προγραφές

Εξώφυλλο: Άντζελα Κάρτερ, Οι Κολασμένες Ερωτικές Μηχανές του Δρ. Χόφμαν

'Έκθεμα Πρώτο: Έχω ξανάρθει εδώ

Τα πόδια μιας γυναίκας, ανασηκωμένα και ανοιχτά, σαν να είναι έτοιμα να δεχτούν έναν εραστή, σχημάτιζαν μια καμπυλοειδή, θριαμβευτική αψίδα. Μοναδικό στολίδι τους ήταν ένα ζευγάρι μαύρες δερμάτινες γόβες με ψηλά, λεπτά τακούνια. Αυτό το ανατομικό κομμάτι, φτιαγμένο από ροζ κερί που πτυχωνόταν στο ύψος των γονάτων, απέκλειε την πιθανότητα ύπαρξης ενός κορμού. Ένα πλούσιο εφηβαίο φούντωνε σαν θυρεός πάνω απ’ το κυκλικό προσκήνιο, περικλείοντάς το κι απ’ τις δυο πλευρές, αλλά, παρ’ όλο που οι τρίχες είχαν εισαχθεί μια μια για να επιτευχθεί η μεγαλύτερη δυνατή αληθοφάνεια, η γενική εικόνα έδινε την εντύπωση του απόλυτα τεχνητού. Οι βαθυκόκκινες και βιολετιές επάλξεις που περιέβαλλαν τον κόλπο λειτουργούσαν σαν πλαίσιο για μια ολοστρόγγυλη τρύπα μέσα απ’ την οποία μπορούσε να δει ο θεατής το νοτερό, οργιώδες τοπίο του εσωτερικού.
Εδώ, απλωνόταν δίχως τέλος μπροστά στα μάτια σου η μικροσκοπική αλλά υπέροχη θέα ενός ημιτροπικού δάσους που απ’ τα δέντρα του κρέμονταν εκπληκτικοί καρποί, ενώ τεράστια λουλούδια σαν μυλόπετρες ανάδιδαν, μέσα από τους διάστικτους, πολύχρωμους κάλυκές τους, ευωδιές τόσο έντονες που γίνονταν ορατές στο μάτι με τη μορφή πορφυρών δροσοσταλίδων. Μικρά, λαμπερά πουλιά κελαηδούσαν βουβά στα κλαριά· ζώα απίθανων σχημάτων και χρωμάτων, ανάμεσά τους μονόκεροι, καμηλοπαρδάλεις και χορτοφάγα λιοντάρια, έβοσκαν νεραγκούλες και μαργαρίτες απ’ το καταπράσινο γρασίδι· πεταλούδες, λιβελούλες κι αμέτρητα άλλα φανταχτερά ζουζούνια φτερούγιζαν, ξεπετάγονταν ή κρύβονταν μες στα φυλλώματα, με αποτέλεσμα τα πάντα να βρίσκονται σε διαρκή κίνηση· άλλωστε, η ίδια η βλάστηση συνεχώς μεταμορφωνόταν. Καθώς παρακολουθούσα, η καταπιεσμένη ένταση των γλυκών χυμών που περιείχε, έκανε ένα διόσπυρο να σπάσει και μέσα από τη ρωγμή του καρπού ξεχύθηκαν στον αέρα κάτι πορτοκαλιά ωδικά πτηνά. Ένα μακρουλό μπουμπούκι, που ήταν έτοιμο να σκάσει, θα πρέπει ν’ άλλαξε γνώμη τελευταία στιγμή, γιατί αποκάλυψε μια φράουλα αντί για νούφαρο. Ένα ψαράκι πήδηξε έξω απ’ το ποτάμι, μεταμορφώθηκε σε άσπρο κουνέλι κι απομακρύνθηκε με μικρά άλματα.
Θα ’λεγε κανείς ότι ο χειμώνας και το αγιάζι δεν θ’ άγγιζαν ποτέ αυτές τις φωτεινές εκτάσεις της λήθης, ούτε θα τάραζαν την επιφάνεια του καθάριου ποταμού που διέσχιζε γαλήνιος την κεντρική κοιλάδα. Το μάτι ακολουθούσε την πορεία αυτού του ποταμού μέχρι την πηγή της προέλευσης του και τότε διέκρινε για πρώτη φορά, ύστερα από λίγα λεπτά εκστασιασμένου κοιτάγματος, τις ομιχλώδεις επάλξεις ενός κάστρου. Όσο περισσότερο κοιτούσε κανείς το αχνό περίγραμμά του, τόσο πιο καταχθόνιο φαινόταν αυτό το κάστρο, λες και τα γρανιτένια σπλάχνα του φιλοξενούσαν τους ίδιους θαλάμους βασανιστηρίων με τον Πύργο του Σίλινγκ.
Οι υπόλοιπες μηχανές περιείχαν τα ακόλουθα:

Έκθεμα Δεύτερο: Η αιώνια ενατένιση του έρωτα

Όταν κοίταξα μέσα απ’ τα κιάλια της μηχανής, δεν είδα παρά δυο μάτια που με κοιτούσαν. Το καθένα, που ήταν ολοκληρωμένο μάτι, με βλέφαρο και δακρυϊκό πόρο, είχε πλάτος σχεδόν ένα μέτρο και κρεμόταν στον αέρα δίχως να στηρίζεται πουθενά. Όπως και στην ήβη του προηγούμενου μοντέλου, οι βλεφαρίδες είχαν προσεκτικά τοποθετηθεί στις στενές παρυφές του ρόδινου κεριού, αυτή τη φορά, όμως, ο τεχνίτης είχε πετύχει μια σχεδόν ανησυχητική ομοιότητα με το πρωτότυπο, που προσέδιδε μια αλλόκοτη χροιά στον συνθετικό χαρακτήρα του ειδώλου. Τα στρογγυλά ασπράδια είχαν λεπτές κόκκινες φλεβίτσες, δημιουργώντας μια εντύπωση όπως εκείνη του εξαιρετικά πολύτιμου μαρμάρου από το οποίο κατασκεύαζαν βωμούς για τα παρεκκλήσια των Ιταλών ηγεμόνων στο τέλος της εποχής του μπαρόκ· οι ίριδες ήταν απλοί δακτύλιοι από καφετί γυαλί, ενώ μες στις κόρες μπορούσα να δω να αντανακλώνται, σε δυο δίσκους από καθρέφτη, τα δικά μου μάτια, υπερβολικά μεγεθυμένα εξαιτίας των φακών της μηχανής. Επειδή οι δικές μου κόρες αντικατόπτριζαν με τη σειρά τους τα ψεύτικα μάτια, ενώ αυτές οι αντανακλάσεις πάλι αντικατροπτρίζονταν, συνειδητοποίησα γρήγορα ότι είχα να κάνω με μια μακέτα της αιώνιας υποστροφής.

Έκθεμα Τρίτο: Ο τόπος συνάντησης του έρωτα και της πείνας

Πάνω σε ένα γυάλινο πιάτο, αυτά στα οποία σερβίρονται τα επιδόρπια, έστεκαν δυο τέλεια σφαιρικές μερίδες παγωτού βανίλιας κι η καθεμιά είχε στην κορυφή της ένα κερασάκι, πράγμα που έκανε την ομοιότητά τους με δύο γυναικεία στήθη σχεδόν εκπληκτική.

Έκθεμα Τέταρτο: Όλοι ξέρουν τον προορισμό της νύχτας

Εδώ, το κέρινο ομοίωμα του ακέφαλου πτώματος μιας κατακρεουργημένης γυναίκας κειτόταν μέσα σε μια λίμνη τεχνητού αίματος. Φορούσε μόνο τ’ απομεινάρια από ένα ζευγάρι μαύρες νάιλον κάλτσες και μια σκισμένη ζώνη με ζαρτιέρες από γυαλιστερό μαύρο ελαστικό. Τα άκαμπτα χέρια της ήταν υψωμένα και πρόσεξα γι’ άλλη μια φορά με πόση φροντίδα είχαν φτιάξει οι κατασκευαστές της το τρίχωμα κάτω απ’ τις μασχάλες της. Ένα τμήμα του δεξιού στήθους είχε αποκοπεί και έχασκε, αποκαλύπτοντας δυο επιφάνειες σάρκας το ίδιο χτυπητά ψεύτικες όπως και τα πλαστικά φιλέτα που κρέμονται στα χασάπικα. Η κοιλιά της ήταν βαμμένη με κάποιο είδος μπογιάς που είχε την ιδιότητα να φαίνεται πάντα υγρή κι από κει ξεπεταγόταν η λαβή ενός τεράστιου μαχαιριού, η οποία διαρκώς παλλόταν, με τη βοήθεια (πιθανότατα) κάποιας σούστας.

Έκθεμα Πέμπτο: Τό τρόπαιο ενός κυνηγού στα δάση της νύχτας

Ένα κεφάλι —που υποτίθεται πως άνηκε στο θύμα του προηγούμενου εκθέματος— ήταν μετέωρο στον αέρα, δίχως να φαίνονται πάλι ούτε σπάγγοι ούτε γαντζάκια που να το στήριζαν σ’ αυτή τη θέση. Απ’ το σημείο της αποκοπής έσταζαν σταγόνες τεχνητού αίματος, πλιτς, πλιτς, πλιτς, αλλά ο υποδοχέας στον οποίο έπεφταν βρισκόταν έξω από το οπτικό πεδίο του θεατή. Μια πλούσια μαύρη περούκα ανέμιζε γύρω απ’ το χλωμό πρόσωπο της, που είχε μια φρικιαστική έκφραση παραίτησης. Τα μάτια της ήταν κλειστά.

Έκθεμα Έκτο: Το κλειδί της πόλης

Ένα κερί στο σχήμα ενός υπερμεγέθους πέους, μαζί με το όσχεο, σε κατάσταση έντονης στύσης. Η ζαρωμένη ακροβυστία είχε τραβηχτεί πίσω για να αποκαλύπτει, σ’ όλη της την επιθετική μεγαλοπρέπεια, τη διογκωμένη, ροδοκόκκινη βάλανο κι ένα μέρος του οργάνου, ενώ στη μικροσκοπική σχισμή στο κέντρο, θα πρέπει να είχε τοποθετηθεί ένα φυτιλάκι, γιατί έκαιγε μια μικρή αμιγής φλόγα. Καθώς το κοιτούσες, το κερί έγερνε μπροστά πάνω στους όρχεις του κι έδειχνε με κατηγορία προς το μέρος σου. [...]

Έκθεμα Έβδομο: Αέναη κίνηση

Όπως το περίμενα, εδώ συνουσιάζονταν ένας άντρας και μια γυναίκα, πάνω σ’ έναν μαύρο καναπέ. Τα σώματά τους, πάλι τέλεια φιλοτεχνημένα από κερί έμοιαζαν να έχουν κατασκευαστεί σαν ένα, συνεχόμενο, κομμάτι και, χάρη σ’ έναν μηχανισμό ρολογιού που ήταν κρυμμένος στον καναπέ τους λικνίζονταν συνεχώς πέρα δώθε. Αυτό το ζευγάρωμα θα ’λεγε κανείς ότι ούτε ο πιο βίαιος κατακλυσμός δεν θα μπορούσε να ξεκολλήσει τα δίδυμα κορμιά τους κι ήταν αδιανόητη η αφετηρία της συνουσίας τους, γιατί έμοιαζαν τόσο σταθερά συνδεδεμένα που θα πρέπει να είχαν γεννηθεί μ’ αυτό τον τρόπο από την απαρχή του χρόνου, ενώ θα εξακολουθούσαν να κινούνται ενωμένα στον αιώνα τον άπαντα. Οι δυο εραστές ήταν μάλλον παθητικοί, παρά ερωτικοί, άμοιροι πιστοί στο βωμό της επιθυμίας, που δεν ξέφυγαν ούτε μια σπιθαμή από το ασταμάτητο προσκύνημά τους. Το πρόσωπο του άντρα ήταν κρυμμένο στο λαιμό της γυναίκας κι έτσι δεν φαινόταν, το κεφάλι της γυναίκας, όμως, ήταν φτιαγμένο ώστε να ταλαντεύεται μες στην υποδοχή του τραχήλου της κι όπως γυρνούσε από δω κι από κεί έβλεπες διαρκώς το πρόσωπό της.
Το αναγνώρισα αμέσως, παρ’ όλο που είχε ζωγραφισμένη πάνω του τη βασανισμένη κραυγή του οργασμού.'

'Μια αναμμένη σόμπα γέμιζε το τροχόσπιτο με πνιγηρή ζέστη. Το εσωτερικό του ήταν το ίδιο μαλακό και υπερβολικό όσο και το κρεβάτι μιας πουτάνας, γιατί κοιμόντουσαν τρεις τρεις σε τρία ντιβάνια, όπου στοιβάζονταν σατέν μαξιλάρια σε αποχρώσεις γυναικείων εσωρούχων, κι αυτά έπιαναν σχεδόν όλο το χώρο. Η μυρωδιά του ιδρώτα, ταλκ και σπέρματος ήταν αποπνικτική. Δεν υπήρχαν παράθυρα και οι τοίχοι δεν φαίνονταν, σκεπασμένοι καθώς ήταν από καθρέφτες και φωτογραφίες που τους απεικόνιζαν όλους μαζί σε διάφορες διαμελισμένες πόζες· σαν αποτέλεσμα, όταν έβγαλαν τα χιτώνιά τους, μένοντας με τα ελαστικά, ιριδίζοντα σλιπάκια τους και ξάπλωσαν στα στρώματα, αυτοί και τα είδωλά τους ή τα φωτογραφημένα μέλη τους —εδώ ένα κατσαρό κεφάλι, εκεί ένας ώμος, πιο κει ένα γόνατο— έμοιαζαν να συνεχίζουν, με κάπως πιο αποχαυνωμένο στυλ, το νούμερό τους.έμοιαζαν να συνεχίζουν, με κάπως πιο αποχαυνωμένο στυλ, το νούμερό τους.'

'Η επιδερμίδα τους ήταν κηλιδωμένη από στίγματα ή ραβδώσεις και μερικές βρίσκονταν στο σημείο της πλήρους μεταμόρφωσης σε ζώα. Αν τα άγρια θηρία είχαν γίνει έπιπλα, κάποιες από τις σεξουαλικές οικιακές συσκευές θα γίνονταν σύντομα η λεία τους. Ίσως γι’ αυτό να τις είχαν κλεισμένες σε κλουβιά. Το ζαλισμένο, συμπαθητικό κεφάλι μιας καμηλοπάρδαλης στηριζόταν σε μια κολόνα διάστικτου λαιμού πάνω από τους χρυσούς τριχωτούς ώμους μιας κοπέλας, ενώ μια άλλη είχε το ριγέ πρόσωπο μιας ζέμπρας και μια κοντή, στητή μαύρη χαίτη διέσχιζε τη ραχοκοκαλιά της. Αν όμως κάποιες έφεραν τα διακλαδούμενα κέρατα ελαφιών, από άλλων τα μέτωπα ξεπετάγονταν κλαριά δέντρων κι απλώνοντας τα μπράτσα προς το μέρος μας επιδείκνυαν τα τριαντάφυλλα που φύτρωναν στις μασχάλες τους. Ένα φυλλώδες κορίτσι ήταν πνιγμένο μες στον ιξό, αλλά στα πλευρά της, που είχε γδαρθεί ο φλοιός, έβλεπες πως περιστρέφονταν μες στα σπλάχνα της οι οδοντωτοί τροχοί του μηχανισμού της. Μια άλλη κοπέλα, είχε πολλά πρόσωπα, το ένα συνδεδεμένο με το άλλο, έτσι που το κεφάλι της διαβαζόταν σαν βιβλίο, σελίδα σελίδα, και στην κάθε σελίδα ήταν τυπωμένη και μια καινούργια έκφραση λαγνείας. Όλες οι μορφές μαζί παρουσίαζαν μια ονειρώδη συγχώνευση διαφόρων τύπων ζωής — τυφλά, βουβά όντα από ένα νυχτερινό δάσος όπου τα δέντρα είχαν μάτια και δράκοι κυκλοφορούσαν πάνω σε ρόδες. Μια κοπέλα πρέπει να ’χε μόλις γυρίσει από το δωμάτιο της μαστίγωσης, γιατί η πλάτη της ήταν μια μπερδεμένη παλίμψηστος από πληγές — δεν ήταν ούτε ζώο ούτε φυτό ούτε ανθρωποειδές· αυτό το χτυπημένο και ματωμένο πλάσμα ήταν η πιο δραματική αποκάλυψη της ιδιοσυστασίας της σάρκας που έχω ποτέ μου αντικρίσει.'

Άντζελα Κάρτερ, Οι Κολασμένες Ερωτικές Μηχανές του Δρ. Χόφμαν, μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδ. Χατζηνικολή

·

↑