
Το πάθος, και μάλιστα το βαθύτερο πάθος, δεν είναι κάτι που χρειάζεται τη σκηνή του ανακτόρου για να παίξει το ρόλο του. Εκεί κάτω, ανάμεσα στους άθλιους που στέκονται όρθιοι στην πλατεία, ανάμεσα σε ζητιάνους και ρακοσυλλέκτες, επιτελείται κάποτε το πιο βαθύ πάθος. Και το μέτρο της δύναμής του δεν είναι οι περιστάσεις που το προκαλούν, που μπορεί να είναι ασήμαντες ή ταπεινές. Στην περίπτωσή μας, η σκηνή είναι το σφουγγαρισμένο κατάστρωμα των κανονιών ενός πολεμικού, και μια από τις εξωτερικές αφορμές είναι η σούπα που έχυσε ένας άντρας του πληρώματος.
Λοιπόν, όταν ο οπλονόμος παρατήρησε από πού προερχόταν το λιπαρό ζουμί που κυλούσε μπροστά πόδια του, πρέπει να το εξέλαβε ─σε κάποιο βαθμό ηθελημένα, ίσως─ όχι ως το απλό ατύχημα που ασφαλώς ήταν, αλλά ως την ύπουλη εξωτερίκευση ενός αυθόρμητου συναισθήματος του Μπίλλυ, που λίγο πολύ αποκρινόταν στη δική του αντιπάθεια. Στην ουσία δεν είναι παρά μια ανόητη επίδειξη, πρέπει να σκέφτηκε, και μάλιστα εντελώς ακίνδυνη, σαν την κλωτσιά που μάταια ρίχνει η δαμάλα, η οποία όμως, αν η δαμάλα ήταν πεταλωμένο άτι, δεν θα ήταν και τόσο ακίνδυνη. Σε κάθε περίπτωση, η αλήθεια είναι πως ο Κλάγκαρτ ενστάλαξε έτσι στη χολή του φθόνου του και το βιτριόλι της περιφρόνησης. Αλλά το περιστατικό τού επιβεβαίωσε κάποιες αόριστες πληροφορίες που είχε φροντίσει να φτάσουν ώς τ’ αφτιά του ο «Τσιριχτός», ένας από τους πιο πανούργους υποκελευστές του, ένας κοντοστούπης με γκρίζα μαλλιά, που οι ναύτες του είχαν κολλήσει αυτό το παρατσούκλι λόγω της τσιριχτής φωνής και του σουβλερού προσώπου του, που χωνόταν εδώ κι εκεί στις πιο σκοτεινές γωνίες στα κάτω καταστρώματα κυνηγώντας λουφαδόρους, κι έτσι τους έφερνε στο νου τη σατιρική εικόνα ενός ποντικού που τρυπώνει στο κελάρι.
Καθώς το αφεντικό του τον χρησιμοποιούσε σαν υπάκουο εργαλείο για να στήνει μικρές παγίδες που αναστάτωναν τον γαμπιέρο ─γιατί από τον οπλονόμο είχαν προέλθει όλες αυτές οι ασήμαντες επιπλήξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω─ ο υποκελευστής, έχοντας βγάλει το εύλογο συμπέρασμα ότι ο αφέντης του μάλλον δεν έτρεφε μεγάλη αγάπη για τον ναύτη, θεώρησε καθήκον του, πιστός υποτακτικός καθώς ήταν, να τρέφει την εχθρότητα μεταφέροντας αλλοιωμένα στο αφεντικό του κάποια αθώα αστεία του καλόβολου γαμπιέρου, αλλά και βάζοντας στο στόμα του διάφορους χλευαστικούς χαρακτηρισμούς που ισχυριζόταν ότι τον είχε κρυφακούσει ο ίδιος να ξεστομίζει. Ο οπλονόμος δεν αμφισβήτησε ποτέ την αξιοπιστία των πληροφοριών, ιδίως σε ό,τι αφορούσε τους χαρακτηρισμούς, γιατί γνώριζε καλά πόσο βαθιά μπορούσε να φτάσει η κρυφή αντιπάθεια για έναν οπλονόμο, τουλάχιστον έναν οπλονόμο της εποχής εκείνης, που εκτελούσε με ζήλο τα καθήκοντά του, και ήξερε πως οι ναύτες, όταν κουβέντιαζαν μεταξύ τους, αυτόν είχαν για στόχο της κοροϊδίας και των χωρατών τους∙ και το παρατσούκλι που του είχαν βγάλει (Τζίμμυ Λεγκς) υποδηλώνει με τη μορφή ενός αστείου την ανομολόγητη αντιπάθειά τους και την έλλειψη σεβασμού. Αλλά, καθώς το μίσος καταπίνει ακόρεστα κάθε καύσιμη ύλη, δεν χρειαζόταν κανένας καλοθελητής για να θρέψει το πάθος του Κλάγκαρντ.
Η εκλεπτυσμένη διαστροφή συνοδεύεται συχνά από μια ασυνήθιστη σύνεση, γιατί είναι υποχρεωμένη να αποκρύπτει τα πάντα. Και όταν απλώς υποθέτει ότι δέχεται μια προσβολή, η μυστικοπάθειά της δεν της επιτρέπει να εξακριβώσει την αλήθεια ή να βγει από την πλάνη∙ κι έτσι, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, ενεργεί στηριζόμενη σε μια εικασία σαν να επρόκειτο για βεβαιότητα. Και τα αντίποινα είναι ασφαλώς τρομακτικά δυσανάλογα προς την υποτιθέμενη προσβολή∙ και εξάλλου ποτέ και για ποιον υπήρξε η εκδίκηση, όσον αφορά τις αξιώσεις της, κάτι άλλο παρά ασύδοτος τοκογλύφος; Τι συνέβαινε ωστόσο με τη συνείδηση του Κλάγκαρντ; Γιατί, αν και οι συνειδήσεις διαφέρουν μεταξύ τους όσο και τα μέτωπα των ανθρώπων, κάθε πνευματικό ον έχει συνείδηση, χωρίς να εξαιρούνται ούτε οι δαίμονες της Γραφής, που «πιστεύουν και φρίττουν». Καθώς όμως η συνείδηση του Κλάγκαρντ δεν ήταν παρά συνήγορος της βούλησής του, έβλεπε τέρατα εκεί όπου υπήρχαν μόνο ακίνδυνες σκιές, και προφανώς υπέθεσε ότι το κίνητρο που ώθησε τον Μπίλλυ να χύσει τη σούπα εκείνη ακριβώς τη στιγμή, σε συνδυασμό με τους χαρακτηρισμούς που υποτίθεται πως υποτίθεται πως είχε πει, θα αρκούσαν από μόνα τους, ακόμη κι αν δεν υπήρχε τίποτε άλλο, για να στοιχειοθετηθεί μια κατηγορία εναντίον του∙ και επιπλέον δικαιολογούσε την εχθρότητα ως μια μορφή ανταποδοτικής δικαιοσύνης. Ο Φαρισαίος είναι ο Γκάι Φωκς που περιφέρεται στις υπόγειες στοές στα βάθη της ψυχής ανθρώπων σαν τον Κλάγκαρντ. Οι άνθρωποι αυτοί αδυνατούν να συλλάβουν την έννοια μιας αμοιβαίας εχθρότητας. Η κρυφή δίωξη του Μπίλλυ άρχισε πιθανότατα με σκοπό να δοκιμάσει το χαρακτήρα του∙ αλλά δεν τον οδήγησε να αναπτύξει μέσα του κανένα γνώρισμα που ο εχθρός του θα μπορούσε να αξιοποιήσει δημόσια ή έστω να το διαστρέψει σε μια πειστική αυτοδικαίωση∙ έτσι που το συμβάν στο γεύμα, όσο ασήμαντο κι αν ήταν, αποδείχθηκε ευπρόσδεκτο για εκείνη την παράδοξη συνείδηση, που της είχε ανατεθεί ο ρόλος του μυστικοσύμβουλου του Κλάγκαρντ∙ και επιπλέον, όπως ήταν αναμενόμενο, τον ώθησε σε νέους πειραματισμούς.
Χέρμαν Μέλβιλ, Μπίλλυ Μπαντ, Ναύτης, μτφρ. Παναγιώτης Κεχαγιάς & Κώστας Σπαθαράκης, εκδ. Αντίποδες
* * *
Σε μια αμιγώς πολιτική και ιδεολογικά φορτισμένη ανάγνωση, η Χάννα Άρεντ ξεχωρίζει τον Μέλβιλ ως εκπρόσωπο ενός αμερικάνικου ιδεώδους για την πολιτική, και θεωρεί ότι συνιστά την αμερικάνικη απάντηση στους ηγέτες της Γαλλικής Επανάστασης. Ο Μέλβιλ, ισχυρίζεται η Άρεντ, αναδεικνύει την έλλογη ελευθερία ενάντια στο πάθος της συμπόνιας που καταλήγει στο αντίθετό του, στην άλογη βία. Στην ερμηνεία της, ο αριστοκράτης και προτεστάντης Βίερ εκφράζει το πνεύμα των Αμερικανικών Ιδρυτών Πατέρων, που εξεγέρθηκαν στο όνομα της ελευθερίας και έμειναν πιστοί σε αυτήν την ιδέα, σε αντίθεση με τους Γάλλους επαναστάτες, που προσβλήθηκαν από το πάθος και, παρότι θέλησαν να εκφράσουν την ελευθερία, τάχθηκαν «από συμπόνια» στο πλευρό της θέλησης του λαού, επιλογή που οδήγησε στην περίοδο της Τρομοκρατίας. Ο Βίερ έχει την πολιτική αρετή να υπερβεί τη συμπόνια του, αποκαθιστώντας το δίκαιο που διασαλεύθηκε από ένα υπερβατικό καλό. Στην αντίθεση του απόλυτου καλού (Μπίλλυ) με το απόλυτο κακό (Κλάγκαρντ), το καλό έδρασε χωρίς διαδικασίες και χωρίς επιχείρημα, και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς αφού λόγω της υπερβατικότητάς του δεν μπορεί να «αποκρυσταλλωθεί σε μόνιμους θεσμούς», το απόλυτο καλό τραυλίζει. Εκεί παρεμβαίνει η πολιτική αρετή του καπετάνου Βίερ, το πολιτικό κέντρο ανάμεσα στα δύο άκρα του Μπίλλυ και του Κλάγκαρντ. Δεν είναι τυχαίο, λέει η Άρεντ, ότι ο Μπίλλυ είναι έκθετος ενώ η καταγωγή του Κλάγκαρντ παραμένει μυστήριο, αφού και οι δύο εκφράζουν το προπολιτικό καλό και κακό, σε μια εκκοσμικευμένη αντιστροφή της ιστορίας του Κάιν και του Άβελ. Ο Βίερ καλείται να υπερασπιστεί τις πολιτικές αξίες απέναντι στα απόλυτα της προπολιτικής κατάστασης, και να αντιταχθεί όχι μόνο στο απόλυτο κακό αλλά και στο απόλυτο καλό. «Τιμωρεί τη βία της απόλυτης αθωότητας», αποκαθιστώντας την ομαλότητα μιας πολιτικής συγκρότησης αποκαθαρμένης από ανορθολογικά πάθη.
Θοδωρής Δρίτσας, ‘Ο Μπίλυ Μπαντ μεταξύ αποδοχής και αντίστασης’, από το Επίμετρο της έκδοσης
