
Ο παρείσακτος εισδύει διά της βίας, αιφνιδιαστικά ή ύπουλα, σε κάθε περίπτωση χωρίς να το δικαιούται και χωρίς να έχει γίνει εκ των προτέρων δεκτός. Στον ξένο πρέπει να υπάρχει ο παρείσακτος, ειδάλλως χάνει την ξενότητά του. Αν έχει ήδη δικαίωμα εισόδου και παραμονής, αν τυγχάνει αναμονής και αποδοχής χωρίς τίποτα από αυτόν να παραμένει απρόσμενο και απορριπτέο, δεν είναι πια παρείσακτος, αλλά δεν είναι πια ούτε και ξένος. Έτσι, δεν είναι ούτε λογικά παραδεκτό ούτε ηθικά αποδεκτό να αποκλειστεί κάθε παρείσφρηση κατά την έλευση του ξένου.
Από τη στιγμή που είναι εδώ, αν μένει ξένος, και για όσο διάστημα παραμένει τέτοιος, αντί απλά να «πολιτογραφηθεί», η έλευσή του δεν σταματά: αυτός εξακολουθεί να έρχεται, και ο ερχομός του δεν παύει να είναι από μιαν άποψη μια παρείσφρηση: δηλαδή να στερείται δικαιωμάτων και οικειότητας, να μη χαίρει εξοικείωσης, και να συνιστά, αντίθετα, μια ενόχληση, μια διατάραξη της πιο βαθιάς μας εσωτερικότητας.
Αυτό καλούμαστε να σκεφτούμε, και συνεπώς να κάνουμε πράξη: Αλλιώς, η ξενότητα του ξένου εξαλείφεται προτού καν ο ίδιος διαβεί το κατώφλι μας, δεν πρόκειται πια γι’ αυτήν. Η υποδοχή του ξένου πρέπει να είναι επίσης βίωση της παρείσφρησής του. Συνηθέστερα, δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε: το μοτίβο του παρείσακτου είναι αυτό καθαυτό μια παρείσφρηση στην ηθική μας ορθότητα (συνιστά, μάλιστα, ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα του politically correct). Εντούτοις, είναι αδιαχώριστο από την αλήθεια του ξένου. Η εν λόγω ηθική ορθότητα προϋποθέτει πως δεχόμαστε τον ξένο απαλείφοντας στο κατώφλι μας την ξενότητά του: Θέλει, λοιπόν, να μην τον έχουμε καν δεχτεί. Αλλά ο ξένος επιμένει, και παρεισφρέει. Αυτό ακριβώς δεν είναι εύκολο να αποδεχθούμε, ίσως ούτε καν να συλλάβουμε…
Ζαν-Λικ Νανσί, Ο Παρείσακτος, μτφρ. Πάνος Αγγελόπουλος, εκδ. Petites Maisons
