
ΜΟΝΑΞΙΑ ΣΤΟ ΜΕΞΙΚΟ
Και εγώ είμαι ένας δυστυχής ξένος
που σέρνεται στους δρόμους του Μεξικό.
Οι φίλοι μου μού πέθαναν,
χάθηκαν οι ερωμένες μου, τις πόρνες μου τις απαγόρευσαν,
το κρεβάτι μου πέτρωσεκαι σεισμός το πέταξε ψηλά -και δεν
υπάρχει καθόλου άγιο χόρτο
για να φτιαχτώ με το φως των κεριών και
τ' όνειρο, μόνο κάπνα απ' τα λεωφορεία,
αμμοθύελες και κοπέλες που με κρυφοκοιτάζουν από
μια τρύπα στην πόρτα
κρυφά ανοιγμένη για να μπανίζουν
αυτούς που μαλακίζονται με μαξιλάρια.
Είμαι η τερατόμορφη υδρορροή της Παναγίας που
ονειρεύεται στο διάστημα γκρίζας
ομίχλης όνειρα.
Το πρόσωπό μου φέρνει στου Ναπολέονα
-δεν έχω μορφή.
Η ατζέντα μου είναι γεμάτη ονόματα πεθαμένων
δεν έχω καμία αξία μέσα στο κενό,
στο σπίτι δίχως υπόληψη.
Ο μοναδικός μου φίλος είναι μια γριά αδερφή
χωρίς μια γραφομηχανή,
που, αν είναι φίλος μου, γαμήθηκα!
Μου 'χει μείνει λίγη μαγιονέζα,
ένα ολόκληρο αχρείαστο μπουκάλι με λάδι,
χωριάτες που πλένουν τον φεγγίτη μου,
ένας τρελός που καθαρίζει το λαρύγγι του
εκατοντάδες φορές τη μέρα στο
στο μπάνιο που 'ναι δίπλα μου
και μοιραζόμαστε κοινή τη στέγη μου.
Αν μεθύσω, διψάω ξανά,
αν περπατώ, τα πόδια μου καταρρέουν,
αν χαμογελάσω, το πρόσωπό μου γίνεται μια φάρσα,
αν κλάψω, είμαι μόνο ένα παιδί,
αν θυμάμαι, είμαι ένας ψεύτης,
αν γράψω, δεν έχει άλλο γράψιμο,
αν πεθάνω, ο θάνατος πεθαίνει,
αν ζω, ο θάνατος μόλις αρχίζει,
αν περιμένω, η αναμονή μακραίνει,
αν πάω, δεν έχει άλλο δρόμο,
αν κοιμάμαι, η ευτυχία στα βλέφαρά μου,
αν πάω σε φτηνές ταινίες,
με πιάνουν κοριοί
δεν έχω λεφτά για καλό σινεμά,
αν δεν κάνω τίποτα,
τίποτα δεν γίνεται.
*
BOWERY BLUES
Η ιστορία του ανθρώπου
μ’ αηδιάζει
Από μέσα μου, απ’ έξω μου
δεν ξέρω γιατί
κάτι τόσο υποθετικό
κάτι που είναι μόνο στα λόγια
θα έπρεπε να με πληγώνει τόσο.
Είμαι πληγωμένος
είμαι ταραγμένος
θέλω να ζήσω
θέλω να πεθάνω
δεν ξέρω πού να
στραφώ στο κενό
και πότε
να σταματήσω
Γιατί καμία εκκλησία δεν μου μίλησε
κανένας γκουρού δεν με στηρίζει
καμία συμβουλή,
μόνο η πέτρα
της Νέας Υόρκης,
και στο καφέ ακούμε
το σαξόφωνο
του νεκρού Ρούμπυ
που τον πυροβόλησαν
στα τριάντα δύο του
ν’ ακούγεται σαν τον παλιό καιρό
γαμάτο
κούφια αποκεφαλισμένο
σκοτωμένο απ' το χρόνο.
Και βλέπω σκιές
να χορεύουν μέσα στο Χαμό ερωτευμένες,
κρατώντας
σφιχτά τους όμορφους κώλους
μικρών κοριτσιών.
Ερωτευμένες με το σεξ
αποκαλύπτουν τους εαυτούς τους
με άσπρα εσώρουχα
σε ανεβασμένα παράθυρα
ελπίζοντας για το χειρότερο.
Δεν αντέχω άλλο πια,
αν δεν μπορώ να κρατώ
τη μιικρή μου πίσω από
το δωμάτιό μου
τότε ο αέναος κύκλος
της ζωής τελειώνει για μένα
Έτσι κι αλλιώς
τα κορίτσια δεν είναι τόσο καλά
όσο μοιάζουν
και ο διαλογισμός είναι καλύτερος
απ’ ό,τι νομίζεις
Όταν ξεκινά
χτυπώντας το κεφάλι σου
στη ζάλη που
έχει του χρυσού τη γυαλάδα,
άγγελοι απ’ τον παράδεισο
θρηνούν
λέγοντας
Σε περιμέναμε
από το πρωί, Τζακ,
γιατί άργησες τόσο
χασομερώντας στα σκοτεινά δωμάτια;
Αυτή η υπερβατική Λάμψη
είναι το καλύτερο κομμάτι
(της Ανυπαρξίας,
σημειώνω εγώ)
Συμφωνία.
Παραίτηση.
Τρέλα.
Τέλος.
ποιήματα του Τζακ Κέρουακ από την ανθολογία Αμερικανοί Ποιητές και Ποιήτριες Τολμούν, μτφρ. Γιώργος Μπουρλής, εκδ. Εξάρχεια