
Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ
Τα κύματα χτυπάνε τα μουράγια·
Σ’ ένα χωράφι χέρσο αφημένο
Δέρνει η βροχή ένα ρημαγμένο τραίνο·
Φυγόδικοι μες σε σπηλιές και βράχια.
Πέπλοι νυχτιάτικοι αλλοπαρμένοι·
Αυτός απ’ το Δημόσιο Ταμείο
Τους οφειλέτες πάει στο πειθαρχείο,
Σε οχετούς επαρχιών κρυμμένοι.
Τελετουργικές μαγείες με ζήλο
Τις πόρνες του ναού για ύπνο στέλνουν·
Όλοι οι γραφιάδες και οι λόγοι θέλουν
Ένα φανταστικό δικό τους φίλο.
Στοχαστικός ο Κάτων την αρχαία
Πειθαρχία μπορεί να εγκωμιάζει,
Μα ο στιβαρός ο Ναύτης στασιάζει
Για το ψωμί και για τα αναγκαία.
Του Καίσαρα ζεστό διπλό κρεβάτι
Καθώς στο ροζ διπλότυπο κοιτάω:
«ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΟΥ ΔΕΝ ΑΓΑΠΑΩ»
Που ’γραψε ο υπάλληλος για να πει κάτι.
Δίχως υπάρχοντα και δίχως λύπη,
Μικρά πουλιά με κόκκινα ποδάρια,
Απ’ της φωλιάς τ’ αυγά και τα χορτάρια,
Κοιτούν την πόλη άρρωστη απ’ τη γρίπη.
Πολύ μακριά αποδώ σε άλλα μέρη
Κοπάδια τάρανδοι στην ησυχία
Σε κάμπους σπαρμένους με χρυσά βρύα
Μίλια και μίλια τρέχουν σαν αγέρι.
Γ. Χ. Όντεν, Η Ασπίδα του Αχιλλέα, μτφρ. Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Αντίποδες
* * *
'Η γλώσσα του ήταν ένα κράμα ανεπιτήδευτης απλότητας και αφαίρεσης. Αν και χρησιμοποίησε στην ποίησή του «γλώσσα των απλών ανθρώπων» (όπως ζητούσε ο Γουέρντσγουερθ), διέθετε ταυτόχρονα τη χρησμοδοτική και προφητική φωνή μιας αυθεντίας γράφοντας ποιήματα με αλληγορικό και ενορατικό βάθος. Επιδίωξή του ήταν οι σκέψεις ενός σοφού να διατυπωθούν σε απλή γλώσσα, ένα ουτοπικό ιδεώδες που κατέστησε τον Ώντεν σύμβολο της μεταφοράς, της λακωνικότητας και της υποδήλωσης. Με τα χρόνια η ποίησή του έγινε όλο και πιο στοχαστική, παραμένοντας πάντα συνετά τολμηρή. Ώς το τέλος εμμένει σε μια άτεγκτη τιμιότητα, προκρίνοντας σταθερά το νόημα αντί της εξωφρενική επιδεξιότητά του με τις λέξεις και η αγάπη του γι’ αυτές. Όμως αυτό που τον έκανε μεγάλο ποιητή ήταν ότι υπέκυψε αδιαμαρτύρητα στη “συμφορά” του να είσαι ευάλωτος στην “ανθρώπινη αποτυχία” σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ύπαρξης, να είσαι ευάλωτος στις φαύλες επιθυμίες, στις απιστίες της καρδιάς, στις αδικίες του κόσμου» (Hannah Arendt, «Remembering W. H. Auden», στο Thinking Without a Banister. Essays in Understanding 1953-1975, Νέα Υόρκη 2018, σ. 531-532· πρώτη δημοσίευση: New Yorker, 20.1.1975).
Σε συνεχή εγρήγορση, αντιρομαντικός και στοχαστικός, υπήρξε πάνω απ’ όλα ποιητής με απαράμιλλη τεχνική, αφού, από την περίοδο της πρώτης του συλλογής μελέτησε εξαντλητικά όλα τα είδη, τις φωνές και τις μορφές της αγγλικής στιχουργικής παράδοσης, ανανεώνοντάς τες με θαυμαστή επιδεξιότητα, ευθυγραμμίζοντας τελικά τις ευρωπαϊκές ποιητικές φόρμες με τον σύγχρονο λόγο. Από πολύ νωρίς γνώρισε κι ενστερνίστηκε το ύφος των τραγουδιών του αγγλικού μιούζικ χολ και του βερολινέζικου καμπαρέ, των αμερικάνικων μπλουζ, του μπρεχτικού θεάτρου και της ποίησης. Η ποικιλία του μέτρου, του ρυθμού, της ομοιοκαταληξίας, του τύπου των στροφών που χρησιμοποίησε με πειραματική τόλμη είναι τεράστια.'
Ερρίκος Σοφράς, από το ‘Εισαγωγικό Σημείωμα’ της έκδοσης
