προγραφές

Εξώφυλλο: Χέρμαν Μέλβιλ, Μόμπι-Ντικ ή Η Φάλαινα

'Ἀλλὰ καὶ στὸν ἴδιο τὸν ἄμβωνα ὑπῆρχαν ἴχνη ἀπὸ τὸ ἴδιο θαλασσινὸ γοῦστο ποὺ εἶχε φτιάξει τὴν ἀνεμόσκαλα καὶ τὴν εἰκόνα. Τὸ μπροστινό του μέρος, ντυμένο μὲ ξύλο, ἧταν ὁλόιδιο μὲ πρώρα πλοίου μασκάδου καὶ ἡ Ἃγία Γραφὴ ἀκουμποῦσε σὲ ἕναν σκαλιστὸ ἕλικα ποῦ προεξεῖχε σὰν ἀκρόπρωρο ὅμοιο μὲ τὸν ἕλικα τοῦ βιολιοῦ στὴν ἄκρη τοῦ μπράτσου.
Τί μποροῦσε νὰ εἶναι πιὸ μεστὸ ἀπὸ σημασία; - γιατὶ ὁ ἄμβωνας εἶναι πάντα ἐπικεφαλῆς αὐτῆς τῆς γῆς· ὅλα τὰ ἄλλα ἀκολουθοῦν ἀπὸ πίσω· ὁ ἄμβωνας ὁδηγεῖ τὸν κόσμο. Ἀπὸ κεῖ εἶναι ποὺ βλέπουμε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ μπουρίνι τῆς ξαφνικὴς ὁργῆς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ πρώρα πρέπει νὰ σηκώσει τὸ πρώτο ξέσπασμα. Ἀπὸ κεῖ εἶναι ποὺ γιὰ πρώτη φορὰ ἐπικαλούμαστε τὸ Θεὸ τῶν μελτεμιῶν -οὔριων ἤ όχι- γιὰ πρίμους ἀνέμους. Ναί, ὁ κόσμος εἶναι καράβι ποὺ κάνει τὸ ταξίδι μόνο τοῦ πηγαιμοῦ, ὄχι ἕνα ταξίδι ὁλόκληρο· κι ὁ ἄμβωνας εἶναι ἡ πρώρα του.'

'«Πές μου λοιπὸν τότε· δὲν εἶσαι ἕνας ἀχρεῖος, ἀχόρταγος, ἄξεστος γερο-μασκαράς, ποὺ ἀνακατεύεται σὲ ὅλα καὶ ὅλα τὰ μονοπωλεῖ, ποὺ τὴ μιὰ μέρα φτιάχνει ποδάρια καὶ τὴν ἄλλη φέρετρα γιὰ νὰ τὰ κλείσει μέσα, καὶ ξανὰ πάλι σωσίβια ἀπὸ κεῖνα τὰ ἴδια τὰ φέρετρα; Εἶσαι δίχως ἀρχὲς ὅπως οἱ θεοί· εἶσαι ἕνας παρόμοιος πολυτεχνίτης».
«Μὰ δὲν ἔχω καμιὰ πρόθεση, καπετάνιο. Κάνω ἁπλῶς αὐτὸ ποὺ κάνω».
«Ὅπως οἱ θεοὶ καὶ πάλι. Πρόσεξέ με· δὲν τραγουδᾶς ποτὲ ὅταν φτιάχνεις μιὰ κάσα; Οἱ Τιτάνες, λένε, μουρμούριζαν διάφορα κομμάτια, ὅταν πελεκοῦσαν τοὺς κρατῆρες γιὰ νὰ φτιάξουν ἡφαίστεια· κι ὁ νεκροθάφτης σὲ κεῖνο τὸ δράμα τραγουδάει, μὲ τὸ φτυάρι στὸ χέρι. Ἐσὺ δὲν τραγουδὰς ποτέ;»
«Ρωτᾶς ἄν τραγουδάω, καπετάνιο; Ἄν τραγουδάω; Ὤ, δὲ μὲ συγκινεῖ σχεδὸν καθόλου, καπετάνιο, τὸ τραγούδι· ἡ αἰτία ὡστόσο ποὺ ἐκεῖνος ὁ νεκροθάφτης τραγουδοῦσε, πρέπει νὰ ἦταν γιατὶ δὲν ἀντηχοῦσε καθόλου ὡραῖα τὸ φτυάρι του, καπετάνιο. Ὥστόσο ἐτούτη ἡ ματσόλα, ποὺ μ' αὐτὴν καλαφατίζω τώρα, εἶναι γεμάτη μουσική. Ἄκου τη.»
«Ναί· κι αὐτὸ συμβαίνει γιατὶ ἐτοῦτο-'δῶ τὸ καπάκι δὲν εἶναι παρὰ ἠχεῖο· κι αὐτὸ ποὺ σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις κάνει κάτι νὰ γίνεται ἠχεῖο εἶναι τὸ ἑξὴς - πὼς δὲν ὑπάρχει τίποτα ἀπὸ κάτω. Κι ὅμως, ἕνα φέρετρο, μὲ ἕνα λείψανο μέσα, ἀντηχεῖ ὅμοια σχεδόν, ξυλουργέ. Βοήθησες ποτὲ νὰ κουβαλήσουν μιὰ κάσα· ἄκουσες τὸ φέρετρο νὰ χτυπάει πάνω στὴν πύλη τοῦ νεκροταφείου τῆς ἐκκλησίας, μπαίνοντας μέσα;»
«Μά τὴν πίστη μου, καπετάνιε, ἔχω...»
«Πίστη; Τί εἶναι αὐτό;»
«Ἔ νά, πίστη, καπετάνιο, δὲν εἶναι παρὰ κάτι σὰν ἀναφώνηση... αὺτὸ εἶναι ὅλο, καπετάνιο».'

'Ὡστόσο, αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ τρομερὴ ἐξουθένωση ἧταν ποὺ συντόμεψε ἀλήθεια πάρα πολὺ ἐκείνη τὴ σωματικὴ του παράλυση. Μέσα σὲ μιὰ μονάχα στιγμή, οἱ μεγάλες καρδιὲς συνοψίζουν κάποιες φορές, μὲ ἕναν καί μόνο σπασμὸ βαθιᾶς ἀγωνίας, ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀνάβαθα βάσανα καὶ τὰ πάθη ποὺ εἶναι διάχυτα μὲ ἕναν τρόπο γλυκὸ σὲ ὅλη τὴ ζωὴ τῶν πιὸ ἀδύναμων ἀνθρώπων. Ἔτσι λοιπὸν αὐτὲς οἱ καρδιές, ἄν καὶ ἡ λύπη ποὺ δοκιμάζουν δὲν κρατάει πολύ, παρόλα αὐτά, ἄν οἱ θεοὶ τὸ ἀποφασίσουν, ὅσο διαρκεῖ ἡ ζωή τους ἀποτελοῦν συνεχῶς μιὰν ὁλόκληρη περίοδο ὁδύνης, ποὺ ἀπαρτίζεται ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ στιγμιαῖα ἀλλὰ ἔντονα ἄλγη· γιατῖ ἐκεῖνες οἱ ἀνώτερες καρδιές, ἀκόμα κι ὅταν βρίσκονται στὸ κέντρο τῶν πιὸ ἀσήμαντων παθῶν τους, περιέχουν ὅλη τὴν ἀκτίνα τῶν παθῶν τῶν κατώτερων ψυχῶν.'

'Ὦ μοναχικὲ θάνατε, ἐπισφράγισμα μιᾶς μοναχικῆς ζωῆς! Ὦ νιώθω τώρα πὼς τὸ ὑπέρτατο μεγαλεῖο μου εἶναι ὁ ὑπέρτατος πόνος μου.'

Χέρμαν Μέλβιλ, Μόμπι-Ντικ ή Η Φάλαινα, μτφρ. Α. Κ. Χριστοδούλου, εκδ. Gutenberg

·

↑