
'Αλλά για μένα η ποίηση είναι η απόλυτη ελευθερία. Είναι πολύ δύσκολο να δημοσιευτεί. Σχεδόν δεν έχει αναγνώστες. Όταν γράφω ποιήματα, νιώθω σαν πιτσιρικάς 15 χρονών που τρέχει, εκτός δρόμου, μέσα σε ένα τεράστιο δάσος. Εγώ, μόνος μου, με πολλή δύναμη και πολλή χαρά, χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω. Και μάλιστα, δε με ενδιαφέρει να ξέρω τίποτα. Απλώς τρέχω μέσα στο δάσος. Παραμερίζω τα κλαδιά, τους θάμνους. Και δεν κουράζομαι, επειδή έχω πολλή ενέργεια. Μέχρι που συναντάω ένα ποτάμι, βγάζω τα ρούχα μου και βουτάω να κολυμπήσω για να δροσιστώ.
Αυτό είναι η ποίησή μου. Κατά βάθος πιστεύω ότι για να γράψεις ένα ποίημα δε γίνεται να σκεφτείς πολύ. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Πρέπει να αφεθείς να σε παρασύρει και να αφήσεις το χέρι να κινηθεί ελεύθερο και να γράψει. Και βγαίνει καλό. Εμένα μου βγαίνει καλό. Άλλα, όταν υπάρχει ακόμα και η παραμικρή πρόθεση, ο παραμικρός στόχος, χάνεται αυτή η μαγεία και δε βγαίνει.'
'Η δουλειά ενός συγγραφέα συνίσταται στο να ζει έντονα στο δρόμο για να κλείνεται μετά μόνος σε ένα δωμάτιο και να παίζει, να ονειρεύεται, να σκέπτεται, να στοχάζεται και, τέλος, να γράφει για όλο τον κόσμο που γνώρισε στο δρόμο. Ωστόσο, οι συγγραφείς ξέρουν ότι δε συμφέρει να παραδεχτούν αυτή τη διαδικασία. Έτσι αποφεύγουν κατοπινά προβλήματα και παράπονα.
Ως έφηβος, δεν είχα αρχίσει ακόμα να γράφω, αυνανιζόμουν, κι αυτό είναι ένα ακόμα παιχνίδι και ένας ακόμα τρόπος να διευρύνεις και να επεκτείνεις την πραγματικότητα. Όμως, υπάρχει κάτι θεμελιώδες σε όλη αυτή την έννοια του παιχνιδιού της γραφής, που λειτουργεί ως σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην αυστηρότητα και στο παιχνίδι: το θέμα είναι να γράφεις έτσι, ώστε να μη φαίνονται οι ραφές. Να μην μπορεί κανείς να μαντέψει τις βελονιές ανάμεσα σε αυτό που έχεις πάρει αυτούσιο από την πραγματικότητα και σε αυτό που προσθέτεις στο πλαίσιο του παιχνιδιού.
Κάθε συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του ξέρει ότι δεν μπορεί να παραθέτει όμορφες και άχρηστες φράσεις. Κάθε λέξη, κάθε φράση έχει μια λειτουργία. Καθετί διακοσμητικό και επιφανειακό, επιβραδύνει και παρακωλύει την ανάγνωση. Και κάθε φράση πρέπει να είναι πολύ καλά δομημένη, πρέπει να είναι τέλεια, να μην μπορεί να γίνει καλύτερη. Εάν δε σέβεσαι αυτούς τους κανόνες, είσαι τσαπατσούλης. Μεταμορφώνεσαι στο χειρότερο τεχνίτη, σε έναν κύριο που το μόνο που θέλει είναι να γράφει χοντρά βιβλία με περιπέτειες για να διασκεδάσει μη απαιτητικούς αναγνώστες. Βιβλία κακογραμμένα, που πολλές φορές γίνονται μπεστ σέλερ.'
'Είναι σημαντικό για έναν συγγραφέα. Να γράφει υπό την επήρεια κατάπληξης. Να παραμένει κατάπληκτος, σαν παιδί μπροστά σ’ ένα καινούργιο παιχνίδι, να διερευνά, να εξερευνά, να ανακαλύπτει καινούργια πράγματα κάθε μέρα.
Ένα συγγραφέα πρέπει να τον ενδιαφέρουν τα πάντα. […] Όλα χρειάζονται, είναι χρήσιμα και συναρπαστικά. Ένας συγγραφέας πρέπει να έχει μια μικρή εγκυκλοπαίδεια ενσωματωμένη στον εγκέφαλό του. Μια εγκυκλοπαίδεια η οποία να αποτελείται από όλα του τα διαβάσματα, τις εμπειρίες της ζωής του, την τεράστια ικανότητά του να παρατηρεί και να συγκρατεί, τα πρόσωπα που έχει γνωρίσει από τα παιδικά του χρόνια, ικανά να μετατραπούν ανά πάσα στιγμή σε χαρακτήρες, μυρωδιές από συγκεκριμένα σημεία, τοπία. Ένα αρχείο που με τα χρόνια γίνεται γιγάντιο, τεράστιο, αλλά που δε βαραίνει, δεν ενοχλεί, δεν παρεμβαίνει γιατί είναι φυλαγμένο στο υποσυνείδητο. Πάντα επιμένω σ’ αυτό: έχουμε ένα εκπληκτικό υποσυνείδητο, πολύ πιο ισχυρό από τον πλέον γιγαντιαίο υπολογιστή στον κόσμο.
Γι’ αυτό ο κατεξοχήν σύμμαχος του συγγραφέα είναι το ένστικτο, που του επιτρέπει να κινείται με άνεση ─χωρίς ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται συνειδητά─ μέσα σε αυτό το πλήθος πληροφοριών που συσσωρεύει κατά τη διάρκεια της ζωής του και να επιλέγεται εκείνο που χρειάζεται τη δεδομένη στιγμή. Είναι μια συγκλονιστική διαδικασία. Αλλά, επαναλαμβάνω, δεδομένου ότι δεν είναι κάτι που κάνουμε συνειδητά, λέμε ότι είναι «μαγικό», «μυστήριο», «ποιητικό», «ανεξήγητο» κτλ. Πιστεύω ότι αυτό είναι το απόλυτο κλειδί της συγγραφής.
Όποιος έχει αναπτύξει αυτή τη μεγάλη αποθήκη και τη χρησιμοποιεί μπορεί να εξελιχθεί σε σπουδαίο συγγραφέα, ποιητή, δημιουργό, καλλιτέχνη. Όποιος δεν ξέρει για τι πράγμα μιλάω παραμένει στην κατηγορία του τεχνίτη και μπορεί να γράψει ευχάριστα έως και ευπώλητα βιβλία, αλλά δεν είναι βαθιά δημιουργικός καλλιτέχνης. Το έργο του δεν έχει αυτή την ανεξήγητη φλόγα. Δε γνωρίζει το ρίγος του διαβόλου. Είναι απλώς ένας τεχνίτης, ένας διεκπεραιωτής, που ξέρει να συντάσσει και να οργανώνει μια ιστορία, χωρίς το άγγιγμα του θείου.'
'Εκμεταλλεύσου αυτό που ξέρεις και αυτό που σου χρειάζεται για τη γραφή σου. Εάν λειτουργεί καλά, προχώρα. Μην αμφιβάλλεις για τον εαυτό σου. Μη θέλεις να γράφεις όπως γράφει κάποιος άλλος. Να είσαι ο εαυτός σου. Εάν είσαι παιγνιώδης και χαρούμενος, πολύ ωραία, κι αν είσαι θλιμμένος και δυστυχισμένος, χρησιμοποίησέ το κι αυτό, δε χρειάζεται να μιμηθείς κανέναν. Αν και στην αρχή όλοι οι συγγραφείς μιμούνται. Είναι αναπόφευκτο. Πιστεύω ότι πάντα κάποιον μιμείσαι, ώσπου, μέσα από τη δουλειά σου, βρίσκεις το δικό σου δρόμο, εμφανίζεται η δική σου φωνή, και τότε πρέπει να συνεχίσεις σ’ αυτό το δρόμο.
Φυσικά, το να βρεις τη δική σου φωνή δεν είναι ζήτημα μιας μέρας, αλλά μιας ολόκληρης ζωής. Πρέπει κανείς να γνωρίσει τον αγώνα και το φόβο και την αποτυχία για να εκτιμήσει τη ζωή σε όλη της την ένταση.
Η λογοτεχνία αναφέρεται πάντα σε ανθρώπους μπερδεμένους, με ζωές διαταραγμένες από ένα συγκεκριμένο γεγονός ή μια κατάσταση από μια σειρά απαίσιων γεγονότων. Μόνο έτσι δημιουργείται η σύγκρουση και ο ανταγωνισμός που είναι απαραίτητα για να προχωρήσει η αφήγηση. Εάν όλα πηγαίνουν καλά, εάν οι άνθρωποι έχουν δουλειά, έχουν λεφτά, είναι υγιείς, ζουν μια ζωή τακτοποιημένη, μια ομαλή καθημερινότητα, οι σύζυγοι είναι πιστοί, όλα αυτά είναι φυσιολογικά και, επομένως, δεν ενδιαφέρουν κανέναν.
Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η αταξία, το χάος, η θύελλα που μπορεί να προκαλέσει ένα ναυάγιο, οι ζωές σε οριακές καταστάσεις, εκείνοι που βρίσκονται στο χείλος της αβύσσου, έτοιμοι να πέσουν.
Αυτή η αβεβαιότητα, αυτός ο αγώνας του ανθρώπου μπροστά στις αντιξοότητες είναι που θρέφει τη λογοτεχνία.
Ο συγγραφέας που έχει ζήσει όλη του τη ζωή άνετα και ευχάριστα, που δεν έχει περάσει ζόρια, που δεν έχει χρειαστεί να αγωνιστεί για να επιβιώσει σε κάποια φάση της ζωής του ιδιαίτερα σκοτεινή και χαοτική, το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να ασχοληθεί με κάτι άλλο.'
Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες, Διάλογος με τη Σκιά Μου, μτφρ. Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, εκδ. Μεταίχμιο
Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΠΡΙΣΜΑΤΟΣ
Εκεί όπου μυρίζεσαι τα σκατά,
μυρίζεσαι το ον.
Ο άνθρωπος μπορούσε θαυμάσια να μην ενσαρκωθεί,
να μην ανοίξει την κωλοτρυπίδα,
αλλά διάλεξε να ενσαρκωθεί
όπως θα διάλεγε να ζήσει
αντί να δεχτεί να ζήσει πεθαμένος.
Και για να μην κοπρίζει,
θα έπρεπε να δεχτεί
να μην είναι,
αλλά δεν μπόρεσε ν’ αποφασίσει να χάσει
το είναι,
να πεθάνει δηλαδή ζωντανός.
Υπάρχει στο είναι
κάτι το ξέχωρα προκλητικό για τον άνθρωπο
και αυτό το κάτι είναι ακριβώς.
*
ΤΑ ΣΚΑΤΑ
Για να υπάρξεις είναι αρκετό να αφεθείς να είσαι,
αλλά για να ζήσεις,
πρέπει να είσαι κάποιος,
και για να είσαι κάποιος,
πρέπει να έχεις ένα ΚΟΚΑΛΟ,
να μη φοβάσαι να δείξεις το κόκκαλο,
και να διακινδυνεύσεις να χάσεις τη σάρκα.
Ο άνθρωπος από πάντα αγαπούσε περισσότερο τη σάρκα
από τη γη των οστών.
Και τότε δεν υπήρχε παρά γη και ξυλεία από κόκαλα,
και αναγκάστηκε να κερδίσει τη σάρκα του,
δεν υπήρχε παρά σίδερο και φωτιά
κι από σκατά ούτε ίχνος,
και ο άνθρωπος φοβήθηκε μήπως χάσει τα σκατά
ή μάλλον επιθύμησε τα σκατά
και γι’ αυτά θυσίασε το αίμα.
[…]
Και από πού προέρχεται αυτή η ταπεινή αισχρότητα;
Από τ’ ότι ο κόσμος δε μορφοποιήθηκε ακόμα ή
από το ότι ο κόσμος δεν έχει παρά μια μίζερη
ιδέα για το σύμπαν
και θέλει να την κρατήσει αιώνια,
προέρχεται από τ’ ότι ο άνθρωπος
μιαν ωραία μέρα
όρισε
την ιδέα του κόσμου.
Δύο δρόμοι του προσφέρονταν:
κείνος του άπειρου εκτός,
κείνος του έσχατου εντός.
Και διάλεξε το έσχατο εντός,
όπου δεν έχει παρά να συντρίβει
το ποντίκι,
τη γλώσσα,
τον πρωκτό,
ή τη βάλανο.
Και ο θεός, ο θεός ο ίδιος κατάστρεψε την κίνηση.
Ο θεός, λοιπόν, είναι ένα είναι;
Αν είναι, είναι σκατά.
Αν δεν είναι ένα είναι,
δεν είναι.
Δεν είναι λοιπόν,
αλλά δεν είναι με τον ίδιο τρόπο που το κενό προχωρά
μ’ όλες του τις μορφές
από τις οποίες η πιο τέλεια απεικόνισή του
είναι η παρέλαση μιας αμέτρητης στρατιάς από μουνόψειρες.
Είστε τρελός κύριε Αρτό, και η Θεία Λειτουργία;
Εγώ αρνούμαι τη βάφτιση και τη λειτουργία.
Δεν υπάρχει ανθρώπινη πράξη
που, στο εσωτερικό ερωτικό επίπεδο,
να είναι πιο βλαβερή από την κάθοδο
του αυτονομαζόμενου Ιησού Χριστού
στις άγιες τράπεζες.
Είναι δύσκολο να με πιστέψουν
και βλέπω ήδη το κοινό να σηκώνει τους ώμους του
αλλά ο λεγάμενος Χριστός είναι κείνος
που μπροστά στο θέαμα της μουνόψειρας του θεού
δέχτηκε να ζήσει χωρίς σώμα,
ενώ μια στρατιά από ανθρώπους,
αποκαθηλωμένοι από ένα σταυρό
όπου ο θεός από καιρό πίστευε πως τους είχε καρφωμένους,
επαναστάτησε,
και πάνοπλη από σίδερο,
από φωτιά και από κόκαλα,
προχωράει βρίζοντας τον Αόρατο
για να ξεμπερδέψει μια για πάντα με την
ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.
Αντονέν Αρτό, Για να Τελειώνουμε με την Υπόθεση του Θεού, μτφρ. Λυδία Κουβάτσου, εκδ. Αιγόκερως

'Γλυκειὰ εἶναι ἡ γεύση τῆς ζωῆς· πικρὴ ὅμως εἶναι ἡ ἀπόγευσή της. Κανένας δὲν γελάει τελευταῖος· ὁ τελευταῖος φεύγει θρηνώντας. Καὶ ὅταν ἡ ἀνηλεὴς ἡμέρα ἐπιπέσει σὲ παλιὰ κεφαλή, τοῦτο ἔρχεται ὡσὰν ἀναμενόμενος καρπὸς περασμένης ἀνθοφορίας. Πῶς, ὅμως, νὰ δεχτεῖς ὡς ἀνελέητη ἡμέρα τὴν πιὸ φωτερὴ ἠμέρα τῆς ἀνοίξεως τῆς ζωῆς; Γιατί τόσο ἀσήκωτο κακὸ καταμεσῆς τῆς εὐδίας τοῦ κόσμου;
Πολλὰ σημαντικὰ συμβαίνουν γύρω μας. Καὶ βρίθουν τὰ συμβαίνοντα ὰπὸ ἐμπράγματο φόρτο. Καὶ ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος εἶναι φορτία περισσῆς πραγματικότητας. Καὶ ὄμως ἀφανίζονται σὰν τὴν πρωϊνὴ ἀχλύ. Καὶ τὸ ἐρώτημα αἰωρεῖται ἀναπάντητο εἰς τὸν αἰώνα.
Ἴσως ἔτσι κερδίζεται ἡ αἰώνια παιδικότητα. Τὸ ἄφωνο δέος μετασχηματίζεται σὲ μεταθανάτια χαρμονή, έπειδὴ διασώθηκε ἡ παιδικότητα τοῦ κόσμου. Διότι ἡ αἰωνιότητα εἲναι ἡ παιδικότητα· ἕνα ἔκπαγλο ἄνθος στὸν ξερό βράχο τοῦ κόσμου, χωρὶς ἐρώτημα, δίχως ἀπάντηση, μιὰ εὐλογία βαθειά, τρίσβαθη, ἀκαταμέτρητη.
Ἴσως. Καὶ ὄμως, ἡ εὐλαβικὴ σκιὰ τοῦ ἀγαπημένου, χαμένη σὲ μάκρος ὀνείρου, τυραννεῖ τὴ μνήμη, ὤσπου καὶ τούτη νὰ πετρώσει καὶ νὰ μείνει σῆμα ἐς ἀεί· μιὰ στήλη ἀλάθευτης μαρτυρίας, σὰν τὶς στῆλες τοῦ Κεραμεικοῦ. Ὅταν ὁ πόνος μαρμαρώσει, ἀντιμάχεται τὸν χρόνο καὶ ἀκινητεῖ ὡσὰν τρόπαιο τοῦ νοήματος καὶ ὡσὰν ἀποτρόπαιο τοῦ μηδενός, ποὺ ἐλλοχεύει.
Ἡ μνήμη τοῦ μικροῦ ἀδελφοῦ, μὲ τὶς γαλάζιες ἡμέρες τοῦ παιδικοῦ θρύλου καὶ μὲ τὶς ἀνελέητες ἡμέρες τοῦ σπαραγμοῦ. Οἱ χωρισμοὶ ἀρχίζουν ἀπὸ πολύ νωρίς, ἀπὸ τὸν ὄρθρο ἀκόμη τῆς ζωῆς. Καὶ ὅταν ὁ χωρισμὸς εἶναι ριζικὸς καὶ τελεσίδικος, ἀπλώνει τὸν ἴσκιο του σὲ ὅλες τὶς κατοπινὲς χαρὲς, ποὺ πλούσια συγκομίζει ἡ ζωή, καθὼς καταφθάνει πληθωρικὴ καὶ ἀμέριμνη. Χωρὶς τὸν ἴσκιο αὐτοῦ τοῦ τέλους θὰ ἐπαιρόταν ἡ ζωὴ ὡς ἀτελεύτητη. Ἐνῶ στῆς αἰωνιότητας τὰ σπλάχνα εἶναι βυθισμένο ἤδη τὸ ξίφος τοῦ θανάτου.
Καθὼς ἡ ζωὴ εἰσορμᾶ τροπαιοφόρα ἀπὸ ὅλες τὶς πύλες, ἀπὸ πύλη ἀφύλαχτη εἰσορμᾶ καὶ ὁ θάνατος. Καὶ στοῦ κόσμου τὸ πανηγύρι συνορχεῖται καὶ ὁ χάροντας. Καὶ λαχαίνει σὲ χαρωπὲς φωνὲς νὰ ἀποσβολωθοῦν αἰφνίδια. Καὶ συμβαίνει σὲ ματάκια διάφανα ἀπὸ γαλανὸ οὐρανὸ νὰ πέσει ἡ νύχτα. Καὶ ὁ λόγος ξεμένει πίσω ἀνήμπορος, πελιδνός.
Θεέ μου, λύσε με ἀπὸ τὸ μυστήριο τοῦτο τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ὀδύνης, ἀπὸ τὸ μάγεμα τοῦτο ποὺ ποὺ στὰ δίχτυα του ἔχω ἐμπλακεῖ, απὸ τὸ αἴνιγμα τοῦτο τὸ ἄλυτο καὶ τὸ ἀξεδιάλυτο εὶς τὸν αἰώνα.'
Χρίστος Μαλεβίτσης, Ο Έγκοπος Λόγος. Φιλοσοφία και Θρησκεία, εκδ. Αρμός

'Τα μολυβένια ιουδαιο-χριστιανικά άμφια κατέρρευσαν με τον Μάη του ’68 - και καλώς. Ωστόσο, μετά από αυτή την αρνητικότητα, δεν ακολούθησε κάποια πραγματική ελευθεριακή θετικότητα! Μετά την απόρριψη του χριστιανικού ευνουχισμού, απέμεινε μια ελεύθερη και δωρεάν χρήση της σεξουαλικότητας που κατέληξε σε μια μηδενιστική χρήση της σάρκας - τα πάντα και οτιδήποτε. Ένας απίστευτος αριθμός διανοούμενων υπέγραψε, για παράδειγμα, μια έκκληση για τη νομιμοποίηση της παιδεραστίας, θεωρώντας ότι το τέλος μιας ενοχοποιημένης σεξουαλικότητας νομιμοποιούσε μια σεξουαλικότητα χωρίς ηθική, όπως εκείνη που ο ενήλικας επιβάλλει στο παιδί που δεν έχει τη δυνατότητα να συναινέσει.
Σε αυτό το παιγίδι, ο Σάντ αποτέλεσε, ήδη πριν τον Μάη του ’68, την γκραμσιανή ευκαιρία για την ιδεολογική υπονόμευση που εγκαινίασε ο Απολλιναίρ· μετά τον Μάη, αποτέλεσε την αιτία και ταυτόχτονα την εγγύηση ενός αδιανόητου μηδενισμού· μάλιστα, για τους πιο διεσδυτικούς, όπως ο Φουκώ το 1975, ο μαρκήσιος έπαψε να αποτελεί σημείο αναφοράς. Έτσι, πάνω σε αυτό το πεδίο της μάχης, που εξακολουθούσε να καπνίζει, έμενε η καταπληκτική προοπτική μιας νέας κατασκευής. Για να ξεμπερδέψουμε πραγματικά με τον ιουδαιο-χριστιανισμό, ακόμα και με τη γνωστική, σαδική μορφή του, δεν μπορούμε παρά να επιμένουμε πλέον σε έναν ερωτισμό του σκότους, θανατηφόρο, θανατοφιλικό, αλλά σε έναν ερωτισμό στο φως του ήλιου. Η θεραπεία από την ιουδαιο-χριστιανική ασθένεια δεν θα ανερευθεί στον εμβολιασμό με το σαδικό κακό, που προκαλεί μια ακόμα μεγαλύτερη βλάβη, αλλά στην οικοδόμηση ενός έρωτα ελευθεριακού και ανάλαφρου, αληθινά μεταχριστιανικού.'
Μισέλ Ονφρέ, De Sade: Το Πάθος του Κακού και η Ιδεολογία του Εικοστού Αιώνα, μτφρ.. Χριστίνα Σταματοπούλου & Κώστας Καραμπελιάς, εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις

'Οἱ τίτλοι ὅπως οἱ ἀφιερώσεις, ὅπως τὰ ὀνόματα τῶν δρόμων, ζοῦν μυστηριώδεις ζωές. Ἀπὸ τὸν ἕναν αἰώνα στὸν ἄλλο, ἀπὸ τὴ μιὰ παρακμιακὴ ἐποχὴ στὴν ἄλλη, ἀπὸ τὸ ἕνα ἔθνος στὸ ἄλλο, ἀπὸ τὸ ἕνα κακοσχεδιασμένο παιχνίδι στὸ ἄλλο, ἀπὸ τὴ μιὰ πολιτικά προσχεδιασμένη χειρονομία στὴν ἄλλη, ἡ καταγωγή γίνεται τόσο ψευδαισθητικὴ ὅσο οἱ κόκκοι τῆς ἄμμου. Καὶ ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς γίνεται, πάντοτε, ἕνα θέμα πικρῆς εἰκασίας. Ὁποιοσδήποτε ἐπιθυμεῖ νὰ καταδυθεῖ μέσα στὶς ἀκατανόητες περιοχές, ὅπου ἐξωθήθηκαν οἱ μυστικὲς ἀντιστοιχίες ποὺ περιστρέφονται γύρω ἀπὸ τὶς κοιλίες τῆς καρδιᾶς καὶ τὰ πτερύγια τῶν αὐτιῶν ἄλλοτε φιλικῶν καὶ ἀποφασισμένων ἀνθρώπων, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὅτι εἶναι ἀπίστευτα δύσκολο νὰ ἀναδυθεῖ. Εἰδικὰ αὐτὸ τὸν καιρό, ποὺ ὅλες οἱ τέχνες, τόσο οἱ ζωντανὲς ὅσο καὶ νεκρές, ἔχουν τελείως οὐδετεροποιηθεῖ. Κι αὐτὸ μὲ ἀρκετὰ συστηματικό τρόπο.'
Γκρέγκορι Τζ. Μαρκόπουλος, Βουστροφηδόν και Άλλα Γραπτά, μτφρ. Νατάσσα Χασιώτη, εκδ. Άγρα

'Θεωρούμε συχνά ότι ο χρόνος της ζωής διακόπτεται από τα γεγονότα: στην πραγματικότητα αγνοούμε την εμβέλειά τους. Εκείνο που μας ξαναδίνει τη χαμένη σημασία τους είναι η μνήμη. Εντούτοις, όλα όσα παραμένουν ορατά, ή μπορούν να ειπωθούν, είναι συχνά περιττά, επιφανειακά, η εξωτερική πλευρά της εμπειρίας μας. Τα υπόλοιπα παραμένουν στο εσωτερικό, σκοτεινά, δυνατά, σε τέτοια βαθμό ώστε να μην μπορούν να αναφερθούν. Όσο εντονότερα είναι τα πράγματα, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να βγουν ολοκληρωτικά στην επιφάνεια. Το να δουλεύω με τη μνήμη, με την κλασική έννοια, δεν με ενδιαφέρει: δεν έχουμε να κάνουμε με αρχεία από όπου αντλούμε δεδομένα κατά βούληση. Ακόμα και η πράξη να ξεχνάμε, είναι απολύτως απαραίτητη: αν το 80% από όσα μας συμβαίνουν δεν ήταν απωθημένα, η ζωή μας θα ήταν ανυπόφορη. Η αληθινή μνήμη είναι η λήθη, το κενό: αυτή που μας επιτρέπει να μην ενδίδουμε στην τυραννία της ανάμνησης, στους δυσβάσταχτους πόνους που ευτυχώς έχουμε ξεχάσει.'
'Τα γεγονότα της ζωής μας δεν είναι ποτέ μοναδικά και δεν διαδέχονται το ένα το άλλο με μονοσήμαντο τρόπο, όπως θα θέλαμε. Πολλαπλά, ακατανίκητα, αναμεταδίδονται αενάως στη συνείδηση, πηγαινοέρχονται από το παρελθόν μας στο μέλλον, καθώς διαχέονται σαν τη ηχώ, σαν τους κύκλους στο νερό, και εναλλάσσονται κάθε φορά μεταξύ τους.'
'Το να μην πιστεύεις στον Θεό είναι κι αυτό μια πίστη. Αμφιβάλλω αν είναι δυνατόν να μην πιστεύεις σε τίποτα. Θα ήταν σαν να αφαιρούσαμε κάθε νόημα, κάθε αιωνιότητα από τα μεγάλα πάθη της ζωής μας. Όλα θα γίνονταν αυτοσκοπός και δεν θα είχαν συνέπειες. Και δεν μπορούμε βέβαια να αποκλείσουμε ότι το μέλλον της ανθρωπότητας θα είναι ακριβώς αυτό.'
'Γράφω δεν σημαίνει διηγούμαι μια ιστορία αλλά αναφέρω όσα την περιβάλλουν. Δημιουργούμε γύρω από την ιστορία μια στιγμή, ύστερα μιαν άλλη στιγμή. Όλα όσα υπάρχουν, που θα μπορούσαν όμως και να μην υπάρχουν ή να είναι ανταλλάξιμα, όπως τα γεγονότα της ζωής. Η ιστορία και η ανυπαρξία της ή η έλλειψή της. Γράφω για να γίνω εκλαϊκευτής του εαυτού μου, για να τον κατακρεουργήσω, κι ύστερα για να πάψω να αισθάνομαι σπουδαία, για να με ξεφορτωθώ: Για να πάρει τη θέση μου το κείμενο, έτσι ώστε να υπάρχω λιγότερο. Μόνο σε δύο περιπτώσεις κατορθώνω να απελευθερωθώ από τον εαυτό μου: Με τη σκέψη της αυτοκτονίας και με την σκέψη της γραφής.'
'Συχνά στη ζωή μου είχα την αίσθηση ότι δεν υπάρχω: χωρίς κανένα πρότυπο, καμία αναφορά, πάντα σε αναζήτηση ενός τόπου, χωρίς ποτέ να βρεθώ εκεί που θα ήθελα να είμαι, πάντα καθυστερημένη, πάντοτε ανίκανη να απολαύσω όσα απολάμβαναν οι άλλοι. Σήμερα η ιδέα αυτής της πολλαπλότητας μου αρέσει· πιεζόμαστε να φτάσουμε σε μια αποκλειστική μοναδικότητα, ενώ ο πλούτος μας βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτή τη διάσπαση.'
Μαργκερίτ Ντιράς, Μετέωρο πάθος, μτφρ. Βάσω Μέντζου, εκδ. Ολκός
Αγάπη μου
τα μαλλιά σου είναι ένα βασίλειο
οπού βασιλεύει το σκοτάδι
το μέτωπό σου ένα μπουκέτο λουλούδια
το κεφάλι σου είναι ένα ζωηρό δάσος
γεμάτο κοιμισμένα πουλιά
τα στήθη σου είναι σμήνη άσπρων μελισσών
πάνω στο κλαδί του κορμιού σου
το κορμί σου για μένα είναι ο Απρίλης
που στις μασχάλες του σημαίνει η άνοιξη
οι μηροί σου είναι άσπρα άλογα ζεμένα
σε βασιλικό άρμα
είναι η τέχνη του σπουδαίου ραψωδού
ανάμεσά τους υπάρχει πάντα κάποιο όμορφο τραγούδι
αγάπη μου
το κεφάλι μου είναι η θήκη
με το ψυχρό πετράδι του μυαλού σου
τα μαλλιά της κεφαλής σου είναι ένας μαχητής
άκακος μα νικητής
τα μαλλιά πάνω στους ώμους σου
είναι ένα στράτευμα με σάλπιγγες νίκης
τα πόδια σου είναι τα δέντρα του ονείρου
που φρούτο τους είναι το αληθινό
φάγωμα της λήθης
τα χείλη σου είναι οι σατράπηδες του κόκκινου
που στο φιλί τους συμμαχούν οι βασιλιάδες
άγιοι είναι
οι καρποί σου
κλειδούχοι του αίματός σου
τα πόδια σου πάνω στους αστραγαλους
είναι λουλούδια σε ασημένια βάζα
στην ομορφιά σου βρίσκεται των φλάουτων το δίλημμα
τα μάτια σου είναι των καμπάνων το φανέρωμα
που καταλαβαίνεις από το άρωμα.
*
KENNETH REXROTH – Ταξιδιώτες στο Έρεγουον
Ανοίγεις το
φόρεμά σου πάνω στο σκονισμένο
κρεβάτι που κανείς
δεν κοιμήθηκε για χρόνια
μια κουκουβάγια βογκά πάνω στη στέγη
λες
αγάπη
αγάπη μου
στο σκονισμένο φως της παλιάς
λάμπας πετρελαίου οι ώμοι
η κοιλιά τα στήθη οι γλουτοί σου
μοιάζουν με άνθη ροδακινιάς
θεόρατα άστρα πολύ μακριά πολύ ξέχωρα
έξω από το σπασμένο παραθυρόφυλλο
πελώρια αθάνατα ζώα
κάθε ζώο ένα μάτι
κοιτάζουν
ανοίγεις το κορμί σου
δεν έχει τέλος η νύχτα
δεν έχει τέλος το δάσος
σπίτι μια ζωή παρατημένο
μέσα στο δάσος μες στη νύχτα
δεν θα ‘ρθει κανείς ποτέ
στο σπίτι
μόνοι
στον σκοτεινό κόσμο
στη χώρα των ματιών.
*
BOB KAUFMAN – Πορίσματα ελέγχου στον ανιχνευτή αλήθειας
Από τον κοιμισμένο ημεροδείκτη έκλεψα έναν μήνα
Φοβάμαι να τον κοιτάξω, δεν θέλω να μάθω το όνομά του
Σφιγμένο μες στη χούφτα μου νιώθω την παγωνιά του, το παγωμένο του πρόσωπο
Δεν γίνεται ν᾿ αντικρίσω το σαστισμένο καλοκαίρι με μια τσέπη γεμάτη χιόνι
Φαντάζομαι τα κατήγορα δάχτυλα των παιδιών που δεν θα γεννηθούν ποτέ
Πώς να απομονώσεις τις κραυγές όσων υποφέρουν και τον θάνατό τους εύχονται,
Προσμένοντας τις σιωπηλές πόρτες των χειμερινών τάφων. Στερημένος λατρευτών
Διεξόδων, ποτέ ξανά δεν θα κλέψω έναν μήνα... ή μια εβδομάδα ή μια μέρα
Ή μια ώρα ή ένα δευτερόλεπτο, εκτός κι αν με πιάσει ξανά απελπισία.
*
JAMES WRIGHT – Βροχή
Είναι το βύθισμα των πραγμάτων.
Φώτα που αναβοσβήνουν περιφέρονται πάνω από σκοτεινά δέντρα,
Κοπέλες γονατίζουν,
Μιας κουκουβάγιας τα βλέφαρα κλείνουν.
Τα θλιμμένα κόκαλα των χεριών μου βουλιάζουν σε μια κοιλάδα
Παράξενων βράχων.
από την Ανθολογία Αμερικανικής Ποίησης του Εικοστού Αιώνα, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός

ΟΙ ΜΟΥΝΑΡΠΑΧΤΡΕΣ
Μουναρπάχτρες καλά κάνετε
καλά κάνετε και πετσοκόβετε τις ψωλές τις ορθωμένες
τις τεντωμένες σαν το λαιμό της κότας που λαχταράει να φτάσει τα σπόρια του καλαμποκιού
καλά κάνετε και το φτύνετε το στυφό, το γλιτσερό το σπέρμα
καλά κάνετε κι απεχθάνεστε το άγριο ξέσκισμα
δε σας γουστάρουμε
Δε σας έχουμε καμιά ανάγκη, εσάς μουναρπάχτρες
οι ψωλές μας θα μένουν μαραμένες και ψόφιες μπροστά σας
ψωλές μαραμένες, πιο καταφρονητικές
κι απ’ τους καθρέφτες που σας κοιτάνε
κι όμως πόσο θα θέλαμε να λουστούμε
με τ’ ολόφρεσκο γάλα των ανοιγμένων σύκων σας
ν’ αλέσουμε ανάμεσα στα δόντια μας τα στήθια σας, στήθια στητά με σκούρες μυτερές ρώγες
ν’ ανοίξουμε με τ’ απαλά μας χέρια τις σκοτεινές γωνιές σας
να χώσουμε τη γλώσσα μας βαθιά μέσα στους κόλπους σας
κόλπους πιο λιγουρευτούς γιατί δεν γνώρισαν το κοφτερό υνί που τ’ ανασκαλεύει όλα
το σκουφωμένο μαρκούτσι το γεμάτο χύσι κι αίμα.
* * *
ΤΑ ΚΑΤΑ ΖΑΝ ΜΙΝΕΡ ΠΑΘΗ
του Γ.Σ ΜΠΑΧΙΚΟΥ
Φίλοι μου θέλω ν’ αδειάσω
όλο το γέρικο ψωλόχυμα που ‘χει μαζευτεί
μες στα σακούλια μου
νιώθω την ψωλή μου να σκληραίνει
δεν προκάνω πια να τραβηχτώ
αρσενικό, θηλυκό, γαϊδάρα ή κολοκύθα
απόψε όλα τα ξεκωλιάζω
Κι είναι μες στην εκκλησία που θέλω
όλα τούτα τα μυξιάρικα να σοδομίσω
ας φορέσουμε τα μαύρα μας τα ράσα
ολόιδια με χνουδωτούς καρπούς πλατανιάς
τα μαύρα τα καλαμπαλίκια μας σκιρτάνε
κι εμείς έτοιμοι, γυμνοί κάτω απ’ τα φαιλόνια
να την, περνάει η ομορφούλα η μακρομαλλούσσα
Τραβάμε το βιολετί ματσούκι
που χλιμιντρίζει και σπάει το χαλινό του
μήτε που το φανταστήκανε οι ραφτάδες μας
σηκώνω τη μαύρη μου μπροστέλα
η ομορφούλα γλείφει την τσουτσουρίκα μου
συδαυλίζοντας τη φόνισσα φωτιά
με μια γλωσσίτσα ροδαλή και καθαρή
Να που το κοράκι κρώζει
να που το μαραφέτι μου λαλάει
να που οι ψάλτες σκούζουν κιόλας
κι εγώ μια βγαίνω μια μπαίνω
και σκορπίζω το στυφό νεροζούμι
που τρέχει απ’ το μαρκούτσι το χωμένο
στ’ αγιασματάρι του μουνιού της
Το σπέρμα μου έφτυσε στον τάφο της
και το μαντζαφλάρι μου πέφτει παραδομένο
μα η ομορφούλα χίλια κόλπα ξέρει
και μου τουρλώνει ένα κωλαράκι βελουδένιο
κωλαράκι περιστέρας ή ουρί
που προσφέρεται ροδαλό και χωρίς υπεκφυγές
και να με ορμάω σα βόμβα
Σα βέλος στον στόχο
σαν προτεστάντης στη Βίβλο
το καυλί μου σπαρταράει από ευτυχία
κι η ομορφούλα γελάει από πόνο
κώλος ανείπωτης καμπυλότητας
κώλος αγαλματένιος
εσένα με ψωλόχυμα θα σε γεμίσω
[…]
* * *
'…είχα την εντύπωση ότι ολόκληρο το φύλο μου ήταν βυθισμένο σε μια κοιλότητα ζεστή και περίεργα παλλόμενη και ότι ετούτος ο πρωτόγνωρος ερεθισμός επέφερε μια εντελώς αφύσικη αύξηση του σφρίγους και του μεγέθους του. Ανακτώντας σιγά σιγά τη συνείδησή μου, ένιωσα τη μύτη και το στόμα μου ζουληγμένα κάτω από ένα απαλό χνούδι˙ μια χαρακτηριστική μυρωδιά, ελαφρώς μεθυστική, πλημμύρισε τα ρουθούνια μου και, καθώς σήκωσα τα χέρια μου, ψηλάφισα δυο ρώγες λείες και μεταξένιες που τρεμούλιασαν στο άγγιγμά μου και ορθώθηκαν λίγο ακόμα˙ τότε ακριβώς, νιώθοντας μια υγρασία στο πάνω χείλος μου, την έγλειψα και η γλώσσα μου χώθηκε σε μια σχισμή σαρκώδη και καυτή που, την ίδια στιγμή, άρχισε να συσπάται αδιάκοπα. Ρούφηξα τον εύγευστο χυμό που κυλούσε μες στο στόμα μου και τότε συνειδητοποίησα πως κάποιος ήταν ξαπλωμένος πάνω σ’ όλο μου το κορμί, με το κεφάλι του στα πόδια μου, κατατρώγοντας το φύλο μου, ενώ, απ’ την άλλη, του ανταπέδιδα κι εγώ τη φιλοφροσύνη˙ μάλιστα εγώ, ο Ντέηβιντ Μπένσον, τρυγούσα το όργανο ενός πλάσματος, πλημμυρισμένος από υπέρτατη ηδονή.
Τούτη η διαπίστωση έγινε τη στιγμή που, κυριευμένος από μια βίαιη παραφορά, εκσφενδόνισα μια μεγάλη ποσότητα σπέρματος, που καταπόθηκε μεμιάς. Συνάμα, οι μηροί που μου έσφιγγαν το κεφάλι χαλάρωσαν˙ εγώ έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα, χώνοντας βαθιά τη γλώσσα ,μου και τραβώντας την αμέσως μετά, απότομα, μέχρι που στράγγιξα τον ασυγκράτητο κάλυκα που σπαρταρούσε πάνω στα χείλη μου. Τα χέρια μου κάθε άλλο παρά άπραγα έμεναν˙ διέτρεχαν ολόκληρη τη μυρωδάτη σχισμή μες στην οποία η μύτη μου χωμένη επαιτούσε μια ευωδιά αφροδισιακή˙ κάποιες στιγμές, τα δάχτυλά μου βυθίζονταν σ’ ένα βαθούλωμα αλλιώτικο και πιο δυσάλωτο.'
Μπορίς Βιάν, Πορνογραφικά Γραπτά, μτφρ. Ρίτα Κολαίτη, εκδ. Νεφέλη
Εκείνος ο συνταξιδιώτης μου στο τραίνο που επέμενε
να παίξουμε μπλακ-τζακ
είχε κάτι δόντια που ξεπρόβαλλαν
όπως οι φάροι σε βραχώδεις παραλίες
αλλά
δεν είχε μάτια για να δει
την ακαθόριστη αστραπή που πέρασε
άλογα μέσα σε δενδρόκηπους
να τρέχουν αθόρυβα
σμήνη πουλιών
να εξακοντίζονται
και τις πεταλούδες του χτες
να φτερουγίζουν
στο μυαλό μου
* * *
Τούτη η ζωή δεν είναι τσίρκο όπου
τα ντροπαλά σκυλιά του έρωτα
χαζεύοντας εκτελούν το νούμερό τους
καθώς ο χρόνος κροταλίζει
το πανούργο του μαστίγιο
για να επιταχύνει τα βήματά μας
Ωστόσο χαρωπά κυλάει η πομπή των αρμάτων
στολισμένων μ’ εξαίσιες κούκλες σε μεταξωτά καλσόν
κι ακολουθούν ζαλισμένες μαϊμούδες
υποτιθέμενοι καλόγεροι
γερο-ινδιάνοι με κέρατα
και μπαμπουίνοι καβάλα σ’ εξημερωμένες τίγρεις
που έχουν γυναίκες μες στο στόμα τους
ενώ στριφογυριστά κόρνα παίζουν μουσική του λούνα-παρκ
και πιερότοι της παντομίμας ευνουχίζουν τη συμφορά
με παράξενο θλιμμένο γέλιο
και φρικαλέοι γορίλες εκτοξεύουν τρυφερές παρθένες στον ουρανό
ενώ καμαρωτοί χορευτές και λαχανιασμένοι καρνάβαλοι
όλοι με τ’ άντερα σκασμένα στο πιοτό
παίρνουν θεατρινίστικες πόζες
τρεκλίζοντας πίσω από κάθε
τροχοφόρο
Κι ενώ ακόμα γύρω απ’ την πίστα
καλπάζουν οι παραμορφωμένες καμήλες του πόθου
όλοι εμείς οι κλόουν σαν τον Έμετ Κέλλυ
σκαρώνουμε συνέχεια φανταστικά δράματα
μέχρι που τρώμε ψεύτικους Μυστικούς Δείπνους
σε καταρρέουσες τράπεζες
και σταυροκοπιόμαστε κοροϊδεύοντας
μ’ αχυρένιους σταυρούς
Και τελικά καταβροχθίζουμε
προς άφεσιν αμαρτιών
την επίσης φανταστική
Θεία Μετάληψη
Λόρενς Φερλινγκέτι, Ποιήματα, μτφρ. Ρούμπη Θεοφανοπούλου, εκδ. Πρόσπερος





