
'Συχνὰ συλλαμβάνουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ θεωρεῖ βέβαιο ἤ νὰ ὑποθέτει ὅτι τὸ κατεξοχὴν χαρακτηριστικὸ τῆς νεωτερικότητας εἶναι τὸ ἄτομο: τὸ μὴ ἀναγώγιμο ὑποκείμενο, ὁ ἀνεξάρτητος ἄνθρωπος, ὁ ἀδέσμευτος ἑαυτός, ὁ ἐλεύθερος πολίτης. Αὐτὸ τὸ σύγχρονο ἄτομο ἀντιδιαστέλλεται συνήθως εὐνοϊκὰ πρὸς τὸν ἐξαρτημένο, δουλικό, ἀνελεύθερο ὑποτελὴ τοῦ προνεωτερικοῦ κόσμου. Αὐτὴ ἡ ἐκδοχὴ ἔχει βέβαια κάποια δόση ἀλήθειας· ἀκριβῶς ὅπως ὑπάρχει κάποια δόση ἀλήθειας καὶ στὴ συνακόλουθη ἀντίληψη ὅτι ἡ νεωτερικότητα εἶναι ἐπίσης μιὰ ἱστορία τοῦ σύγχρονου κράτους, μὲ τοὺς πόρους του, τὶς δυνατότητές του καὶ τὶς φιλοδοξίες του. Ἄν ὅμως τὴν ἐκλάβουμε ὡς γενίκευση εἶναι, ἐντέλει, ἐσφαλμένη — καὶ μάλιστα ἐπικίνδυνα ἐσφαλμένη. Τὸ πραγματικὰ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ τῆς σύγχρονης ζωῆς — αὐτὸ ποὺ ἄν τὸ χάσουμε κινδυνεύουμε — δὲν εἶναι οὔτε τὸ ἀδέσμευτο ἄτομο οὔτε τὸ δίχως περιορισμοὺς κράτος. Εἶναι αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσά τους: ἡ κοινωνία. Ἀκριβέστερα, ἡ κοινωνία τῶν πολιτῶν ἤ, ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσε ὁ 19ος αἰώνας, ἡ ἀστικὴ κοινωνία.
Οἱ σιδηρόδρομοι ἦσαν καὶ παραμένουν τὸ ἀναγκαῖο καὶ φυσικὸ συμπλήρωμα γιὰ τὴν ἀνάδειξη μιᾶς κοινωνίας τῶν πολιτῶν. Συνιστοῦν ἕνα συλλογικὸ ἐγχείρημα πρὸς ὄφελος τοῦ ἀτόμου. Δὲν μποροῦν νὰ ὑπάρξουν χωρίς κοινή συμφωνία (και, τὰ τελευταῖα χρόνια, χωρὶς κοινὲς δαπάνες), καὶ ἔχουν σχεδιαστεῖ γιὰ νὰ προσφέρουν πρακτικὰ ὀφέλη τόσο στὸ ἄτομο ὅσο καὶ στὴ συλλογικότητα. Αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ ἡ ἀγορὰ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐπιτύχει — παρὰ μόνο, ἐξαιτίας τῆς ἴδιας τῆς φύσης της, ἀπὸ εὐτυχὴ ἀμέλεια. Οἱ σιδηρόδρομοι δὲν ἦσαν πάντοτε εὐαίσθητοι ἀπέναντι στὸ περιβάλλον — μόλο πού, ἄν ἀποτιμήσουμε συνολικὰ τὸ κόστος τῆς μόλυνσης, δὲν εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ ἀτμομηχανὴ ὑπῆρξε πιὸ ἐπιβλαβὴς ἀπ’ ὅ,τι ἡ ἀνταγωνιστική της μηχανὴ ἐσωτερικῆς καύσης· εἶχαν ὅμως, καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχουν, κοινωνικὴ εὐαισθησία. Κι αὐτὸς εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἦσαν πολὺ ἐπικερδεῖς.
Ἄν χάσουμε τοὺς σιδηρόδρομους δὲν θὰ ἔχουμε χάσει ἁπλῶς ἕνα πολύτιμο πρακτικό ἐφόδιο, ποὺ ἡ ἀναπλήρωση ἤ ἡ ἀνάκτησή του θὰ ἦταν ἀφόρητα δαπανηρή. Θὰ ἔχουμε ἀποδεχτεῖ ὅτι λησμονήσαμε πῶς νὰ ζοῦμε συλλογικά. Ἐὰν ἀχρηστέψουμε τοὺς σιδηροδρομικοὺς σταθμοὺς καὶ τὶς σιδηροδρομικὲς γραμμὲς ποὺ ὁδηγοῦν σὲ αὐτοὺς —ὅπως πήγαμε νὰ κάνουμε τὶς δεκαετίες τοῦ 1950 καὶ τοῦ 1960— θὰ εἶναι σὰν νὰ ἀχρηστεύουμε τὴ μνήμη ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸ πῶς μποροῦμε νὰ ζήσουμε μὲ αὐτοπεποίθηση μέσα στὶς πόλεις μας. Δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ ἡ Μάργκαρετ Θάτσερ —ἡ ὁποία, ὡς γνωστόν, διακήρυττε ὅτι «τέτοιο πράγμα ποὺ νὰ λέγεται Κοινωνία δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχουν ἄτομα, ἄντρες καὶ γυναῖκες, καὶ ὑπάρχουν καὶ οἰκογένειες» — φρόντιζε νὰ μὴν ταξιδεύει ποτὲ μὲ τρένο. Ἐὰν δὲν μποροῦμε νὰ ξοδέψουμε τοὺς συλλογικοὺς μας πόρους γιὰ τὰ τρένα καὶ νὰ ταξιδεύουμε εὐχάριστα μὲ αὐτά, δὲν εἶναι ἐπειδὴ ἀνήκουμε πλέον σὲ περιφραγμένες κοινότητες καὶ χρειαζόμαστε μόνον αὐτοκίνητα γιὰ νὰ κινηθοῦμε ἀπὸ τὴ μία στὴν ἄλλη. Θὰ εἶναι ἐπειδὴ ἔχουμε καταντήσει περιφραγμένα ἄτομα, ποὺ δὲν γνωρίζουν πῶς νὰ μοιραστοῦν τὸν δημόσιο χῶρο πρὸς ὄφελος ὅλων. Οἱ ἐπιπτώσεις μιᾶς τέτοιας ἀπώλειας θὰ ξεπερνοῦσαν κατὰ πολὺ τὸ θάνατο ἑνὸς ἀπὸ τὰ πολλὰ μέσα μετακίνησης. Θὰ σήμαιναν ὅτι ἕχουμε ἀπεμπολήσει τὴ σύγχρονη ζωή.'
Τόνι Τζαντ, Η Δόξα των Σιδηροδρόμων, μτφρ. Κωστούλα Σκλαβενίτη, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
