προγραφές

Στους Νταντά Θ’ Άρεσε Μια Μέρα Σαν Κι Αυτή

Στους Νταντά θ’ άρεσε μια μέρα σαν κι αυτή
με τις ποικίλες της πολύ πραγματικές
μη πραγματικότητες
κάθε μια τους έτοιμη να γίνει
πολύ αληθινή για την τοποθεσία της
που ποτέ δεν είναι τόσο μακρινή
ώστε να ‘ναι η Βοημία

Οι Νταντά θ’ αγαπούσαν μια μέρα σαν κι αυτή
με τον ήλιο της σαν ανάλαφρο βολβό
που λάμπει τόσο διαφορετικά
για διαφορετικούς ανθρώπους
μα που ακόμα λάμπει το ίδιο
πάνω στον καθένα
και στο καθετί
σαν
ένα πουλί σ’ ένα τραπέζι έτοιμο να τραγουδήσει
ένα αεροπλάνο μέσα σ’ ένα επίχρυσο σύννεφο
ένα χέρι απ’ τη λάντζα της κουζίνας
να γνέφει σ’ ένα παράθυρο
ή ένα τηλέφωνο έτοιμο να χτυπήσει
ή ένα στόμα έτοιμο να κόψει το κάπνισμα
ή μια νέα εφημερίδα
με τη νέα ιστορία των νέων της
για μια καρκινοπαθή χορεύτρια

Ναι οι Νταντά θα πέθαιναν για μια μέρα σαν κι αυτή
με το γλυκό της καρναβάλι του δρόμου
και την τόσο αληθινή της κηδεία
που μόλις τώρα περνάει από μέσα του
με την αληθινή της νεκρή χορεύτρια
τόσο όμορφη και βουβή
στο σάβανό της
κι ο τελευταίος εραστής της χαμένος
μέσα στο όχι μοναχικό πλήθος
και της χορεύτριάς της ο αγαπημένος
έτοιμος να πει Νταντά
και ο ιερέας της που περνάει
έτοιμος να προσευχηθεί στο Νταντά
και να προσφέρει τις τόσο υπερφυσικές του
απολογίες

Ναι οι Νταντά θα ‘χαν αγαπήσει μια μέρα σαν κι αυτή
με τις όχι τόσο τυχαίες της
αναλογίες

Λόρενς Φερλινγκέτι, Ποιήματα, μτφρ. Κώστας Γιαννουλόπουλος & Φώτης Αθέρας, εκδ. Νεφέλη

Εξώφυλλο: Πιερ Λουίς, Μικρές Ερωτικές Σκηνές

ΣΤΗΝ ΚΡΥΨΩΝΑ

«Είσαι σίγουρη πως κρυφτήκαμε καλά; Γιατί αν δουν τι κάνουμε μαζί, θα ντραπώ πολύ! Και τι θα πει τότε η μαμά;»
«Είναι η καλύτερη κρυψώνα του πάρκου».
«Θα μου δείξεις το δικό σου, όταν δεις το δικό μου, έτσι;»
«Θες να δεις πρώτα το δικό μου;»
«Ναι, το προτιμώ».
«Καλά, λοιπόν. Θα πάρεις το μάθημα, αλλά μετά θα κάνεις ό,τι κάνω εγώ».
«Εντάξει».
«Γιατί όταν σου το δείχνουν, πρέπει να το δείχνεις κι εσύ. Να, σήκωσα τη φούστα μου. Κάνε κι εσύ το ίδιο. Πιο ψηλά, μέχρι τη ζώνη. Τώρα ανοίγω τα πόδια μου. Άνοιξε τα δικά σου. Τώρα θα βγάλω την περισκελίδα μου. Μάντεψε τι χρώμα είναι;»
«Ποιο πράγμα;»
«Οι τρίχες μου».
«Δεν ξέρω… Νομίζω κόκκινες… Ω, Λυσιέν, τα κατέβασες… Να κοιτάξω;»
«Ακούμπησε εδώ».
«Ω, είναι ζεστά».

*

ΣΚΗΝΗ ΖΗΛΟΤΥΠΙΑΣ

«Μα αφού συμφωνήσαμε πως θα μου το κάνει πάντα από την πίσω τρύπα… Άκουσε, αγάπη μου, πρέπει να λογικευτείς. Εσύ μου ζήτησες να μην του δώσω το μουνάκι μου».
«Φυσικά! Δε θέλω να πηγαίνει και να χώνει την ψωλή του στο μέρος που βάζω το στόμα μου».
«Και δε θέλεις να του δίνω ούτε το στόμα μου».
«Και βέβαια όχι. Βρε παλιοπουτανίτσα, νομίζεις πως θα ‘θελα ακόμα να τρίβω το μουνί μου στα χείλη σου, αν ήταν φλομωμένα από το αηδιαστικό σπέρμα αυτού του άντρα που μυρίζει τραγίλα και γατόκαψα! Άκου να ρουφάς αυτόν που σε συντηρεί! Αυτό του έλειπε! Μην το επαναλάβεις, παλιοβρόμα. Μη σου σκάσω δυο σκαμπίλια!»
«Ναι, αλλά πρέπει να δώσω κάτι σ’ αυτό το αγόρι, αφού μου υποσχέθηκε διακόσια ναπολεόνια».
«Θέλεις να σε ξεκωλιάσει; Πήγαινε να σε ξεκωλιάσει! Σου πάει εξάλλου! Αλλά σου εγγυώμαι ένα πράγμα, θα σε ξεκωλιάσω εγώ πρώτα, και μάλιστα αμέσως, με τον καινούργιο μου φαλλό».
«Ω! θα με ξεσκίσεις μ’ αυτόν!»
«Ναι, κι έτσι δε θ’ ανησυχείς αν σε ξεσκίσει εκείνος με την ψωλή του. Άνοιξε τα κωλομέρια σου, βρόμα. Θα σ’ τα ξεπαρθενέψω έξι φορές, όχι μία, και ακόμα και στα σκατά σου δε θα βρει παρά τα υπολείμματά μου!»

*

Η ΜΙΚΡΗ ΠΛΥΣΤΡΑ

«Καλημέρα, κύριε. Εδώ είναι τα ασπρόρουχά σας».
«Σήκωσε πρώτα την πουκαμίσα σου, κι ύστερα τα μετράς».
«Ω! Είστε πάντα τόσο βιαστικός! Μα δεν ξεκαυλώνετε ποτέ; Κάθε φορά που σας βλέπω, η ψωλή σας είναι στον αέρα. Κοιτάξτε τι σκληρή που είναι».
«Κι εσύ; Το μουνάκι πάντα υγρό ή μου φαίνεται;»
«Μα το θεό! Όταν έρχομαι εδώ πάνω, ξέρω τι πρόκειται να κάνω και αμέσως υγραίνομαι».
«Καλέ, τι βλέπω; Έβγαλες χνούδι; Σύντομα θα βγάλεις τρίχες, μικρή μου».
«Πράγματι. Όμως δεν έχει σημασία, γιατί μένω πάντα τίμια, ξέρετε. Γι’ αυτό μη μου χώσετε την πούτσα σας από μπροστά. Σας έχω εμπιστοσύνη».
«Καλά, καλά, μικρή μου ξεκωλιάρα. Θα το κάνουμε όπως πάντα».
«Κατ’ αρχήν, μόνο εσείς μου το κάνετε έτσι. Στους άλλους πελάτες τον ρουφάω μόνο, κι αυτό είναι όλο. Με άγνωστο άντρα θα φοβόμουν, καταλαβαίνετε. Όταν σου μπήζουν το καυλί στον κώλο, η παρθενιά δεν είναι μακριά».
«Λες και μπορεί κανείς να σε ξεπαρθενέψει! Κάθε φορά που σ’ τον χώνω από πίσω, μόνο που δεν κλειδώνεις τα χείλη του αιδοίου…»
«Είναι από φόβο μη σας γλιστρήσει, κύριε».

*

ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ

«Νινί, δεν είσαι φρόνιμη, γι’ αυτό πρόσεχε: έτσι που πας, δε θα παντρευτείς ποτέ».
«Δεν με πολυνοιάζει. Κατ’ αρχήν δε θέλω να παντρευτώ, θέλω να γίνω πουτάνα».
«Α, μπα! Αυτό μας έλειπε τώρα!»
«Γιατί να έχω συνέχεια την ίδια πούτσα στο στόμα; Όταν έχω πάρει δυο φορές τσιμπούκι σ’ ένα αγόρι, προτιμώ ν’ αλλάζω γεύση».
«Νινί! Τι είναι αυτά που λες, κοριτσάκι μου;»
«Θα δεις σε λίγο καιρό. Όταν μεγαλώσουν τα βυζιά μου, θα πάω να δουλέψω σ’ ένα ωραίο μπορντέλο, όπου θα μου κατσαρώσουν τα μαλλιά και τις μουνότριχες, σαν της Μπερτίν. Θα φορώ ένα όμορφο πενιουάρ από κόκκινο μετάξι, που θα το σηκώνω για να δείχνω το παπί μου, και θα γαμιέμαι, θα λεσβιάζομαι, θα ξεκωλιάζομαι, θα τραβώ μαλακία στους πελάτες με τα βυζιά μου, θα τους ρουφώ τ’ αρχίδια και θα βάζω τη γλώσσα μου στον κώλο τους».
«Αν ποτέ κάνεις τέτοιες βρομιές, δε θα σ’ αφήσω να με ξαναφιλήσεις στο στόμα».
«Στο στόμα; Δε φιλώ τις γυναίκες στο στόμα, τις φιλώ πιο κάτω, στα μουνόχειλα».

Πιερ Λουίς, Μικρές Ερωτικές Σκηνές, μτφρ. Στράτος Κακαδέλλης, εκδ. Ερατώ

Εξώφυλλο: Λόρενς Φερλινγκέτι, Λαϊκά Μανιφέστα

[…]
Η περισσότερη μοντέρνα ποίηση είναι πεζή
μα λέει πολλά
για το πώς η ψυχή έφυγε
απ’ τις πόλεις μας,
απ’ τα κτίριά μας,
τους δρόμους μας,
πάει το τραγούδι απ’ τις δακτυλογράφους,
πάει το τραγούδι απ’ τη συγκεκριμένη αρχιτεκτονική μας,
τη συμπαγή μουσική μας
[…]
Η Μοντέρνα ποίηση είναι πεζή
μα λέει πολλά,
με την αληθινή μορφή και τον αληθινό της τόνο,
για τον καθημερινό θάνατο του εαυτού,
τον μέσα μας ποιητή
που αργοσβήνει καθημερινά.
[…]
Κι έτσι θρηνεί σήμερα μια άγρια ακόμη φωνή
μέσα μας,
μια φωνή επαναστάτησε ακόμη,
χαμένη μέσα σε μηχανές και πνευματικούς εθνικισμούς,
ποθώντας ακόμη να σπάσει,
ποθώντας ακόμη το απόμακρο αηδόνι
που όλο σταματά και ξαναρχίζει,
σταματά
και ξαναρχίζει,
σταματά
και συγκεφαλαιώνει.

Ό,τι μας κάνει ευτυχισμένους είναι αυτό το πουλί.

Λόρενς Φερλινγκέτι, Λαϊκά Μανιφέστα, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Ελεύθερος Τύπος

HART CRANE – ΛΗΣΜΟΝΙΑ

Η λησμονιά είναι σαν ένα τραγούδι,
Που, απελευθερωμένο από μέτρο και ρυθμό,
περιπλανιέται.
Η λησμονιά είναι σαν ένα πουλί με φτερά συνταιριαγμένα,
Διάπλατα ανοιχτά κι ακίνητα─
Ένα πουλί που άοκνα λάμνει στον αέρα.

Η λησμονιά είναι τη νύχτα η βροχή
Ή μια καλύβα στο δάσος─ ή ένα παιδί.
Η λησμονιά είναι λευκή─ λευκή σαν δέντρο ρημαγμένο,
Και τη Σίβυλλα να εκπλήξει στην προφητεία μπορεί
Ή τους Θεούς να διαγράψει.

Μπορώ, πλείστη λησμονιά να θυμηθώ.

*

ΚΑΤΑΚΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΔΙΑΦΟΡΑ

Έχω δει το φάντασμά μου διαμελισμένο
Το σώμα μου ευλογημένο
Και τον Παράδεισο
Απ’ της μητέρας μου τα στήθια ξεγδαρμένο
Όταν απαγγέλθηκε η κατηγορία
Η αγάπη εκδιώχθηκε
Και η σφραγίδα κομματιάστηκε…

*

SARA TEASDALE - ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΗΣΑΝ ΘΝΗΤΑ

Όλα αυτά που ήσαν θνητά μακριά θα καούν,
Όλα αυτά που ήσαν στον νου πρέπει να κοιμηθούν.
Μόνο το πνεύμα θα ξυπνήσει για να πει
Αυτό που το βάθος στο βάθος ομολογεί˙
Αλλά για μια στιγμή, γι’ αυτό που είναι τόσο φευγαλέο─
Όπως σ’ ένα λιβάδι στρωμένο απ’ άκρη σ’ άκρη με χιόνι νέο,
Ίχνη πουλιών μια σύντομη κατάδυση μαρτυρούν στον αέρα
Που άρχισε και τέλειωσε ψηλά εκεί πέρα.

*

SYLVIA PLATH – ΜΕΛΑΝΙΑ

Χρώμα πλημμυρίζει το σημείο, σκοτωμένο μοβ,
Το υπόλοιπο σώμα αψεγάδιαστο,
Χρώμα μαργαριταριού.

Στην εσοχή του βράχου
Επίμονα και βασανιστικά η θάλασσα βυζαίνει,
Ένα βαθούλωμα, κέντρο ολάκερης θάλασσας.

Το μέγεθος μιας μύγας,
Το καταραμένο σημάδι
Έρπει στον τοίχο.

Σφραγίζει η καρδιά,
Η θάλασσα αδειάζει,
Οι καθρέφτες είναι καλυμμένοι.

*

ΛΕΞΕΙΣ

Τσεκούρια
Χτυπούν πάνω σε ξύλινους δακτύλιους,
Κι αντίλαλοι!
Αντίλαλοι που απλώνουν
Σαν άλογα φυγόκεντρα.

Ο χυμός
Σαν δάκρυ αναβλύζει, σαν το
Νερό που πασχίζει
Ν’ αποκαταστήσει το κάτοπτρό του
Στον βράχο επάνω

Που στάζει κι εκτρέπεται,
Ένα λευκό κρανίο,
Από το χλωρό χορτάρι φαγωμένο.
Χρόνια αργότερα
Τυχαία τις συναντώ στο δρόμο─

Λέξεις ξερές και φευγαλέες,
Το ακούραστο ποδοβολητό των αλόγων.
Ενόσω
Από το βυθό της λίμνης, απλανή αστέρια
Κυβερνούν μια ζωή.

*

JOHN BERRYMAN – ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Πέθανε τον Δεκέμβριο. Θα πρέπει να κατηφορίσει
κάπου, αόριστα και παγωμένα, το πνεύμα και η σφραγίδα,
το δώρο βυθίζεται, και όλα αυτά τα ενορατικά κάπου
αποτυγχάνουν. Ενός κάποιου φίλου η φαντασία
δεν μπορεί να κοιτάξει εκεί. Στο τέλος και οι δυο μας.
Ουσιαστικά, ρήματα γι’ αυτό που αισθάνομαι
δεν υπάρχουν.

*

ANNE SEXTON – ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΕΙΔΩΛΟ, 6

Στο βορεινό φως, το χαμόγελό μου είναι σταθερό,
η σκιά σημαδεύει το οστό μου.
Τι θα μπορούσα να είχα ονειρευτεί καθώς κάθισα εκεί,
ολόκληρη περιμένοντας στα μάτια, στη ζώνη
του χαμόγελου, το νεαρό πρόσωπο,
την παγίδα των αλεπούδων.

Στο νότιο φως, το χαμόγελό της είναι σταθερό,
τα μάγουλά της μαραίνονται σαν μια ξεραμένη
ορχιδέα˙ ο κοροϊδευτικός μου καθρέφτης, ο γκρεμισμένος μου
έρωτας, το πρώτο μου είδωλο. Με κοιτάζει απ’ αυτό
το πρόσωπο,
αυτό το πέτρινο κεφάλι του θανάτου
που είχα να ξεπεράσω.

Ο καλλιτέχνης μας απαθανάτισε στη στροφή˙
χαμογελάσαμε στα κάδρα του σπιτιού μας
προτού διαλέξουμε τους, όπως γνωρίζαμε από την αρχή,
ξεχωριστούς μας δρόμους.
Η ξεραμένη κόκκινη γούνα αλεπούς φτιάχτηκε
για να καεί.
Σαπίζω στον τοίχο, τον δικό μου
Ντόριαν Γκρέι.

Κι αυτό ήταν η σπηλιά του καθρέφτη,
αυτή η διπλή γυναίκα που ατενίζει
τον εαυτό της, σαν να πέτρωσε
στο χρόνο─ δυο κυρίες καθισμένες
σε σκοτεινές πολυθρόνες.
Φίλησες τη γιαγιά σου
και εκείνη έκλαψε.

από το Η Θηριώδης Μούσα: Επιλογή από το Έργο Επτά Αυτοχείρων Αμερικανών Ποιητών, μτφρ. Γιάννης Αντιόχου, εκδ. Μικρή Άρκτος

Εξώφυλλο: Πιερ Λουίς, Εγχειρίδιο Καλής Συμπεριφοράς Κορασίδων για Οικοτροφεία

Εάν σας συλλάβουν ενώ είστε ολόγυμνη τοποθετήστε αιδημόνως το ένα χέρι στο πρόσωπο και το άλλο στο μουνί σας˙ μην προβείτε όμως σε περιπαικτικές χειρονομίες με το πρώτο και μη μαλακιστείτε με το δεύτερο.

*

Εάν σας ρωτήσουν τι πίνετε κατά τη διάρκεια των γευμάτων σας, μην απαντήσετε: «Μόνο ψωλοχυμό».

*

Εάν συναντήσετε μιαν ύποπτη τρίχα στο ζωμό σας, μην αναφωνήσετε: «Έκτακτα, μια κωλότριχα!»

*

Αν μαλακιστήκατε κάτω από το θρανίο, μη σκουπίσετε το υγρό σας δάχτυλο στα μαλλιά της διπλανής σας, εκτός αν σας παρακαλέσει.

*

Μην υγραίνετε τον αντίχειρα στο στόμα ή στο μουνί σας με σκοπό να αλλάξετε σελίδα.

*

Εάν μια κυρία αρνείται να καθίσει, μην της δίνετε συμβουλές για τον κίνδυνο που εγκυμονείται να της γαμήσουν κάποιοι αδέξιοι τον κώλο.

*

Μια εγειρόμενη κορασίς οφείλει να έχει τελειώσει τη μαλακία της, πριν ξεκινήσει την προσευχή της.

*

Εάν πιπιλίζετε κάποιον κύριο πριν πάτε να κοινωνήσετε προσέξτε, αποφύγετε την κατάποση ψωλοχύματος: διότι κοινωνεί κανείς νηστικός, κι εσείς πλέον δε θα είστε.

*

Εάν γαμιέστε τα απογεύματα στα εξωκλήσια, μην πλένετε τον κώλο σας με τον αγιασμό. Αντί του εξαγνισμού της αμαρτίας σας, θα επιτύχετε την επιδείνωση της θέσης σας.

*

Όταν πηγαίνετε σ’ εκείνον τον εραστή σας που συνηθίζει να σας γαμεί από τον κώλο, μην κλείνεστε στην τουαλέτα της μητέρας σας μακιγιάροντας την κωλοτρυπίδα σας με το κοκκινάδι των χειλιών της.

*

Μην προσφέρεστε να αναλάβετε κάποιον ρόλο όσο μικρός κι αν είναι, στις συζυγικές λαγνουργίες της μαμάς σας. Περιμένετε να σας το προτείνει.

*

Αν έρθουν κάποιοι επισκέπτες την ώρα που η μητέρα σας κάνει έρωτα και σας αναθέσουν να ανακοινώσετε πως η μαμά ασθενεί, μην μπείτε σε λεπτομέρειες ως προς την αρρώστια της. Εάν σας ρωτήσουν; «Τι έχει;», μην απαντήσετε: «Μια ψωλή στον κώλο».

Πιερ Λουίς, Εγχειρίδιο Καλής Συμπεριφοράς Κορασίδων για Οικοτροφεία, μτφρ. Σοφία Διονυσοπούλου, εκδ. Άγρα

Εξώφυλλο: Ντ. Χ. Λόρενς, Είκοσι Ποιήματα

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΖΩΝΤΑΝΟΥ ΘΕΟΥ

Είν’ τρομερό να πέφτεις στα χέρια του ζωντανού Θεού.
Μα είναι πολύ πιο τρομερό να πέφτεις από του ζωντανού Θεού τα χέρια.
Αν η γνώση έφερε την πτώση του Σατανά,
ω, τότε λυπηθείτε, λυπηθείτε του τη γνώση!

Σώσε με, Θεέ, από τη γνώση ενός εαυτού χωρίς Θεό.

Μη μ’ αφήσεις ποτέ να μάθω
Μη μ’ αφήσεις ποτέ να μάθω τι είμαι
ή τι μπορώ να γίνω σαν πέσω από τα χέρια σου, τα χέρια του ζωντανού Θεού.
Εκείνο το φοβερό κι ατέλειωτο αρρωστημένο βούλιαγμα
μέσα απ’ τ’ αργόσυρτα, διαβρωτικά επίπεδα μιας γνώσης διαλυτικής
όταν ο εαυτός σου έχει πέσει από τα χέρια του Θεού
κι αρχίζει και βουλιάζει όλος ασχήμια στην παραζάλη ενός ατέλειωτου πνιγμού,
περνώντας το ένα μετά το άλλο όλα τ’ απύθμενα σκοτάδια μιας γνώσης που οδηγεί στο χαλασμό
βουλιάζοντας στο θάνατο που δεν τελειώνει, στη φοβερή καταστροφή στην άβυσσο
της ίδιας της ψυχής, που έχει πέσει από τα χέρια του Θεού!

Σώσε με απ’ αυτό, Θεέ μου!
Κάνε να μη γνωρίσω ποτέ τον εαυτό μου έξω απ’ το ζωντανό Θεό!

*

Ο,ΤΙ ΕΙΝ’ ΦΤΙΑΓΜΕΝΟ ΑΠΟ ΣΙΔΕΡΟ

Ό,τι είν’ φτιαγμένο από σίδερο
γεννιέται νεκρό, είναι ένα σάβανο, ρουφάει ζωή από μας.
Ώσπου μετά από πολύ καιρό, όταν παλιώσει κι έχει ρουφήξει μέρες, χρόνια απ’ τη ζωή μας
αρχίζει και απαλαίνει, μαλακώνει, μαλακώνοντας τώρα και μας: τότε
εμείς αποφασίζουμε πως ήρθ’ η ώρα του και το πετάμε.

*

Η ΑΝΑΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Η ανάσα της ζωής βρίσκεται μες στους άγριους άνεμους της αλλαγής
στενά δεμένη με την ανάσα της καταστροφής.
Μ’ αν θέλεις να ανασάνεις πλούσια, βαθιά ζωή
ανάσανε ολομόναχος, μες στη σιωπή, μες στο σκοτάδι
και μη βλέπεις τίποτα.

*

ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΖΗΤΩ

Το μόνο που ζητώ από μια γυναίκα είναι να νιώσει τρυφερά για μένα
όταν και μένα η καρδιά μου κτυπήσει τρυφερά γι’ αυτήν,
να γεννηθεί ανάμεσά μας ένα απαλό, απαλό τρεμούλιασμα σα σιωπηλές καμπάνες.
Είναι το μόνο που ζητώ.
Με κούρασαν τόσο οι βίαιες γυναίκες που απαιτούν ν’ αγαπηθούν
δίχως να υπάρχει ίχνος αγάπης μέσα τους.

*

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ, VI

Να ζει κανείς ή να μη ζει, μένει ακόμα η απορία.
Αυτός ο πόνος της ύπαρξης είναι η τελική, η έσχατη πείνα.
Κι όσο για μένα, μπορώ να πω «σχεδόν, σχεδόν, πολύ κοντά, ω τόσο κοντά.»
Μα κάτι ακόμα λείπει.
Κάτι δε θα λείπει για πάντα.
Γιατί το πιο σπουδαίο είναι εκείνη η εκπλήρωση που μίλησα.

Αυτό που λείπει, αυτό μένει σκοτεινό ακόμα μέσα μου
πρέπει να το γνωρίσω όπως ξέρω πως την γνωρίζω εκείνη τώρα˙ ή ίσως
αυτό που ξέρω να μην είν’ άλλο απ’ τα όριά μου απέναντί της.

Πετώντας όπως έκανα, πέρα, πέρα απ’ το χείλος του γκρεμού
έπεσα κάθετα πάνω στο μηδέν, πάνω στην πιο απόλυτη την πιο σκληρή απουσία.
Σα να ‘χασα κάθε γνώση, σα να πέθανα˙
σαν να μην ήξερα˙ σα να ξεπέρασα τα όρια του εαυτού μου.
Τι άλλο μπορώ να πω, απ’ το ότι ξέρω τι είναι να ξεπερνάς τα όρια του εαυτού σου;

Είναι ένας θάνατος που δεν είναι θάνατος.
Είν’ να πηγαίνεις λίγο πέρα απ’ τα όρια.
Πώς να μιλήσεις όταν το στόμα σου μουδιάζει από σιωπή;
Τελικά, βρίσκεται ολόκληρη πέρα από μένα αυτή η γυναίκα
είναι ολόκληρη «όχι ο εαυτός μου»˙ τελικά.

Σ’ αυτό καταλήγει κανείς.
Μια παράξενη αγωνία, και μια ανακούφιση, όταν αγγίζει αυτό που δεν είναι καθόλου ο εαυτός μου,
με πληγώνει μέχρι θανάτου αυτή η άλλη ύπαρξη˙ οριστικό, απαραβίαστο όριο,
και κάτι άλλο πέρα, εντελώς πέρα απ’ αυτό, αν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω.
Είναι το πιο σπουδαίο μέρος της ύπαρξης, αυτό το να ‘χεις πάει πέρα απ’ τον εαυτό σου,
αυτό το να ‘χεις αγγίξει την άκρη του γκρεμού και να ‘χεις χαθεί χωρίς να ‘χεις χαθεί στ’ αλήθεια.

Ντ. Χ. Λόρενς, Είκοσι Ποιήματα, μτφρ. Ολυμπία Καράγιωργα, εκδ. Σοκόλη

Εξώφυλλο: Λόρενς Φερλινγκέτι, Ατέλειωτη Ζωή

ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ ΖΩΗ

Ατέλειωτη η λαμπρή ζωή του κόσμου
ατέλειωτος ο λατρευτός του βίος κι η ανάσα
οι λατρευτές του έμβιες υπάρξεις
ν’ ακούν και να βλέπουν
να αισθάνονται και να νοούν
να γελούν και να χορεύουν
να τραγουδούν και να μιλούν
ατέλειωτα απογεύματα και βράδια
αγάπης κι έκστασης κι απελπισίας
να πίνουν και να μαστουρώνουν
να τραγουδούν και να μιλούν
στ’ ατέλειωτα Άμστερνταμ της ζωής
μ’ ατέλειωτες χαώδεις συζητήσεις
ατέλειωτων καφέδων
σε καφενέδες φιλολογικούς
κάτι πρωινά όλο βροχή
[…]
Α! Ναι! Μα! Ναι! Η ατέλειωτη ζωή κι η αγάπη
το κουκούλωμα κι η αγάπη τα φιλιά κι οι σκοτωμοί
Ατέλειωτη η κρεατομηχανή της ζωής
ηχεί ανασαίνει γέννα
γυρίζοντας μέσα στο χρόνο
ατέλειωτοι κόσμοι ατελείωτων ημερών
σε φθινοπωρινές πρωτεύουσες
με δρόμους φλεγόμενους απ’ τα πεσμένα φύλλα
Ατέλειωτα όνειρα κι ο ύπνος να κατεβάζει
τα σηκωμένα μανίκια της έγνοιας
να ξετυλίγει τους λαβυρίνθους της σκέψης
και τα λαβυρινθόνειρα του έρωτα
τα ελάσματα του πόθου
να μακραίνει
εκατομμύρια ακατανόμαστα φινάλε
Ατέλειωτοι οι φλεγόμενοι ουρανοί
ατέλειωτοι γαλαξίες γυρίζουν
ο κόσμος τρίβεται πάνω σε μανιτάρια πύρινα
[…]
Τέλος δεν έχουν του έρωτα οι ήχοι
τα κρεβάτια να κουνιούνται και να τρίζουν
τα βογκητά των εραστών όταν το κάνουν
τέλος δεν έχουνε οι στεναγμοί της έκστασής τους
οι φωνές του προηγούμενου οργασμού
[…]
Ατέλειωτα τηλεφωνήματα στην άκρη του κόσμου
εραστές που περιμένουν στους σταθμούς
φωνές πουλιών στους λόφους και τα κεραμίδια
κραξίματα κοράκων στον ουρανό
Χτυπήματα του κρίκετ
Θάλασσες ταραγμένες νερά ηχηρά
να ‘ρχονται και να φεύγουν σε μακριά ρυάκια
ο παφλασμός των ρευμάτων
στις ίδες του φθινοπώρου
φιλιά αλμυρά ζωοποιά.
Ατέλειωτα να ηχούν κουδούνια της θαλάσσης
μακριά πάνω απ’ τους φράχτες και τις σούδες της ζωής
κι οι καμπάνες όλο να χτυπούν
σ’ άδειες εκκλησίες και πύργους ρολογιών
Τέλος δεν έχουν οι καταστροφικές εξαγγελίες
του μαλλιαρού μακάριου ανθρώπου
Η ξεκούρδιστη κοιμισμένη καρδιά του κόσμου
ατέλειωτα να φέγγει μες στο χρόνο
[…]
Η πόλη καίει με το φως που απόμεινε
τις άγριες μπουρδελοσυνοικίες που αστράφτουν
μ’ ατέλειωτα πορνό και πούτσους από ΝΕΟΝ
και δονητές που ατέλειωτα χτυπιούνται
σ’ έρημες σοφίτες εγκαταλελειμμένων σπιτιών
ατέλειωτο μασούλημα
σάντουιτς πόθου
ζουμερών μπριζόλων έρωτα
ατέλειωτα όνειρα και οργασμοί
ιεροτελεστίας εφορίας και ιεροτελεστίες διεξόδου
πτήσεις καρπερών πουλιών πάνω απ’ τις σκεπές
και γεννοβόλημα αυτών σε φωλιές και τύμβους
Πειρασμοί και προσπάθειες της σάρκας
επιπλωμένα δωμάτια ερώτων
που τραγουδούν πληγωμένα περιστέρια
Τέλος δεν έχουν οι γεννήσεις παιδιών
που σπέρνουν η λαγνεία και η αγάπη
Τέλος δεν έχει το γλυκό ξύπνημα των αισθήσεων
Τέλος δεν έχουν οι πικροί μάταιοι θάνατοί τους
[…]
Γιατί θα υπάρξει τέλος
στους σκυλομούρηδες θεούς
με ιπτάμενα παπούτσια και μηχανικές παντόφλες
με καουμπόικες μπότες και τσίγκινα καπέλα
πατώντας κουμπιά σε ανθρακωρυχεία
Γιατί τέλος δεν έχουν οι εναπομένουσες επιλογές
σε σκοτεινά μυαλά που ξάφνου λάμπουν
στα μονοπάτια της δόξας
στους πράσινους γίγαντες της τύχης
στ’ αγκίστρια τη ελπίδας να ψαρεύουν μες στο βούρκο
στους μακρινούς λόφους και τα πουλιά των θάμνων
στα κρυμμένα ρεύματα φωτός και τις ανήκουστες μελωδίες
στις γλυκές σιωπηλές σκέψεις
στην απόλυτη πλήρωση και τα Στάτους
στους καθημερινούς ευτυχείς θανάτους των ψυχών
στα πήλινα ψωλιά
και στα πόδια με παπούτσια που τρέχουν
στην προκυμαία
[…]

Λόρενς Φερλινγκέτι, Ατέλειωτη Ζωή, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Ελεύθερος Τύπος

Εξώφυλλο: Ουίλιαμ Σέξπιρ, Η Τρικυμία

'ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ

[...]

Το πανηγύρι τελείωσε. Κι όλοι αυτοί οι θεατρίνοι,
όπως σου είχα πει, ήτανε Πνεύματα που διαλύθηκαν
στον αέρα, γίναν αέρας διάφανος. Και ακριβώς
όπως το άερινο υλικό αυτού του πράγματος, έτσι κι οι πύργοι
που αγγίζουνε τα σύννεφα, τα υπέροχα παλάτια,
οι άχραντοι ναοί, κι αυτή η ίδια η τεράστια σφαίρα
και όσα είν’ απάνω της, ναι, όλα θα διαλυθούν,
και, όπως εξαφανίστηκε αυτό το άυλο θέαμα, θα σβήσουν
όλα και δε θα μείνει ούτε ίχνος τους.
Είμαστε όλοι φτιαγμένοι από υλικά ονείρων·
και η ασήμαντη ζωή μας περιβάλλεται από ύπνο.'

Ουίλιαμ Σέξπιρ, Η Τρικυμία, μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, εκδ. Κέδρος

Εξώφυλλο: Λισιάν Μποϊά, Ιούλιος Βερν: Τα Παράδοξα ενός Μύθου

'Στον κόσμο του Βερν, για τους ήρωές του, όπως και για τον ίδιο, η φυγή είναι έννοια-κλειδί. Ο Βερν προσφέρει στους ήρωές του άπειρες ευκαιρίες να ξεφύγουν από τον κόσμο, και εννοεί να επωφεληθεί και ο ίδιος από αυτή τη μεθοδολογία. Όχι, δεν του αρέσει η μοναξιά, δεν θα είχε επιλέξει τη λύση Κάου-τζερ, που επινόησε ο αδιάλλακτος Μισέλ. Δεν είναι κανένας πρωτόγονος. Έχει την αίσθηση φιλίας και της ανθρώπινης αλληλεγγύης. Αλλά το ιδανικό του είναι να ζει σ’ έναν περιορισμένο και προστατευτικό κύκλο. Το νησί Λίνκολν, με δυο λόγια. Γι’ αυτό και ο επιτυχημένος αυτός συγγραφέας διαλέγει, στο απόγειο της δόξας του, να εγκαταλείψει το Παρίσι για να απομονωθεί στην Αμιένη. Και στη συνέχεια, θα βρίσκει πάντα δικαιολογίες για να επιστρέφει όσο γίνεται σπανιότερα στην πρωτεύουσα. Στην Αμιένη στρατεύεται αρκετά δραστήρια στην τοπική δημόσια ζωή (απολαμβάνοντας τη διασημότητά και θέλοντας να υπηρετήσει την κοινότητα)· πάντως, στο εσωτερικό του κύκλου της Αμιένης, άλλος ένας κύκλος τον προστατεύει: η ατομική του πανοπλία. Παράξενη αντίφαση, που τη βλέπουμε και στα μυθιστορήματά του· θέλει να είναι χρήσιμος στους ομοίους του, αλλά μειώνοντας στο ελάχιστο τις κοινωνικές σχέσεις. Τα πιο αγαπημένα του μέρη υπήρξαν το γραφείο και το σκάφος του. Η ζωή του ήταν μυστική, τόσο που το αμυντικό του σύστημα, ακόμα και σήμερα, συνεχίζει να βάζει εμπόδια στους βιογράφους του.

«Μάθετε, λοιπόν, μια και καλή, ότι ζω σε απόλυτη μοναξιά, μακριά από κάθε λογοτεχνική κίνηση, ότι δεν πάω ποτέ πια στο Παρίσι, και δεν ξέρω τίποτα από ό,τι συμβαίνει. [...] Να με σκέφτεστε σαν να μην ανήκω στον κόσμο αυτόν και θα είστε κοντά στην αλήθεια». Οι λέξεις αυτές, γραμμένες το 1896, υπερβάλλουν λίγο την απομόνωσή του, αλλά έχουν μεγάλη δόση αλήθειας. Ο ειδικός των νησιών έχει καταφέρει να τακτοποιήσει τη «νησιωτική» ύπαρξή του. Υπάρχει κάτι σαν απόρριψη του κοινωνικού σώματος, ένας τόνος πρόκλησης (κι εδώ πρέπει να πούμε, χωρίς να επιμείνουμε στη γραφολογική ερμηνεία, ότι οι οριζόντιες μπάρες στα «t» της γραφής του είναι εντυπωσιακές: φεύγουν σαν βέλη σε χαρακτηριστική κίνηση επίθεσης). Θυμίζουν λίγο την υπεράσπιση του Νέμο: «Αν ο άνθρωπος αυτός δεν έχει το δικαίωμα να βυθίζει ρωσικές φρεγάτες παντού όπου τις συναντά, τότε η εκδίκηση δεν είναι παρά μια λέξη χωρίς έννοια. Εγώ, στη θέση του, θα βύθιζα χωρίς τύψεις. Για να μη νιώθει κανείς όπως εγώ στο θέμα αυτό, θα πρέπει να μη μίσησε ποτέ του!» Ο Ιούλιος Βερν σέβεται την ελευθερία των άλλων και εννοεί να είναι και η δική του εξίσου σεβαστή. Είναι κατανοητό, λοιπόν, ότι οι ισοπεδωτικές κοινωνικές δομές και οι καταπιεστικοί πολιτικοί θεσμοί δεν του εμπνέουν εμπιστοσύνη.'

Λισιάν Μποϊά [Lucian Boia], Ιούλιος Βερν: Τα Παράδοξα ενός Μύθου, μτφρ. Άννα Δαμιανίδη, εκδ. Ηλέκτρα

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑