
'Όταν οι Ισπανοί κατέλαβαν το Περού, διαπίστωσαν ότι στη χώρα αυτή καλλιεργούσαν το φυτό της κόκας και ότι για τους ντόπιους είχε μεγάλη αξία, όντως βαθειά συνδεδεμένο ακόμα και με τα θρησκευτικά έθιμα του πληθυσμού. Σύμφωνα με τον θρύλο, ο Mano Capac, ο θεϊκός γιος του ήλιου, είχε κατεβεί με την αυγή των εποχών, από τους βράχους της λίμνης Τιτικάτα, φέρνοντας στους φτωχούς κατοίκους το φως του πατέρα του· τους έμαθε να γνωρίζουν τους θεούς, τους δίδαξε τις πρακτικές τέχνες και τους πρόσφερε την κόκα, αυτό το θεϊκό φυτό που χορταίνει τους πεινασμένους, δυναμώνει τους αδύναμους και τους κάνει να ξεχνούν το άθλιο πετρωμένο τους. Θυσίαζαν φύλλα κόκας στους θεούς· τα μασούσαν στη διάρκεια των θρησκευτικών τελετών· τα τοποθετούσαν ακόμα και στο στόμα των νεκρών για να τους εξασφαλίσουν ευνοϊκή υποδοχή στο υπερπέραν. Σύμφωνα με έναν χρονικογράφο της εποχής της ισπανικής κατάκτησης, ο ίδιος καταγόταν από τους Ίνκας. Στην αρχή η κόκα ήταν σπάνια στη χώρα και η κατανάλωσή της αποτελούσε προνόμιο του βασιλιά. Την εποχή όμως της κατάκτησης, και ήδη αρκετά νωρίτερα, όλος ο κόσμος είχε δικαίωμα να κάνει χρήση κόκας. Ο Garcilaso αγωνίστηκε εναντίον της απαγόρευσης της κόκας που είχαν επιβάλει οι κατακτητές. Οι Ισπανοί δεν πίστευαν στις θαυματουργές αρετές του φυτού· το θεωρούσαν διαβολικό εξαιτίας του ρόλου που έπαιζε στις θρησκευτικές τελετές του κατακτημένου πληθυσμού. Ένα συμβούλιο που συνεδρίασε στη Λίμα έφτασε στο σημείο να απαγορεύσει την κατανάλωση του, θεωρώντας την ειδωλολατρική και αμαρτωλή. Όταν όμως διαπίστωσαν ότι χωρίς κόκα οι Ινδιάνοι δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στη βαρειά δουλειά των ορυχείων, άλλαξαν στάση. Έκτοτε, μοίραζαν στους εργάτες φύλλα κόκας τρεις ή τέσσερις φορές την ημέρα και τους επέτρεπαν, σε σύντομα διαλλείματα, να μασούν αυτά τα φύλλα που τόσο τους άρεσαν. Η κόκα διατήρηση τη σημασία της για τους ιθαγενείς μέχρι τις μέρες μας και συναντάμε ακόμα ίχνη της θρησκευτικής ευλάβειας που τρέφουν γι’ αυτήν.
Στις μετακινήσεις του ο Ινδιάνος, έχει πάντα επάνω του ένα μικρό σάκο με φύλλα κόκας, (που ονομάζεται chuspa) καθώς και ένα φλασκί με στάχτες από το φυτό (Llicta). Τοποθετεί τα φύλλα στο στόμα του σε μπουκιές και τα τρυπά πολλές φορές με μια βελόνα βουτηγμένη στη στάχτη. Κατόπιν αρχίζει να μασάει αργά και με πολύ σάλιο. Σε άλλες περιοχές, καθώς αναφέρεται, προσθέτουν στα φύλλα όχι στάχτη, αλλά ένα είδος χώματος που λέγεται tonra. Το να μασά κανείς τρεις ή τέσσερις ουγγιές φύλων την ημέρα δεν θεωρείται κατάχρηση (μία ουγγιά 28,35 γραμμάρια). Σύμφωνα με τον Mantegazza, ο Ινδιάνος συνηθίζει από μικρός την κατανάλωση της κόκας και διατηρεί αυτήν τη συνήθεια σε όλη του τη ζωή. Όταν πρέπει να διατρέξει μία μεγάλη απόσταση, όταν παίρνει μία γυναίκα και γενικά όταν επιστρατεύσει τις δυνάμεις του για μία πιο βαρειά δουλειά από το συνηθισμένο, αυξάνει τη δόση. (Δεν έχει ξεκαθαριστεί γιατί χρειάζεται να προστεθούν αλκάλια που περιέχονται στη στάχτη. Ο Mantegazza παραδέχεται πως έχει μασήσει φύλλα κόκας με και χωρίς Llicta, χωρίς να διαπιστώσει διαφορά. Σύμφωνα με τον Martius και τον Demarle, τα αλκάλια της στάχτης ελευθερώνουν πιθανά την κοκαΐνη από τις ταννίνες. Η Llicta, σύμφωνα με ανάλυση του Bibra περιείχε 29% ανθρακικό οξύ του ασβεστίου και του μαγνησίου, 34% άλατα καλίου, 3% οξείδια του αργιλίου και του σιδήρου, 17% αδιάλυτες ενώσεις αργιλίου, άλατα πυριτίου και σιδήρου, 5% άνθρακα και 10% νερό).
Σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, υπό την επίδραση της κοκαΐνης οι Ινδιάνοι υπομένουν ασυνήθιστα μεγάλη καταπόνηση και εκτελούν επίπονες εργασίες χωρίς στο διάστημα αυτό να χρειάζονται την παραμικρή τροφή. Καθώς αναφέρει ο Valdez y Palacios, μόλις πάρουν κόκα, οι Ινδιάνοι είναι ικανοί για πεζοπορίες εκατοντάδων ωρών και μπορούν να τρέξουν με την ταχύτητα του αλόγου χωρίς το παραμικρό ίχνος κούρασης. Αυτό το βεβαιώνουν και οι Castelnau, Martius, Scrivener καθώς και ο Humbolt με την ευκαιρία του ταξιδιού του στις περιοχές του Ισημερινού, σαν ένα πασίγνωστο γεγονός. Συχνά γίνεται λόγος στις αναφορές του Tschudi, με θέμα τη δουλειά ενός cholo (μιγάς), της οποίας υπήρξε αυτόπτης μάρτυς. Αυτός ο cholo έσκαβε για λογαριασμό του Tschudi πέντε μερόνυχτα, κοιμόταν όχι πάνω από δύο ώρες τη νύχτα και τρεφόταν αποκλειστικά με κόκα. Όταν τελείωσε τη δουλειά, συνόδεψε τον Tschudi σε μια πορεία δύο ημερών τρέχοντας δίπλα από το μουλάρι του. Εκτός αυτού διαβεβαίωσε, ότι ευχαρίστως θα έκανε κάτι παρόμοιο κάποιαν άλλη φορά, αρκεί να του έδιναν αρκετή κόκα. Αυτός ο άνθρωπος ηλικίας 62 χρονών δεν είχε ποτέ του αρρωστήσει.
Στο Ταξίδι της φρεγάτας Navara αναφέρουν παρόμοια παραδείγματα αυξημένης απόδοσης στην εργασία με κόκα. Ο Weddel, ο von Meyen, ο Markham, ακόμα και ο Poeppig, δράστης ενός μεγάλου αριθμού καλολογιών εναντίον της κόκας, δεν μπορούν παρά να επιβεβαιώσουν τη δράση της κόκας που δεν έπαψε, από τότε που έγινε διάσημη, να προκαλεί την έκπληξη του κόσμου.
Άλλες αναφορές παρουσιάζουν αυτή την ικανότητα των coqueros (μασητές κόκας) να υπομένουν χωρίς πρόβλημα τη στέρηση τροφής για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Σύμφωνα με τον Unanuè, μονάχα οι κάτοικοι της La Paz που καταναλώνουν κόκα, κατάφεραν να επιζήσουν από το λιμό που θέρισε το 1781 την πολιορκημένη πόλη. Κατά τον Stevenson, σε πολλές περιοχές του Περού, συχνά οι κάτοικοι δεν έτρωγαν τίποτα για πολλές μέρες και εργάζονταν ασταμάτητα, τρεφόμενοι με κόκα.
Αν λάβουμε υπόψη μας όλες αυτές τις μαρτυρίες καθώς και το ρόλο της κόκας εδώ και αιώνες στην Νότιο Αμερική, θα πρέπει να απορρίψουμε αυτή την άποψη που υποστηρίζει ενίοτε, ότι η δράση της κόκας είναι καθαρά φανταστική και ότι οι ιθαγενείς είναι ικανοί να εκτελέσουν αυτές τις ίδιες εργασίες και χωρίς την κόκα, αλλά κάτω από την αναγκαιότητα των περιστάσεων και την πρακτική αυτών των ίδιων εργασιών. Μπορούμε να υπολογίσουμε σε αυτό που έχει ειπωθεί ότι οι coqueros αντιστάθμιζαν τις παρατεταμένες νηστείες τους, τρώγοντας περισσότερο όταν είχαν την ευκαιρία να ξεκουραστούν· έστω ακόμα και αν αυτός ο τρόπος ζωής είχε σαν αποτέλεσμα τη γρήγορη κατάπτωσή τους.
Σχετικά με την πρώτη άποψη, οι αναφορές των ταξιδιωτών δεν μας δίνουν καμιά σιγουριά· και όσο για την δεύτερη, αξιόπιστοι μάρτυρες την έχουν αποφασιστικά διαψεύσει. Είναι αλήθεια ότι ο Poeppig είχε παρουσιάσει ένα φοβερό σχεδιάγραμμα της σωματικής και πνευματικής κατάπτωσης των Ινιδάνων σαν αναπόφευκτη συνέπεια της συνηθισμένης κατανάλωσης κόκας. Ωστόσο όλοι οι άλλοι παρατηρητές συμφωνούν στην άποψη πως μία μετρημένη κατανάλωση κόκας έχει μάλλον ευνοϊκά, παρά επιζήμια αποτελέσματα στην υγεία και ότι οι coqueros ζουν μέχρι τα βαθειά γεράματα. Εντούτοις, κατά τον Weddel και τον Mantegazza, η υπερβολική κατανάλωση κόκας προκαλεί καχεξία. Η κατάσταση αυτή, από σωματική άποψη, παρουσιάζει συμπτώματα πεπτικών διαταραχών, αδυνατίσματος κ.τ.λ., και από ψυχική άποψη συμπτώματα ηθικής κατάπτωσης και μιας γενικής απάθειας που δεν έχει καμία σχέση με το γιεγερτικό. Συμβαίνει και λευκοί επίσης να πέφτουν σε αυτή την κατάσταση που μοιάζει πολύ με τον χρόνιο αλκοολισμό και την μορφινομανία. Είναι παραδεκτό να σημειώσουμε ότι όταν η κόκα προκαλεί μία κατάσταση καχεξίας, αυτό σε καμία περίπτωση δεν οφείλεται στην τοξική της δράση σε περίπτωση κατάχρησης. Στους coqueros, η καχεξία δεν απορρέει ποτέ από μιαν ενδεχόμενη δυσαναλογία μεταξύ διατροφής και εργασίας.'
Σίγκμουντ Φρόιντ, Χειρόγραφα Κοκαΐνης, μτφρ. Γιώργος Βίλλιος, εκδ. Ερατώ
