμοποιούν το κύρος τους, την αυθεντία τους, τη σοφία τους, την πολιτικοθρησκευτική εξουσία τους). Από εκείνο το σημείο και ύστερα επρόκειτο να γίνει ένα (προσοδοφόρο) δικαίωμα γι’ αυτούς που βρίσκονταν στην εξουσία και μια (πολυέξοδη) υποχρέωση για τους υπηκόοους τους.'

Μισέλ Φουκό, Για τη Λαϊκή Δικαιοσύνη, μτφρ. Αντώνης Μαούνης, εκδ. Εξάρχεια

Εξώφυλλο: Γιώργος Χειμωνάς, Χειρόγραφα

'Μᾶς ἔχουν βαθειὰ στιγματίσει οἱ λέξεις -καὶ πολλοὺς ἀπὸ μᾶς, μᾶς ἔχουν καταδικάσει χωρίς ελπίδα. Ἡ πραγματικότητα ἀλλὰ καὶ ἡ ψυχὴ μας ἔχουν μιὰν ἀπροσπέλαστη οὐσία ποὺ εἶναι β ω β ὴ και ζεῖ μὲ ἀσύμμετρους κι ἄρρυθμους κραδασμούς. Ὑπάρχει μιὰ ἀδυσώπητη, σκοτεινὴ κι ἀνεξιχνίαστη ἐσαεὶ νομοτέλεια στὸ ἀκανόνιστο τὴς ὕπαρξης - ὁποιαδήποτε προσέγγισὴ του καταλήγει ἀναπότρεπτα σὲ μιὰν ἁρμονικὴ καὶ ψευδῆ, καμπύλα σχηματοποίησή του. Ἐξάλλου, ἡ νομοτέλεια δὲν εἶναι ἕνας γ ε ν ι κ ό ς, ἐκ τῶν ἄνω ἤ, ἔστω, ἐκ τῶν ἔξω ἐπιβαλλόμενος καὶ ἐπιβάλλων κανονισμός: ἡ κάθε ὕπαρξη εἶναι ἤδη νομοτελής, τάξη καὶ ἀ τ α ξ ί α εἶναι κωμικοὶ καὶ ἠλίθιοι όροι.'

'Λανθάνει μέσα μου μία ἀσυγκράτητη ἐπιστολογραφικὴ μανία, τὴν ὁποία συνεχῶς καταστέλλω. Ἀντί νὰ γράφω αὐτὰ τὰ μικρὰ βιβλία, θὰ ἤθελα νὰ ἐξομολογοῦμαι σὲ ἀτέλειωτες λεπτομερειακὲς ἐπιστολὲς. Πιστεύω ὅτι ἡ ἐπιδείνωση τελευταῖα τῆς δυστυχίας μου εἶναι ἡ ἕλλειψη ἑνὸς ἐξομολογητή. Κατὰ καιρούς, διέθετα καὶ κάποιον, ποὺ κατάπληκτος δεχόταν ἕναν χείμαρρο ἐξομολογήσεών μου (κατὰ κανόνα ἀνειλικρινῶν, ἀλλὰ δὲν ἔχει σημασία: κίνητρο τῆς ἀνθρώπινης ἔκφρασης στάθηκε πάντα μιὰ φιλαρέσκεια, μία βασανισμένη ματαιοδοξία). Ἐν τούτοις, εἶναι ἀπίστευτο τὸ τί κενὰ ἔχει ὁ λόγος μου, πόσο ἀπροστάτευτες καὶ ἀσύδοτες εἶναι ἐκεῖνες οἱ ἐνδιάμεσες διαδικασίες μεταξὺ σκέψης μου καῖ γλώσσας μου, ἔτσι ὤστε ἡ γλώσσα μου νὰ λειτουργεῖ στὰ τυφλὰ (ἀγωνιᾶ καὶ τὴν φαντάζομαι κιόλας νὰ κάνει, πρὶν μιλήσει, μιὰ μικρὴ προσευχὴ μὴ πέσει ἔξω) καθῶς ξεκινᾶ ἀπὸ ἕνα ἀφελὲς καὶ προκλητικὸ δόγμα: ἀφοῦ ἐκπορεύομαι ἀπὸ ἕνα τέτοιο χάος ὅ,τι κι ἄν πῶ θὰ εἶναι χάος, δηλαδή καίριο καὶ -προπαντὸς- «φυσικό». Ἀλλοίμονο, ἔχω μιὰ τρομαχτικὴ ἐκφραστικὴ ἀναπηρία, οἱ λέξεις μου δὲν ἐκφράζουν τίποτε - συνιστοῦν, ἀπλῶς μιὰν ἀπεγνωσμένη ἀντίσταση στὴ σιωπή: ἔχω μιὰ θανάσιμη ἀρρώστεια, τὴν σιωπή. Πρὶν καιρό, ἔλεγα ὅτι ἡ τέχνη εἶναι ἀποκάλυψη μιᾶς ἀλήθειας (ὑπερβατικῆς): ἦταν ἡ φάση μου τοῦ ἱεροφάντη. Τώρα λέω πὼς ἡ τέχνη εἶναι συντήρηση τῶν ἐλάχιστων καὶ πανάρχαιων ἀνθρώπινων ἀξιῶν (πόθος, πάθος, πόνος, κλπ): εἶναι ἡ φάση μου τοῦ μάρτυρα. Τὸ τέλος δὲν πρέπει νὰ εἶναι μακρυὰ: κάτι τὸ τ ε λ ε υ τ α ῖ ο, σὰν θρόμβος ὑδράργυρου γλυστρᾶ μέσα στὸ νοῦ μου.'

από επιστολές του Γιώργου Χειμωνά στον Αλέξανδρο Ίσαρη, Χειρόγραφα, εκδ. Ίκαρος

Εξώφυλλο: Ernest Jones, Σίγκμουντ Φρόυντ: Η Ζωή και το Έργο του

'Δὲν ὑπάρχουν πολλὰ πράγματα νὰ εἰπωθούν γιὰ τὶς συγγραφικὲς συνἠθειες τοῦ Φρόυντ. Κρίνοντας ἀπὸ τὴν ἔκτασή τους καὶ τὴν ἀλληλογραφία του θὰ πρέπει ν’ ἀγαποῦσε τὴν ἴδια τὴ φυσικὴ πράξη τῆς γραφῆς ποὺ πάντοτε τελοῦνταν ἰδιοχείρως. Μονάχα στὰ ὄψιμα χρόνια του, στὴν ἕβδομη δεκαετία τῆς ζωῆς του, οἱ νεώτερες κόρες του τὸν ἀνακούφιζαν σὲ κάποιο μικρὸ βαθμό. Ὁ Φρόυντ δὲν εἶχε τὴν τέχνη ἐνὸς Trollop νὰ έξαναγκάζει τὸν ἑαυτό του νὰ γράφει τόσες πολλὲς ἐκατοντάδες λέξεων τὴν ἡμέρα. Συνέθετε περισσότερο μὲ τὸν ἄτακτο τρόπο ἑνὸς ποιητῆ. Μποροῦσαν νὰ περάσουν βδομάδες ἤ ἀκόμη καὶ μῆνες δίχως νὰ νιώθει ὅτι εἶχε κάτι ποὺ ἐπιθυμούσε νὰ γράψει. Κι ἔπειτα ἐρχόταν μιὰ ὤθηση πρὸς δημιουργία, οἱ ἀργὲς ὠδίνες ἑνὸς τοκετοῦ, ἡ προσπάθεια νὰ γράψει τουλάχιστον δύο ἤ τρεῖς ἀράδες τὴν ἡμέρα καὶ τέλος ἕνα ἐν εἴδη ἔκρηξης πλάτεμα, ὅπου μέσα σὲ λίγες βδομάδες ἔκανε τὴν ἐμφάνισή του ἕνα σημαντικὸ δοκίμιο. Λέγοντας λίγες βδομάδες δὲν ἐννοοῦμε συνεχὲς γράψιμο: ἀπεναντίας, αὐτὸ σήμαινε νὰ κλέβει μέσα σὲ μεγάλη ἔνταση λίγες ὧρες ποὺ μποροῦσε νὰ διαθέσει στὸ τέλος μιᾶς κοπιαστικῆς ἡμέρας.
Μιὰ αὐξημένη δυσφορία μαζί μὲ διάφορα συμπτώματα γενικῆς κακουχίας προηγοῦνταν πάντα ὅ,τι καλύτερου ἔγραψε ὁ Φρόυντ. Ὅταν, ὅπως συνέβαινε συνήθως, ἡ ὑγεία του ἦταν ἄριστη καὶ βρισκόταν σὲ εὐφορία δὲν ὑπῆρχε θέμα νὰ γράψει τὸ ὁ,τιδήποτε. Εἶχε ἐπίγνωση ἑνὸς προσωπικοῦ κινήτρου ποὺ τὸν ὠθοῦσε νὰ γράφει τόσο πολύ, πέρα φυσικὰ ἀπὸ τὰ ἐπιστημονικά. Μοῦ τὸ ἐξήγησε λέγοντας ὅτι ἀκούγοντας καὶ παίρνοντας τόσα πολλὰ ὅλη τὴν ἡμέρα, δημιουργοῦνταν ἡ ἀνάγκη νὰ δώσει κάτι πρὸς τὰ ἔξω, νὰ περάσει ἀπὸ μιὰ παθητική, δεκτικὴ στάση σὲ μιὰ ἐνεργητική, δημιουργική. Οἱ διακοπὲς ἦσαν συχνὰ μιὰ περίοδος κυοφορίας νέων ἰδεῶν, ἐπακόλουθο, ἀναμφιβόλως, τῶν πολυπληθῶν ἐντυπώσεων ποὺ δέχονταν ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς του τοὺς προηγούμενους μῆνες ἐργασίας.

[...]

Γιὰ τὸν Φρόυντ ἡ ἐργασία μὲ τὴ μία ἤ τὴν ἄλλη μορφὴ ἦταν τὸ καθημερινό του ψωμί. Μιὰ ἀργόσχολη ζωὴ θὰ τὴν ἔβρισκε ἀνυπόφορη. «Δὲν θὰ μποροῦσα νὰ σκεφτῶ μὲ ὁποιαδήποτε ἀνακούφιση μιὰ ζωὴ δίχως ἐργασία. Δημιουργικὴ φαντασία καὶ ἐργασία πᾶνε μαζί, σὲ μένα· τίποτα ἄλλο δὲν μ’ εὐχαριστεῖ. Αυτὸ θὰ ἦταν μιὰ συνταγὴ γιὰ τὴν εὐτυχία, ἄν δὲν ὔπήρχε ἡ τρομερὴ σκέψη ὅτι ἡ δημιουργικότητά μας ἐξαρτᾶται πλήρως ἀπὸ εὐαίσθητες διαθέσεις. Τί θὰ κάνεις μιὰ μέρα ποὺ οἱ σκέψεις σταματοῦν νὰ ρέουν καὶ οἱ κατάλληλες λέξεις δὲν ἐννοοῦν νὰ ἔρθουν; Δὲν μπορεῖς παρὰ νὰ τρέμεις μπροστὰ στὴν πιθανότητα αὐτή. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ παρὰ τὴ συγκατάθεση στὴ μοίρα ποὺ ταιριάζει σ’ ἔναν ἀκέραιο ἄνθρωπο, μυστικὰ παρακαλῶ: ὄχι ἐξάντληση, ὄχι παράλυση τῶν δυνάμεών σου ἐξ αἰτίας σωματικῆς κατάπτωσης. Θὰ πεθάνουμε ἀρματωμένοι, ὅπως ἔλεγε ὁ Βασιλιὰς Μάκβεθ».'

Ernest Jones, Σίγκμουντ Φρόυντ: Η Ζωή και το Έργο του, μτφρ. Ξενοφώντας Κομνηνός, εκδ. Ίνδικτος

Εξώφυλλο: Ζακ Λακάν, Λειτουργία και Πεδίο της Ομιλίας και της Γλώσσας στην Ψυχανάλυση

'Πώς ο λόγος θα μπορούσε να εξαντλήσει το νόημά του λόγου [...] αν όχι με την πράξη που τον γεννά; Έτσι, η ανατατροπή από τον Γκαίτε της παρουσίας του λόγου στις αρχές, «στην αρχή ήταν η πράξη», ανατρέπεται με τη σειρά της: ο Λόγος ήταν πράγματι εν αρχή, και ζούμε μέσα στη δημιουργία του, αλλά η δράση του πνεύματος είναι εκείνη που εξακολουθεί αυτή τη δημιουργια, ανανεώνοντάς την διαρκώς. Και δεν μπορούμε να επιστρέψουμε και να στοχαστούμε αυτή τη δράση, παρά μόνο αν την αφήσουμε να μας σπρώξει παραπέρα.'

Ζακ Λακάν, Λειτουργία και Πεδίο της Ομιλίας και της Γλώσσας στην Ψυχανάλυση, μτφρ. Ρεζινάλντ Μπλανσέ & Νάσια Λινάρδου-Μπλανσέ, εκδ. Εκκρεμές

Εξώφυλλο: Βλαντιμίρ Γιανκέλεβιτς, Ο Ναζισμός και το Είναι

'Τι θα ήταν ο αυτόχθων χωρίς τον αλλογενή του, χωρίς εκείνον τον αγαπητό και ζωτικό αλλογενή που του προμηθεύει το οξυγόνο και τη δυνατότητα για μια γόνιμη υβριδοποίηση; Αν ο θεός δεν είχε εφεύρει τους ακάθαρτους ανθρώπους, ο πολύ καθαρός άνθρωπος δεν θα υπέκειντο σε εκφυλισμό και ξεμώραμα; Ο περιφρονητέος λαός αντιπροσωπεύει για τον βιολογικά καθαρό και ασκητικό λαό την ολοκληρωτική ελευθερία από τις προκαταλήψεις, την ενοχική και σαγηνευτική ελαφρότητα μιας συνείδησης χωρίς παραδόσεις, κοντολογίς όλα εκείνα τα συστατικά της ευκινησίας και της ηδυπάθειας που λείπουν εντελώς στις επαρχιώτικες υπάρξεις, διψασμένες για μοιχεία και περιπέτεια.'

Βλαντιμίρ Γιανκέλεβιτς [Vladimir Jankélévitch], Ο Ναζισμός και το Είναι, επιμ. Παναγιώτης Καλαμαράς & Άννα Τσουλούφη-Λάγιου, εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑