
'Η πρώτη φορά που του δόθηκε ήταν λιγάκι ξαφνική, αν όχι εντελώς τρομακτική. Μια παύση για μερικά απαλά χάδια, συγκαλυμμένη αμηχανία, προσποιητή ευθυμία, προεισαγωγικούς στοχασμούς[.] Ήταν εξωφρενικά λιπόσαρκη. Φαίνονταν τα πλευρά της. Τα πεταχτά εξογκώματα της λεκάνης της πλαισίωναν ένα βαθουλωτό υπογάστριο τόσο επίπεδο, που ερχόταν σε αντίθεση με την έννοια της «κοιλιάς». Η εξαίσια δομή των οστών της γλίστρησε αμέσως μέσα σ’ ένα μυθιστόρημα ―έγινε μάλιστα η μυστική δομή του μυθιστορήματος κι επίσης υποστήριξε αρκετά ποιήματα. Τα μικρά στήθη της εικοσιτετράχρονης ανυπόμονης καλλονής έδειχναν καμιά δεκαριά χρόνια νεότερα από κείνη, με τις ωχρές λοξές θηλές τους και τη σφριγηλότητά τους. Τα βαμμένα βλέφαρά της ήταν κλειστά. Ένα δάκρυ χωρίς ιδιαίτερη σημασία λαμπύρισε στο ζυγωματικό της. Κανένας δεν μπορούσε να πει τι συνέβαινε μέσα στο κεφαλάκι της[.] Κύματα πόθου το κατέκλυζαν, ένας πρόσφατος εραστής λιποθυμούσε, αμφιβολίες περί υγιεινής γεννιούνταν και απορρίπτονταν, περιφρόνηση για τους πάντες εκτός από τον εαυτό της διατυμπάνιζε την αδιάλλειπτη παρουσία της με ένα αναψοκοκκίνισμα, να το, φώναξε η πώς τη λένε σκύβοντας βιαστικά. Αγαπημένη μου, dushkamoya (φρύδια υψώθηκαν, μάτια άνοιξαν κι έκλεισαν, δε γνώριζε συχνά Ρώσους, αυτό ήθελε σκέψη).
Κάλυπτε το πρόσωπό της, έντυνε τα πλευρά της, έζωνε το στομάχι της με φιλιά ― όλα αποδεκτά όσο παρέμεναν στεγνά.
Όταν το χέρι γύρισε το εύθραυστο πειθήνιο κορμί της από την άλλη, αποκάλυψε νέα θαύματα ― τις ευκίνητες ωμοπλάτες παιδιού που το πλένουν, την κύρτωση της σπονδυλικής στήλης μπαλαρίνας, στενά οπίσθια με ασαφή ακαταμάχητη γοητεία (η πιο ζωώδης κατεργαριά της φύσης, είπε ο Πωλ ντε Ζ ενώ παρακολουθούσε έναν κατηφή γέρο καθηγητή πανεπιστημίου που παρακολουθούσε αγόρια να κολυμπούν([.]
Μονάχα ταυτίζοντάς τη με ένα άγραφο, μισογραμμένο, ξαναγραμμένο, δύσκολο βιβλίο ελπίζει κανείς να αποδώσει τελικά αυτό που τόσο σπάνια εκφράζουν οι σύγχρονες περιγραφές της συνουσίας, γιατί είναι νεογέννητες και ως εκ τούτου γενικευτικές, όπως οι πρωτόγονες μορφές τέχνης σε αντιδιαστολή με αυτό που κατόρθωσαν να επιτύχουν οι σπουδαίοι Άγγλοι ποιητές που ασχολούνται με ένα βράδυ στην εξοχή, μια στάλα ουρανό σ’ ένα ποτάμι, τη νοσταλγία των ξέμακρων ήχων ― πράγματα που βρίσκονται εντελώς έξω από τη σφαίρα του Ομήρου ή του Οράτιου. Οι αναγνώστες οδηγούνται προς αυτό το βιβλίο ―σ’ ένα πολύ ψηλό ράφι με πολύ κακό φως―, αλλά υπάρχει ήδη, όπως υπάρχει μαγεία, και θάνατος, και όπως θα εξακολουθήσει να υπάρχει από εδώ και πέρα ο μορφασμός που έκανε ασυναίσθητα με το στόμα ενώ χρησιμοποιούσε την πετσέτα για να σκουπίσει τους μηρούς της, όπου τελείωσε εκείνος όπως της είχε υποσχεθεί.
Τον τοίχο στόλιζε ένα αντίγραφο της φρικτής «Μαστοπιογραφίας» (οβάλ που φθίνουν) του Γκλιστ. Γεμάτη ζωντάνια και ηρεμία, σύμφωνα με την ακαλλιέργητη τη Φλόρα. Εωθινά βουητά και κρότοι είχαν αρχίσει να τραντάζουν την παγωμένη, σκεπασμένη από ομίχλη πόλη[.]'
Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Το Πρωτότυπο της Λώρας (Ο Θάνατος Είναι Διασκέδαση), μτφρ. Νίνα Μπούρη, εκδ. Πατάκη
