
'Στην πραγματικότητα μέχρι να υιοθετηθεί από τους διανοούμενους η τζαζ ήταν πολύ λιγότερο κατάλληλη για επαναστατική πολιτική έκφραση από άλλα είδη λαϊκής μουσικής, όπως οι θρησκευτικοί ύμνοι. Για έναν πολύ βάσιμο λόγο: το κοινωνικό στρώμα μέσα στο οποίο είχε γεννηθεί δεν διακρινόταν ούτε για την πολιτική του εγρήγορση, ούτε για την ικανότητά του να οργανωθεί. Περιφρουρούσε οποιαδήποτε «ελευθερία» του όχι πολεμώντας την καταπίεση αλλά παραμερίζοντας μπροστά της. Αυτό αποτελεί κοινό γνώρισμα των ανθρώπων του μόχθου στην προβιομηχανική μεγαλούπολη. Τα τραγούδια και η μουσική τους μιλούν για τη φτώχεια και την καταπίεση σαν να είναι κάτι το φυσικό, το αυτονόητο. Ο κάθε αριστερός φολκλορίστας μπορεί εύκολα να ανακαλύψει τραγούδια φλαμένκο που εκφράζουν βαθύ μίσος για αστυνομικούς και δικαστές, ναπολιτάνικες μπαλάντες που μυθοποιούν αντάρτες ληστές ή μπλουζ με αριστερό κοινωνικό περιεχόμενο. Τα τραγούδια όμως αυτά, όσο κι αν τα διατρέχει το πικρό παράπονο της φτώχειας και της καταπίεσης, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι στη συντριπτική πλειονοψηφία τους αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή και στις προσωπικές σχέσεις· το τυπικό μπλουζ μιλάει πάντα για τα βάσανα ενός άντρα με μια γυναίκα ή μιας γυναίκας μ’ έναν άντρα. Από μια άποψη η υπεροχή της φτωχογειτονιάς του μπουρντέλου ή του μιούζικ χολ ως λίκνων λαϊκών μορφών τέχνης δεν έχει άλλη πιο σ τ α θ ε ρ ή διέξοδο στη δυστυχία του από το να δημιουργεί και να ζει αισθητικές εντυπώσεις, να «ζει για το κέφι», καθώς λένε. Για όσους αντίθετα οργανώνονται και μάχονται, η λυτρωτική έκσταση δεν είναι συχνά παρά ένα παράγωγο της συλλογικής δράσης και η τέχνη ένα κομμάτι της. Παράδειγμα: το χορωδιακό τραγούδι, θρησκευτικό ή κοσμικό, που αποτελεί τόσο συχνά τυπικό μέσο έκφρασης των μαχητικών — και συνήθως πουριτανικών —κινημάτων. Η τζαζ όμως δεν έχει σχέση ούτε με τον πουριτανισμό, ούτε με το χορωδιακό τραγούδι. Μόνον οι κριτικοί βάζουν στο ίδιο σακί την τζαζ και τα μπλουζ με το γκόσπελ: ιστορικά και κοινωνικά, οι πιστοί του γκόσπελ υπήρξαν πάντα σφοδροί πολέμιοι της τζαζ και του κόσμου της και, από τη δική τους μεριά, οι τζαζίστες και οι μπλουζίστες εχθρεύονταν και περιφρονούσαν τα εκκλησιαστικά μουσικά συγκροτήματα. Με ανάλογο περίπου τρόπο και το βρετανικό εργατικό κίνημα δεν πολυσυμπαθούσε το παλιό μιούζικ χολ και οι καλλιτέχνες του τελευταίου πολύ σπάνια ήταν στρατευμένοι πολιτικά. Η παραδοσιακή βρετανική διάκριση ανάμεσα στον «ανθρακωρύχο των παμπ» (που δεν ήταν συνήθως πολιτικά οργανωμένος) και στον «ανθρακωρύχο της εκκλησίας» (που αποτελούσε τον πυρήνα του συνδικαλισμού) ισχύει, σε λιγότερο τυποποιημένα μοντέλα, και στον κόσμο της τζαζ. Ελάχιστοι στρατευμένοι πολιτικά μαύροι ενδιαφέρθηκαν πραγματικά για την τζαζ — τουλάχιστον πριν συνειδητοποιήσουν (συχνά χάρη σε λευκούς διανοούμενους) ότι αποτελεί «επίτευγμα της φυλής» για το οποίο θα έπρεπε να είναι υπερήφανοι.
Η σύνδεση πάντως της τζαζ με μια ριζοσπαστική και επαναστατική πολιτική ήταν εύκολη και, σε καιρούς πολιτικού αναβρασμού, οι αμερικανοί τζαζίστες δεν παρέλειψαν να την κάνουν· στο κάτω κάτω η μόνη πολιτική θέση που μπορούν να υιοθετήσουν οι φτωχοί, οσοδήποτε ανοργάνωτοι και αποθαρρημένοι και αν είναι, δεν μπορεί να είναι «στο πλευρό των φτωχών». (Σε άλλες χώρες, όπου το κίνημα της τζαζ είχε άλλες κοινωνικές βάσεις και είχε συχνά ξεκινήσει μέσα στον κόσμο της αριστεράς, οι δεσμοί υπήρξαν ακόμα πιο στενοί.) Ωστόσο από μόνη της η διαμαρτυρία που εκφράζει η τζαζ είναι αόριστη, διφορούμενη, επειδή είναι πάντα πολύ πιο ξεκάθαρο αυτό που εχθρεύεται απ’ αυτό που υπερασπίζεται. Είναι αντίθετη στην καταπίεση, στη φτώχεια, στην ανισότητα, στην έλλειψη ελευθερίας, στη δυστυχία. Εχθρεύεται αόριστα και αναρχικά — πράγμα που οι αναρχικοί διανοούμενοι λάτρεις της τζαζ έχουν παρερμηνεύσει — τους αστυνομικούς, τους δικαστές, τις φυλακές, το στρατό και τον πόλεμο. (Δεν υπάρχουν παραδοσιακά μπλουζ που να εξυμνούν τον αγώνα, έστω και για ειρηνικούς σκοπούς, μόνο σπιρίτσουαλ.) Η αποστροφή όμως δεν συνεπάγεται και αγωνιστικότητα. Αναρίθμητοι είναι οι αμερικανοί τζαζίστες που έχουν εκφράσει την αγανάκτηση και το μίσος τους για τις αδικίες της κοινωνίας — έστω και μόνον κατ’ ιδίαν. Ελάχιστοι όμως συνδέθηκαν με τον οργανωμένο αγώνα κατά των φυλετικών ανισοτήτων (σε αντίθεση με πολλές προσωπικότητες του κόσμου της εμπορικής ψυχαγωγίας, ιδίως του Χόλιγουντ). Στα χρόνια μετά το 1945, η Ευρώπη φιλοξένησε πολλούς εκπατρισθέντες αμερικανούς καλλιτέχνες και διανοούμενους. Παρότι όμως πολλοί έγχρωμοι μουσικοί εγκαταστάθηκαν στην Ευρώπη — κυρίως γιατί η γηραιά ήπειρος τους φερόταν με μεγαλύτερη ανθρωπιά — δεν μου έρχεται στο νου κανένας αληθινός πολιτικός πρόσφυγας τζαζίστας, λευκός ή έγρχωμος, πλάι στους πολυάριθμους πολιτικούς φυγάδες του Χόλιγουντ ή της Νέας Υόρκης από άλλες τέχνες.
Το αντικείμενο της εναντίωσης της τζαζ είναι θεωρητικά αρκετά ξεκάθαρο, έστω και αν η έκφραση της παίρνει συνήθως μια παθητική, αόριστη και ατομιστική μορφή έξω από τη μουσική. Το πιο αξιόλογο δείγμα ίσως να είναι η βίαιη κριτική της αμερικανικής κοινωνίας μερικών τζαζόπληκτων σατιρικών καλλιτεχνών που μεσουράνησαν στο νάιτ κλαμπ της Αμερικής προς το τέλος της δεκαετίας του ’50 ο Μορτ Σαλ,ο Λένι Μπρους και οι άλλοι. Εκείνο το οποίο αντιθέτως υ π ε ρ α σ π ί ζ ε τ α ι, είναι πολύ λιγότερο σαφές. Την ελευθερία, ασφαλώς, την ισότητα, τη συναδέλφωση — και ένα κοτόπουλο στο τσουκάλι κάθε Κυριακή, ή κάθε μέρα αν λάβουμε υπόψη το αμερικάνικο επίπεδο ζωής… Αλλά οι μεγάλες αυτές ιδέες είναι πολύ λιγότερο αυτονόητες από όσο πιστεύουν πολλοί — και όχι μονάχα οι μουσικοί και οπαδοί της τζαζ. Γι’ αυτό η διαμαρτυρία της τζαζ, όπως άλλωστε και κάθε ατομιστική και αυθόρμητη διαμαρτυρία, εύκολα οδηγείται στο μεγάλο πειρασμό: στο συμβιβασμό· αρκείται δηλαδή σε πολύ μικρά κέρδη, όπως επίσημη αναγνώριση και ατομική επιτυχία. Ή για την ακρίβεια στην ταλάντευση ανάμεσα στη δυσαρέσκεια που δεν μπορεί ποτέ να βρει ικανοποίηση, επειδή (όπως το γαλάζιο πουλί του γερμανικού ρομαντισμού ή το χρυσό κύπελλο στην άκρη του ουράνιου τόξου) είναι εξ ορισμού αδύνατον να βρεθεί και στη δυσφορία που εύκολα ικανοποιείται με την ενηλικίωση ή με αποστολή σε επίσημη περιοδεία από την αμερικάνικη κυβέρνηση ως «πολιτισμικός πρεσβευτής» ή με μια εμφάνιση με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης ή απλώς με χρήμα.'
Έρικ Τζ. Χόμπσμπαουμ, Η Σκηνή της Τζαζ, μτφρ. Τάκης Τσήρος, εκδ. Εξάντας
