
'Εδώ βρισκόταν μια πολιτεία φαγωμένη από το χρόνο, βυθισμένη ίσαμε πάνω μέσα στη θάλασσα, οι πύργοι της, οι θόλοι και οι στέγες της τόσο μπλεγμένες με τους ίδιους τους τους ίσκιους και τις αντανακλάσεις, ώστε όλα έμοιαζαν να αιωρούνται στον αέρα, ανάμεσα σε νυχτερινά σύννεφα και χλομά άστρα. Πολύ καιρό πριν, η θάλασσα είχε ξεκολλήσει τους τεράστιους ογκόλιθους μιας παραλιακής πλατείας, παρά το ότι αυτοί ζύγιζαν πολλούς τόνους και ήταν σφιχτά ενωμένοι· έπειτα η θάλασσα είχε στροβιλιστεί ανάμεσα στις εγκαταλελειμμένες λεωφόρους, τσιμπολογώντας, τρώγοντας, καταβροχθίζοντας και χωνεύοντας πέτρες, τούβλα, γύψους, μέταλλα και μπετόν. Τώρα ψάρια έπλεαν αδιάφορα μέσα σε δωμάτια όπου βυθισμένοι καθρέφτες δεν αντανακλούσαν πια πρόσωπα, μόνον αυτόν τον λαβυρινθώδη χορό των ξεβρασμάτων και των συντριμμιών·ψάρια έπλεαν μέσα σε βουλιαγμένους φούρνους κι έβγαιναν ανάμεσα από αίθουσες χορού, καταστήματα και ξενοδοχεία σ’ αυτή την πόλη που ήταν κάποτε ένα θέρετρο χτισμένο με σκοπό την απόλαυση. Επειδή ο αέρας είχε πέσει στη διάρκεια της νύχτας, τα κύματα δεν έκαναν πιο πολύ θόρυβο απ’ ό,τι οι ανάσες τους.
Εκείνο που δέσποζε ανάμεσα στους μιναρέδες, τις σπείρες και τις περικεφαλαίες από σφυρήλατο σίδερο που εξείχαν πάνω στο νερό, ήταν ένα τεράστιο ρολόι που οι δείκτες του ήταν σταματημένοι στις δέκα, αν και ήταν φυσικά αδύνατο να πεις αν αυτό σήμαινε δέκα το πρωί ή δέκα το βράδυ. Το ρολόι αυτό βρισκόταν πάνω στα χέρια, και στηριζόταν από το προτεταμένο στομάχι μιας τερατώδους γύψινης φιγούρας που έμοιαζε να ξεπηδάει πάνω στις μύτες των ποδιών της από τη λιμνοθάλασσα σα να ‘τανε το στοιχειό του τόπου, μια και η βάση όπου στηριζόταν είχε βουλιάξει τελείως. Ήταν η φιγούρα μιας πλουσιοπάροχα προικισμένης με καμπύλες γυναίκας, τα χαρίσματα της οποίας ελάχιστα καλύπτονταν από ένα ολόσωμο μαγιό που το πάνω μέρος του μόλις και μετά βίας συγκρατούσε την καμπύλη του τεράστιου στήθους της, μέσα στη σκιερή χαράδρα του οποίου φώλιαζαν θαλασσοπούλια, κι έτσι ολόκληρη η μορφή ήταν διάστικτη με άσπρες κουτσουλιές. Στο φως της μέρας, το ένδυμα της γυναίκας αυτής διατηρούσε ακόμα λουρίδες από το χαρούμενο μπλε χρώμα με το οποίο το είχαν κάποτε μπογιατίσει, όπως και το δέρμα της ήταν ακόμη εδώ κι εκεί πιτσιλισμένο μ’ ένα ζωηρό ροζ, αλλά η νύχτα εξαφάνιζε αυτά τα χρώματα. Το κεφάλι, εφοδιασμένο με υπεράφθονες μπούκλες που έφταναν ως τους ώμους της, έπεφτε προς τα πίσω σε κατάσταση ερωτικής έκστασης και, αν και ένα τμήμα του είχε φαγωθεί από την άρμη του αέρα, το πρόσωπο φανέρωνε καθαρά δύο γιγαντιαία χείλη που σχημάτιζαν ένα πλατύ, χαρούμενο χαμόγελο, αποκαλύπτοντας έτσι μια σειρά από φίνα γύψινα δόντια. Τα μάτια της στο παρελθόν έλαμπαν, αφού γαλάζιοι ηλεκτρικοί λαμπτήρες είχαν τοποθετηθεί στις κόγχες τους, και λαμπτήρες με άλλα χρώματα πλαισίωναν το ρολόι, αλλά αυτά ήταν τώρα πια αναμνήσεις που δεν τις θυμόταν πλέον κανείς. Κοντά σ’ αυτή τη μορφή, το πάνω μέρος ενός τροχού τεραστίων διαστάσεων ορθωνόταν πάνω από την αυτάρεσκη και γαλήνια θάλασσα.
Πέρα από τη βυθισμένη πόλη, το έδαφος υψωνόταν αρκετά, κι εκεί πάνω ορθωνόταν ένας βράχος τόσο ψηλός, που θα έπαιρνε αρκετούς αιώνες μέχρι που η θάλασσα να τον υποτάξει, αν και, στην πορεία του χρόνου, αυτό μοιραία θα συνέβαινε, καθώς τα μεγάλα κύματα έσκαγαν με ορμή, χτυπώντας τον καταπρόσωπο. Τα γκρίζα θαλάσσια άλογα που τώρα έμοιαζαν τόσο ήρεμα, θα αγρίευαν ορμητικά στη διάρκεια των καταιγίδων της ισημερίας· θα επιτίθονταν τότε στα βράχια, όχι μόνο με τη δική τους ορμή, αλλά και με βλήματα που θα κουβαλούσαν μέσα τους, κοτρόνια, βότσαλα και άμμο που αποξέει. Θα σπρώχνανε τον αέρα μπροστά τους και θα τον έστελναν πάνω στο βράχο· ακόμη κι ο άνεμος ήταν εχθρός του, γιατί, καθώς η θάλασσα θα τον εξαπέλυε, εκείνος θα έσκαγε, ξηλώνοντας μαζί του κομμάτια του βράχου. Τα κύματα θα υπονόμευαν μ’ αυτό τον τρόπο τα βράχια, ώσπου το πάνω μέρος τους τελικά θα κατέρρεε.'
Άντζελα Κάρτερ, Ήρωες και Κακοί, μτφρ. Γιώργος Σαραφιανός, εκδ. Χατζηνικολή
