προγραφές

Εξώφυλλο: Αναΐς Νιν, Χένρι και Τζουν

'Σήμερα με μεγάλη μου χαρά συνειδητοποίησα πόσο ο Χένρι έχει ταρακουνήσει την παλιά μου σοβαρότητα. Την έχει κάνει κομμάτια, με τους λογοτεχνικούς αστεϊσμούς του, με τις τρελές του εκδηλώσεις, τις αντιφάσεις του, τις αλλεπάλληλες αλλαγές της διάθεσής του, το διαβρωτικό του χιούμορ. Ο εαυτός μου τώρα μου φαίνεται γελοίος, επειδή συνεχώς προσπαθώ να καταλάβω τους άλλους. Μάθαμε ότι ο Ρίτσαρντ Όσμπορν τρελάθηκε. «Γιούπι!» αναφώνησε ο Χένρι. «Άντε, πάμε να τον δούμε. Ας πιούμε κάτι πρώτα. Αυτό είναι σπάνια υπόθεση, υπέροχο πράγμα! Δεν συμβαίνει κάθε μέρα. Ελπίζω να του ’στριψε στ’ αλήθεια!» Στην αρχή ήμουν ταραγμένη, αμήχανη μπροστά σ’ αυτή την αλλόκοτη αντίδραση. Έπειτα όμως πολύ γρήγορα συνέλαβα το άρωμα του χιούμορ — ήθελα να μάθω κι άλλα γι’ αυτό. Ο Χένρι με δίδαξε να παίζω. Έπαιζα και πριν, με τον δικό μου τρόπο, με το δικό μου, συγκρατημένο χιούμορ. Αλλά το χιούμορ του Χένρι είναι λάγνο, είναι εκρηκτικό, και το απολαμβάνω όπως εκείνη τη νύχτα που μείναμε άγρυπνοι και συζητούσαμε στην κουζίνα μέχρι το ξημέρωμα. Ο Χένρι κι εγώ πέσαμε στο κρεβάτι έπειτα εξαντλημένοι, αλλά εκείνος εξακολουθούσε να μιλάει παραληρηματικά, να λέει για το σουρωτήρι που έπεσε κατά λάθος στη λεκάνη της τουαλέτας, να λέει για εσώρουχα, για μαύρες δαντέλες, για κοράλλια, για οτιδήποτε, για όλα αυτά από τα οποία αργότερα δημιούργησε εκείνη την αμίμητη παρωδία του μυθιστορήματός μου.
Τις προάλλες κουβεντιάζαμε για το τέχνασμα της λογοτεχνίας να απαλείφει το μη ουσιώδες, κι έτσι να παρουσιάζει μια συμπηκνωμένη έκφραση της ζωής. Όχι δίχως κάποια αγανάκτηση, του λέω: «Αυτό όμως είναι μια απάτη. Προκαλεί απογοήτευσεις. Διαβάζει κανείς τα βιβλία και περιμένει να είναι και η ζωή τόσο ενδιαφέρουσα και πλήρης και έντονη όσο και στις σελίδες. Και φυσικά δεν είναι έτσι. Η ζωή είναι γεμάτη από ανιαρές στιγμές, από ώρες θαμπής πλήξης. Και είναι φυσικό αυτό. Εγώ όμως αλλιώς το περίμενα. Έκανες κι εσύ το ίδιο τέχνασμα. Καθώς διάβαζα τα γραπτά σου, περίμενα πως καθετί που θα έλεγες θα ήταν πυρετώδες, θαυμάσιο, γεμάτο ένταση. Περίμενα ότι θα είσαι όλη την ώρα μεθυσμένος, όλη την ώρα σε κατάσταση παραληρήματος κι έκστασης. Κι έπειτα, όταν ζήσαμε μαζί για μερικές μέρες, βυθιστήκαμε σ’ έναν ήσυχο, ήρεμο και κανονικό ρυθμό. . .».
«Απογοητεύτηκες;»
«Είναι όλα πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι τα περίμενα. Ναι, είναι λιγότερο αισθησιακή η κατάσταση. Ωστόσο είμαι ικανοποιημένη».
Έχω χάσει τον γαλήνιο σαν τα νερά του Σηκουάνα ρυθμό της εφηβείας μου. Κι όμως, όταν βρίσκομαι με τον Χένρι στο Café du Place στο Κλισί, απολαμβάνω μαζί του τα ήρεμα γεύματα της αγάπης μας. Της αγάπης μας που δεν είναι πυρετώδης πια.'

Αναΐς Νιν, Χένρι και Τζουν, μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Μεταίχμιο

Εξώφυλλο: Αλόις Πρινς, Η Ζωή του Έσσε: Κάθε Αρχή και μια Μαγεία

'Και για τον Χάρι Χάλερ, το κεντρικό πρόσωπο του Λύκου της στέπας, η ζωή είναι συνήθως μια ταλαιπωρία. Γι’ αυτό δεν ευθύνεται το ότι είναι μισός άνθρωπος και μισός λύκος - κατά κάποιο τρόπο, αυτό ισχύει για κάθε άνθρωπο. Με τη διαφορά ότι για τους περισσότερους αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα. Κάποιες φορές είναι λίγο άνθρωποι, ακούνε Μότσαρτ και διαβάζουν ποιήματα, κάποιες φορές είναι λίγο λύκοι, λένε ψέματα και εξαπατούν ή κάνουν πόλεμο. Αυτά τα δύο μπορούν και τα συμβιβάζουν, επειδή δεν τα παίρνουν ποτέ εντελώς στα σοβαρά. Δεν αποζητούν τα άκρα, αλλά ως αντάλλαγμα γι’ αυτό η ζωή τους, η αστική ζωή τους, δεν γνωρίζει μεγάλα πάθη, ούτε μεγάλες απελπισίες, κυλάει απλώς σε ευχάριστες θερμοκρασίες.
Αυτό είναι αδύνατο για τον Χάρι Χάλερ. Μέσα του οι δύο αυτές πλευρές είνα πάρα πολύ έντονες. Πιστεύει ανεπιφύλακτα στο ευγενές, στο ιερό, στο ωραίο, αλλά και η απλή, βαρετή, ανθρώπινη ζωή τον έλκει, και με ευχαρίστηση «θα καταβρόχθιζε, θα μεθούσε και θα σκότωνε». Ο Χάρι Χάλερ θα είχε ταλέντο ως άγιος αλλά και ως διαφθορέας. Όμως δεν μπορεί να είναι το ένα χωρίς να είναι και το άλλο. Και δεν μπορεί, όπως οι αστοί, να τα συμβιβάσει. Γι’ αυτό ο λύκος της στέπας και ο άνθρωπος βρίσκονται σε διαρκή διαμάχη, πολεμούν ο ένας τον άλλο.
Όταν για παράδειγμα ο Χάρι Χάλερ έχει μια όμορφη και ευγενή αίσθηση, όπως όταν ακούει το Μαγεμένο Αυλό του Μότσαρτ ή βοηθάει ανιδιοτελώς κάποιον άνθρωπο, τότε ο λύκος του τρίζει τα δόντια και του δείχνει πόσο γελοίος, πόσο φιλάρεσκος και ψεύτικος συναισθηματισμός είναι αυτός. Κι όταν, αντίθετα, ο Χάρι Χάλερ στέλνει την ηθική και τους καλούς τρόπους στο διάολο, θεωρώντας εμετικό το υποκριτικό ευγενές ήθος των ανθρώπων και τις καυχησιάρικες συζητήσεις τους, τότε ο άνθρωπος που παραμονεύει μέσα του του υπενθυμίζει πως δεν είναι παρά ένα ζώο, ένα γουρούνι - και η ωραία χαρά για την απλή, υγιή ζωή του ως λύκου εξανεμίζεται ξανά.
Αυτή η σύγκρουση είναι το πρόβλημά του Χάρι Χάλερ, που κάνει τη ζωή του μια «ανυπόφορη κόλαση του κενού και της απελπισίας». Κρυφά μέσα του ζηλεύει τον αστό, τον οποίο, βέβαια, περιφρονεί για την ηρεμία και τη σιγουριά του. Κι ούτε του είναι εύκολο να παραδεχτεί ότι εξαρτάται από τον αστικό αυτό κόσμο. Γιατί είναι ένας «outsider», που οργίζεται για την «απομυζημένη από τις ανώνυμες εταιρίες γη», ο ίδιος όμως έχει ομόλογα στην τράπεζα, τους τόκους των οποίων και τσεπώνει χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Κι έτσι παραμένει ένας περιθωριακός, ο οποίος εξαρτάται από τον κόσμο στον οποίο δεν θέλει να ανήκει, τον οποίο αρνείται και πολεμά.
Γνωρίζει ότι υπάρχουν άνθρωποι, κάποιο λίγοι «αθάνατοι», προς τους οποίος οδηγεί ένα «χρυσό ίχνος». Αυτοί έχουν κάνει το μεγάλο άλμα κι έχουν απελευθερωθεί από αυτές τις δεσμεύσεις. Όμως δεν καταφέρνει να βρει το κουράγιο προς αυτή την ελευθερία, από φόβο ίσως ή και αδυναμία. Και μένει φυλακισμένος μέσα σε αυτή τη σύγκρουση, μέσα σε αυτό το «σπήλαιο του τρόμου». Αυτή είναι η κατάσταση των περισσότερων ευαίσθητων ανθρώπων, των ιδεαλιστών και των καλλιτεχνών, αυτή είναι η κατάσταση του λύκου της στέπας Χάρι Χάλερ.
Ο Χάρι Χάλερ, ένας άντρας πενήντα περίπου ετών, νοικιάζει μια σοφίτα σε μια μεγαλοαστική κατοικία. Τη μέρα τριγυρνάει στην πόλη. Και τη νύχτα περνάει πολλές ώρες με τα βιβλία του. Ο Χάρι Χάλερ είναι πολύ μορφωμένος, παρόλο που, όπως θα αναγκαστεί να ομολογήσει αργότερα, είναι «με κάποιον ηλίθιο τρόπο ευφυής». Γνωρίζει πάρα πολά πράγματα, αλλά αυτή η γνώση δεν τον βοηθάει στη ζωή. Πάντοτε, η μια πλευρά της ύπαρξης του υπερθεματίζει αυτό που η άλλη αρνείται.'

Αλόις Πρινς, Η Ζωή του Έσσε: Κάθε Αρχή και μια Μαγεία, μτφρ. Γρηγόρης Αθανασίου, εκδ. Καστανιώτη

Εξώφυλλο: Μάρτιν Χάιντεγκερ, Λόγος, Μοίρα, Αλήθεια: Ηράκλειτος, Παρμενίδης

'Από την αρχαιότητα, ο Λόγος του Ηρακλείτου ερμηνεύτηκε με διάφορους τρόπους: ως ratio, ως verbum, ως κοσμικός νόμος, ως το λογικό και ως η αναγκαιότητα που διέπει τον στοχασμό, ως πνεύμα, ως ορθός λόγος. Διαρκώς επικαλούμαστε τον ορθό λόγο ως υπόδειγμα για να κρίνουμε τις πράξεις μας και τις παραλείψεις μας. Ωστόσο, τι να κάνει ο ορθός λόγος, όταν μαζί με την αλογία και τον παραλογισμό εξακολουθεί να υποπίτπει στην ίδια παράλειψη, η οποία λησμονεί ότι πρέπει να αναλογιστούμε την προέλευση της ουσίας του ορθού λόγου και να αφεθούμε σε αυτήν την έλευση; Τι να κάνει η κάθε λογής λογική (ἐπιστήμη), εάν δεν αρχίσουμε κάποια στιγμή να προσέχουμε τον Λόγον και να ακολουθούμε την απαρκτήρια ουσία του;
Το τι είναι ο λόγος, το συνάγουμε από το λέγειν. Τι σημαίνει λέγειν; Ο καθένας που γνωρίζει την αρχαία ελληνική γλώσσα γνωρίζει ότι λέγειν σημαίνει λέγω και ομιλώ: λόγος σημαίνει: λέγειν ως αποφαίνεσθαι και λεγόμενον ως το αποφαινόμενο.
Ποιος θα αρνηθεί ότι από τα πρώιμα χρόνια στη γλώσσα των Ελλήνων το λέγειν σημαίνει ομιλώ, λέγω, διηγούμαι; Μόνο που ήδη από τότε, και ακόμα με πιο πρωταρχικό τρόπο, και γι’ αυτό πάντα, κι επομένως και με την προαναφερόμενη σημασία, σημαίνει ό,τι σημαίνει και το δικό μας ομόηχο legen: καταθέτω και προθέτω. Μέσα του πρυτανεύει το συνάγω, το λατινικό legere, ως συγκομίζω με την έννοια του συναθροίζω και συνάγω. Στην πραγματικότητα, το λέγειν σημαίνει την κατάθεση και πρό-θεση, οι οποίες συλλέγουν τον εαυτό τους και άλλα πράγματα. Στη μέση φωνή το λέγεσθαι σημαίνει: κατατίθεμαι στην περισσυλογή της ηρεμίας. Λέχος είναι το ανάκλιντρο, λόχος είναι η ενέδρα, όπου καταθέτουμε και επιθέτουμε κάτι. Απομένει να διαστοχαστούμε επίσης και το αρχαίο Ρήμα ἀλέγω (α συνδετικό) που δεν χρησιμοποιούνταν πια ήδη από την εποχή του Αισχύλου και του Πινδάρου και σημαίνει: με ενδιαφέρει κάτι, με απασχολεί.
Επίσης, είναι αδιαμφισβήτητο ότι λέγειν σημαίνει από την άλλη, και μάλιστα κυρίως, αν και όχι αποκλειστικά: λέγω και ομιλώ.
Πρέπει άραγε να αγνοήσουμε το καθαυτό νόημα του Ρήματος λέγειν, ως τιθέναι, προς όφελος αυτής της κυρίαρχης και τρέχουσας σημασίας, η οποία εξακολουθεί να μετασχηματίζεται ποικιλοτρόπως; Επιτρέπεται να τολμήσουμε κάτι τέτοιο; Ή είναι πια καιρός να αναμετρηθούμε με ένα ερώτημα που πιθανώς να κρίνει πολλά πράγματα; Το ερώτημα είναι:
Πώς φτάνει τελικά το καθαυτό νόημα του λέγειν, το τιθέναι, να αποκτά και τη σημασία του λέγειν και του ομιλείν;'

'Αλλά τι σημαίνει «λήθη»; Ο νεωτερικός άνθρωπος, που έχει την τάση να λησμονεί όσο γίνεται πιο γρήγορα, θα έπρεπε να γνωρίζει τι είναι η λήθη. Αλλά δεν το γνωρίζει. Λησμόνησε την ουσία της λήθης, αν ποτέ την έχει διαστοχαστεί αρκετά, αν έχει δηλαδή στοχαστεί προς την κατεύθυνση της ουσιώδους περιοχής της λησμονιάς. Η υπάρχουσα αδιαφορία για την ουσία της λήθης δεν οφείλεται καθόλου στον φευγαλέο τρόπο με τον οποίο σήμερα ζούμε. Ό,τι επισυμβαίνει σε μια τέτοια αδιαφορία έχει την προέλευση στην ίδια την ουσία της λήθης. Σε αυτήν προσιδιάζει να αποσύρει τον ίδιο της τον εαυτό και να περιπίπτει στην έλξη της ίδιας της κάλυψής της. Οι Έλληνες βίωσαν τη λησμονιά, την λήθην ως μοίρα της κάλυψης.
Λανθάνομαι σημαίνει: παραμένω –όσον αφορά τον δεσμό ενός κατά τα άλλα εκκαλυμμένου με εμένα– καλυμμένος από τον εαυτό μου. Από την άλλη πλευρά του το εκκαλυμμένο, όπως και εγώ στον δεσμό μου με αυτό, είναι καλυμμένο. Το παρόν ον βυθίζεται στην κάλυψη, έτσι ώστε σε μια τέτοια κάλυψη να παραμένω εγώ ο ίδιος καλυμμένος ως εκείνος από τον οποίο αποσύρεται το παρόν ον. Ταυτοχρόνως, αυτή η κάλυψη από την πλευρά της είναι καλυμμένη. Αυτό συμβαίνει σε ένα περιστατικό που έχουμε κατά νου, όταν λέμε: λησμόνησα (κάτι). Με τη λησμονιά δεν είναι ότι μας διαφεύγει κάτι. Η ίδια η λησμονιά περιπίπτει στην κάλυψη και με τρόπο ώστε και εμείς οι ίδιοι, καθώς και ο δεσμός μας με το λησμονημένο, να περιερχόμαστε στην κατάσταση της κάλυψης. Γι’ αυτό χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες τη μέση φωνή και έλεγαν με έμφαση ἐπιλανθάνομαι. Με αυτόν τον τρόπο δήλωναν την κάλυψη στην οποία περιπίπτει ο άνθρωπος, και δήλωναν συνάμα και τον δεσμό τους με αυτό που αποσύρεται από τον άνθρωπο.
Από τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική γλώσσα χρησιμοποιεί το λανθάνειν, την παραμονή στην κάλυψη, ως φέρον και κατευθυντήριο ρήμα, καθώς επίσης και από την εμπειρία της λήθης που την αποκτούν μέσω της κάλυψης, φαίνεται αρκετά καθαρά ότι το λανθάνω, το παραμένω καλυμμένος, δεν είναι ένας τρόπος μιας οποιασδήποτε ανθρώπινης συμπεριφοράς μεταξύ πολλών άλλων, αλλά ότι δηλώνει το θεμελιώδες χαρακτηριστικό κάθε συμπεριφοράς προς το παρόν και το απόν ον, εάν όχι μάλιστα το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ίδιας της παρουσίας και της απουσίας.'

Μάρτιν Χάιντεγκερ, Λόγος, Μοίρα, Αλήθεια: Ηράκλειτος, Παρμενίδης, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Πλέθρον

Εξώφυλλο: Γιάννης Λειβαδάς, Yannis Livadas Interviewed by Ben Schot (And Five Poems)

Malay is

Malay is reading on a terrace
The crows beheaded for quite a time
Adhunantika
I live nearby the Mohsin cesspool
Where I return after the restoration of the crows
Malay is three thousand and sixty-eight years old
If someone is able to count the days with words
This amount of expressive grabbing
Is a wealth of yellowish and no lights
In a world full of executives
Malay knows how to stare at the ground
I am a fool and he is an Indian
Seeing the crescent his voice produced
I add a few crooked stars in my notebook.

Yannis Livadas, Yannis Livadas Interviewed by Ben Schot (And Five Poems), publisher: Moloko Print / Sea Urchin Editions

Εξώφυλλο: Ζαν-Μπαπτίστ Μποτίλ, Η Σεξουαλική Ζωή του Καντ

'Το Πράγμα είναι το Φύλο. Είναι προφανές. Δεν μπορούμε να γνωρίσουμε το πράγμα καθ’ εαυτό, μας προειδοποιεί ο Καντ: δεν είμαστε ικανοί, αλλά προπάντων δεν είμαστε εξουσιοδοτημένοι. Υπάρχει ηθική και επιθυμία σε αυτή την ιστορία: «Διαπράττει σφάλμα όποιος συγγχέει την εμφάνιση με το φαινόμενο», γράφει ο Καντ στην Κριτική του καθαρού Λόγου. Τι ζητά η έννοια του σφάλματος εδώ, αν όχι να ομολογήσει ότι η θεωρία της γνώσης είναι αδιαχώριστη από μια διαγωγή του Λόγου. Το να διαπράττεις μεταφυσική είναι χειρότερο κι από λάθος, είναι σφάλμα. Υπάρχει σφάλμα επειδή υπάρχει επιθυμία: θέλουμε να δούμε το πράγμα όπως είναι καθ’ εαυτό. Αυτή η ενόρμηση (Trieb), αυτός ο τρόπος να κοιτάζουμε κάτω από τα φουστάνια της Πραγματικότητας αποτελεί εμμονή της φιλοσοφίας. Η «κριτική» είναι μια θεραπεία που επινοήθηκε από τον δόκτορα Καντ για να χαλιναγωγήσει -δίχως να μπορεί να την ξεριζώσει- αυτή την ηδονοβλεπτική επιθυμία.
Όμως αυτό το πέπλο που ρίχτηκε πάνω στο Πράγμα, δεν αποτελεί το άκρον άωτον του ερωτισμού; Ο Καντ μας κάνει να διακρίνουμε την αλήθεια, σ’ ένα παιχνίδι που ο Νίτσε συνόψισε έντονα: «Δεν πιστεύουμε πλέον ότι η αλήθεια παραμένει αλήθεια δίχως τα πέπλα της».
Αυτή η ηδονοβλεπτική επιθυμία της γνώσης, πάντα διαψευσμένη, εμψύχωνε τους σοφούς του περασμένου αιώνα, που τους άρεσε να παίζουν τους ασκητές στην επαγγελματική τους ζωή: καθόλου γυναίκες στο εργαστήριο ή στη σχολή, όχι σεξ, τίποτε, μόνο η Αλήθεια!
Γνωρίζουμε την αντίστροφη όψη αυτού του είδους του ασκητισμού: το μπουρδέλο. Την Αλήθεια που θέλουμε ολόγυμνη μέσα από την εμπειρία και το στοχασμό, θα την ενατενίσουμε, τελικά, ανάμεσα στις γάμπες της πόρνης, της κατεξοχήν επαγγελματία του «πράγματος καθ’ ευατό». Οι πρόγονοί μας εξάλλου το είχαν αποκαλύψει. Ενατενίστε το διάκοσμο των σχολών τους, των αμφιθεάτρων τους. Παντού, στους τοίχους, στην οροφή, γυναίκες γυμνές ή ημίγυμνες. Μούσες, θεές και νύμφες γδυμένες στις νωπογραφίες της Σορβόνης βγαίνουν απευθείας από το σαλόνι ενός μπουρδέλου. Ο καλλιτέχνης απλώς αποτρίχωσε το πράγμα καθ’ εαυτό των κοριτσιών που ξαναβαφτίστηκαν -κατά κλάδο και για τις ανάγκες του επαγγέλματος- Λόγος, Εγκράτεια, Δικαιοσύνη, Αρετή, ενώ κατά κόσμον ονομάζονταν Μιμί, Λουλού, Κικί, Φερνάντ κ.λπ.
Ο καντιανός φιλόσοφος είναι ένας ιδιόμορφος πελάτης. Πληρώνει για το Πράγμα, αλλά ο ίδιος απαγορεύει στον εαυτό του να το αγγίζει.'

 

Ζαν-Μπαπτίστ Μποτίλ, Η Σεξουαλική Ζωή του Καντ, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Νεφέλη

'Η ίδια η ολοκλήρωση μιας επιτυχούς σεξουαλικής επαφής δεν εμπλέκει πια τη νοραδρεναλίνη ή τη ντοπαμίνη, αλλά μια ομάδα χημικών ουσιών που παράγονται στον εγκέφαλο κι έχουν δράση ανάλογη με αυτή των αλκαλοειδών οπιοειδών, τις ενδορφίνες, με κύρια τη β-ενδορφίνη. Η απελευθέρωση ενδορφινών στον εγκέφαλο είναι υπεύθυνη για το αίσθημα της χαλάρωσης, της ευωχίας ύστερα από μία καλή σεξουαλική επαφή. Τα υψηλά επίπεδα ελκυόμενων ενδορφινών στα πρώτα στάδια του έρωτα είναι υπεύθυνα για την ιδιαίτερη συμπεριφορά των ερωτευμένων, μια συμπεριφορά που προσομοιάζει με τον εθισμό: Υπερβολικό ενδιαφέρον για τον άλλο· εμμονική επανάληψη πράξεων αντικειμενικά απρόσφορων και παραμέληση άλλων, σημαντικών έργων· αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεων.
Το πρόβλημα όμως με τα ενδογενή οπιοειδή, και [...] γενικά με το σύστημα της ανταμοιβής, είναι ότι τελικά συνηθίζουμε και η δραστικότητά τους σταδιακά μειώνεται. Αργά ή γρήγορα, ακόμα και ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα, αν είχαν περάσει μερικά χρόνια μαζί, θα είχαν συνηθίσει κι ίσως βαρεθεί ο ένας τον άλλο. Όταν, λοιπόν, συνηθίσει ο εγκέφαλος τη νευροχημεία του έρωτα, τότε ο ένας ή και οι δύο φεύγουν από τη σχέση. Αυτός που μένει πίσω περνάει μια μορφή στερητικού συνδρόμου. Έχει δειχθεί με απεικόνιση εγκεφαλικής λειτουργίας ότι αν ένας χωρισμένος δει φωτογραφία του/της πρώην συντρόφου, ενεργοποιούνται δομές που σχετίζονται με τον πόνο π.χ. ο φλοιός της νήσου. Ευτυχώς στις περισσότερες περιπτώσεις, η απεξάρτηση θα έρθει με το χρόνο.'

Αντώνιος Σταματάκης, 'Το Νευροφυσιολογικό Υπόβαθρο του Έρωτα: Το Μεταιχμιακό Σύστημα του Εγκεφάλου ή Η Χημεία του Έρωτα'

*

'«Η βαρβαρότητα», λέει συγκεκριμένα ο Todorov, «είναι η άρνηση ότι ο άλλος είναι πλήρως ανθρώπινος». Άρα γίνεται ηθικό να τον βασανίσεις ή να τον εξολοθρεύσεις. Κι εδώ ξαναβρίσκουμε τη σημασία του δεσμού. Σε τούτο ακριβώς συνίσταται η διαστροφική ηθική: «είμαι ηθικός με όσους μοιράζονται με μένα την ίδια θεώρηση των πραγμάτων και είμαι διαστροφικός με όλους τους άλλους», λέει ο Cyrulink, οικειοποιούμενος τον ορισμό της διαστροφής κατά Deleuze και κατά Lacan, σύμφωνα με τους οποίους «διαστροφικός είναι εκείνος που ζει σ’ έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει ο άλλος». [...] εξηγεί ο Todorov πως η ηθική κρίση (με την έννοια του κριτηρίου, φυσικά) οικοδομείται σε επάλληλα επίπεδα. Αρχικά μπορεί ν’ απουσιάζει αν το άτομο έχει μεγαλώσει χωρίς δεσμούς, οπόταν και εμφορείται από ριζικό μηδενισμό. Το δεύτερο βήμα στην κατάκτηση ενός ηθικού αισθήματος είναι ν’ αποσυνδέσει κανείς τη διάκριση κακού-καλού από τη διάκριση μεταξύ Εμού και του Άλλου, όπως και από τη διάκριση μεταξύ του Εμείς και οι Υπόλοιποι. Εδώ, αν δεν γίνει αυτή η αποσύνδεση, το αποτέλεσμα είναι ο εγωισμός και - στο συλλογικό πεδίο - ο εθνοκεντρισμός.
Το τρίτο στάδιο εξανθρωπισμού είναι η απόρριψη κάθε συστηματικής διάκρισης μεταξύ καλού και κακού, η μη συνάρτησή τους με κάποιες κατηγορίες της ανθρωπότητας και η αποδοχή ότι αυτές οι κρίσεις μπορούν κάλλιστα να εφαρμοστούν και σε μας, εξίσου με τους άλλους. Μ’ αυτόν τον τρόπο καταπολεμάται ο μινιχαϊσμός.'

Γιώργος Κούριας, 'All We Need? The Other'

*

'Είπα προηγουμένως, δανειζόμενη τα λόγια του ποιητή, ότι τον έρωτα πρέπει να τον επινοήσουμε. Καθώς κάθε απώλεια δεν είναι ίδια, υπάρχουν περιπτώσεις όπου και την εργασία του πένθους πρέπει να την επινοήσουμε. Όταν οι εραστές έχουν διανύσει μισό αιώνα μαζί, τότε η απώλεια δεν αφορά μόνο το αντικείμενο του έρωτα, αλλά η πραγματική απουσία του καθιστά οριστικά παρελθόν το μεγαλύτερο μέρος της ενσυνείδητης ζωής. Ο θάνατος του άλλου, είναι τρόπον τινά, γι’ αυτόν που ζει το πέρασμα από μια κατάσταση σε μια άλλη, ένα διαβατήριο συμβάν, όπως τα διαβατήρια τελετουργικά, η είσοδος σε μια άλλη φάση της ζωής. Θα μπορούσε να διαφωνήσει κανείς με τη θέση του Φρόυντ ότι στο πένθος «ο κόσμος έχει γίνει φτωχός και κενός περιεχομένου». Γιατί η συνεχής αναμέτρηση μεταξύ της εξωτερικής πραγματικότητας και της ψυχικής πραγματικότητας, της παρουσίας της πραγματικής απουσίας και της ψυχικής παρουσίας του άλλου, μέσα από τις μνήμες, κινητοποιούν τον ψυχισμό με τρόπο που του επιβάλλουν μια διεύρυνση του ψυχικού χώρου και της γνώσης μας γι’ αυτόν. Η ιστορικοποίηση της πορείας μιας ζωής και ο αναστοχασμός της, δηλαδή η εκ των υστέρων επεξεργασία, φέρνει στο προσκήνιο όψεις άγνωστες, πολλές ασυνείδητες μέχρι πρότινος συντεταγμένες οι οποίες καθόρισαν την πορεία της κοινής ζωής. Αυτή η διαδικασία σκέψης, που συνιστά την εργασία του πένθους, εντέλει μπορεί να προσφέρει ένα άνοιγμα προς μια αυθεντική, αληθινή, θεώρηση της ουσίας του ατομικού μας πεπρωμένου, της περατότητάς μας και της ανθρώπινης συνθήκης γενικότερα.'

Ελένη Τζαβάρα, 'Ο Πρωταρχικός Δεσμός, η Απώλεια του Αντικειμένου του Έρωτα και το Πένθος του'

*

'Η σύγχρονη ιατρική είναι βασισμένη σε θεωρητικό επίπεδο σε σχέσεις «γραμμικής αιτιότητας». Συμβαίνει αυτό το οποίο συνεπάγεται εκείνο, το οποίο θα οδηγήσει στο δείνα και ούτω το καθεξής. Οι σχέσεις αυτές αιτιότητας, οι οποίες έχουν τις ρίζες τους στον θετικισμό του 19ου αιώνα, έχουν μια εφαρμογή ίσως στο ελεγχόμενο εργαστηριακό περιβάλλον. Όταν έρχεται η στιγμή της κλινικής εφαρμογής τους, η πολυπλοκότητα των βιολογικών φαινομένων, τις περισσότερες φορές, πρακτικά τις υπερβαίνει. Έχουν μια εφαρμογή, αλλά δεν λύνουν το πρόβλημα. Δεν μπορεί για παράδειγμα να εγγυηθεί κανείς σε κανέναν ασθενή ότι επειδή η πίεσή του έχει ελεγχθεί πως δεν θα πάθει καρδιαγγειακό επεισόδιο, επειδή έλαβε αντιβιοτική αγωγή δεν θα επιπλακεί η πνευμονία του, επειδή έλαβε αντικαταθληπτικά δεν θα υποτροπιάσει η κατάθλιψή του. Εκεί ακριβώς είναι το πρόβλημα. Στην προσπάθεια επίλησης αυτού του χάσματος μεταξύ εργαστηρίου, θεωρίας και κλινικής, εισέρχεται η στατιστική, προσπαθώντας να ανακαλύψει εκ του αποτελέσματος τις κρυφές σχέσεις αιτιότητας και να εξηγήσει τα βιολογικά φαινόμενα. Είναι μια δόκιμη προσπάθεια, η οποία όμως έχει τα προαναφερθέντα προβλήματα. Πού εισέρχεται εδώ η ανορθολογικότητα; Κατά τη γνώμη μου, εισέρχεται στην κλινική πράξη όταν φθάνει η στιγμή να προσαρμοσθούν τα στατιστικά αποτελέσματα στον ασθενή: Η σύγχρονη ιατρική υπόρρητα ξεχνά την εκ του αποτελέσματος αυτή εξήγηση και υιοθετεί τη «γραμμική» αιτιότητα σαν νέα μεταφυσική, υποτιμώντας το υποκείμενο που υπάρχει μπροστά της. Η επιστήμη φυσικά προχωρά με τις δοκιμές, τις παλινωδίες, τα λάθη, τις αναιρέσεις και τις επαναστατικές ανακαλύψεις. Η εφαρμογή της όμως στην πράξη και στην περίπτωσή μας στον άνθρωπο γεννά ερωτηματικά για τη μεθοδολογία και το αίτημα της ορθολογικότητας.'

Παναγιώτης Ανδριόπουλος, 'Ορθολογικότητα και Ανορθολογικότητα στην καθ’ Ημέρα Ιατρική Πράξη'

*

'Θα ήθελα να κλείσω αυτό το κείμενο με δύο αναρωτήσεις και μια διαπίστωση, που φαίνεται να είναι το απώτερο συμπέρασμα της ανάλυσης που προηγήθηκε.

[...]

Η δεύτερη έχει να κάνει με τη σημείωση (22.VIII) του Freud (1938, 288), στην οποία γράφει: «Μπορεί η τυπικότητα να είναι η προβολή της έκτασης του ψυχικού μηχανισμού... Η ψυχή είναι εκτατή, δεν το γνωρίζει». Η Coblence (2009, 39), σχολιάζοντας τη συγκεκριμένη σημείωση, αναφέρει: «παρέμεινα σκεπτική ως προς την έννοια που θα έπρεπε να προσδώσω σε αυτή την έκταση και στην ιδέα...». Η επιφύλαξη της Comblence φαίνεται δικαιολογήμενη, εάν σκεφτεί κανείς ότι το πιο πιθανό είναι η αντίληψη του χώρου να μην έχει καταρχήν την ενδοψυχική προέλευση που υποστηρίζει ο Freud. Αντίθετα, αυτό που συμβαίνει είναι ότι η τυπικότητα (η έννοια του χώρου) είναι παράγωγη των διεπιδράσεων του σώματος, με την εξωτερική πραγματικότητα, οι οποίες εσωτερικεύονται στη συνέχεια (Piaget 1952). Με αυτή την έννοια, φαίνεται να συμβαίνει το αντίθετο: η αντίληψη του εξωτερικού χώρου προβάλλεται στην ψυχή με ενδιάμεσο το σώμα· η ψυχή γίνεται αντιληπτή με όρους τυπικούς και όχι το αντίθετο. Είναι ενδεικτική η μεταφορική αντιστοίχιση ΠΙΕΣΗ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΕΙΝΑΙ ΠΙΕΣΗ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ [...], όπου η ψυχή μεταφοροποιείται ως επιφάνεια: η ψυχή είναι το μη γνωστό, το αφηρημένο το οποίο γίνεται νοητικά διαχειρίσιμο μέσω της μεταφοράς. Η άποψη αυτή - εν είδει αναρώτησης - δεν αμφισβητεί τη διαπλοκή σωματικού και ψυχικού, που πρεσβεύει η ψυχαναλυτική (και ψυχοσωματική) σκέψη. Το ζήτημα που θέτει είναι ότι στη συγκεκριμένη εννοποίηση της ψυχής από τον Freud υπολανθάνει η μεταφορά Η ΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ή, καλύτερα, Ο ΤΟΠΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΟΠΟΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ, η οποία τελικά δεν υπονοεί και δεν αναδεικνύει τίποτε παραπάνω από την αδιάσπαστη συνέχεια, ψυχική, νοητική, σωματική, του ανθρώπινου όντος.'

Μαρία Θεοδωροπούλου, 'Σκέψεις για την Ψυχικοποίηση της Προβολής'

*

'O Gaston Bachelard αντιπαρατίθεται στην επιστημολογική αντίληψη του λογικού εμπειρισμού, για την οποία εκτιμά πως αποτελεί συνδυασμό βακωνικής, ευκλείδειας και καρτεσιανής οντολογικής και μεθολογικής προσέγγισης. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, με αφετηρία τα εμπειρικά δεδομένα που προκύπτουν από μια ουδτέτερη και απροκατάληπτη παρατήρηση, με μια εννιαία επαγωγική - υποθετικοπαραγωγική διαδικασία, το υποκείμενο καταλήγει σε γενικεύσεις ανεξάρτητες από το ίδιο, οι οποίες προβλέπουν σταθερές και στατικές σχέσεις ανάμεσα στα αντικείμενα που εμπλέκονται στα φαινόμενα προς εξήγηση. Απέναντι σε αυτή την προσέγγιση, ο Bachelard αντιπαραθέτει μια φιλοσοφία της επιστήμης στην οποία οι έννοιες δεν προκύπτουν από τα γεγονότα, αλλά αποτελούν οι ίδιες γεγονότα καθώς η σημασία τους μεταβάλλεται με την εξέλιξή τους. Οι μέθοδοι υπόκεινται σε συνεχείς προσαρμογές και κυρίως το αντικείμενο της μελέτης βρίσκεται σε διαρκή αλληλεπίδραση με το υποκείμενο-παρατηρητή του. Κατά συνέπεια η αντικειμενική γνώση αναδεικνύεται ως ένα οιονεί απρόσιτο και κυρίως νοηματικά αναπροσαρμοζόμενο στο διηνεκές ιδανικό. Στο δυναμικό και κυρίως ανοικτό πεδίο επιστημονικής δράσης που περιγράφεται παραπάνω, το οποίο οφείλει να ανασυγκροτείται σε διαρκή σχέση αλληλεπίδρασης των στοιχείων που το συγκροτούν, τίθεται στον επιστημολόγο αλλά και στον δάσκαλο των επιστημών, από τον ίδιο τον Bachelard, ένα καθήκον διαρκές: «να προσπαθήσει να συλλάβει τις επιστημονικές έννοιες μέσα στις πραγματικές φιλοσοφικές συνθέσεις, δηλαδή σε προοδευτικές ψυχολογικές συνθέσεις, δημιουργώντας σχετικά με κάθε ιδέα μια κλίμακα εννοιών, δείχνοντας πώς μια έννοια παρήγαγε μια άλλη, πώς συνδέθηκε με μια άλλη» (Bachelard 1993, 338). Η διαδικασία της πραγμάτωσης του καθήκοντος αυτού, γίνεται κατανοητή ως μια διεργασία ψυχανάλυσης της γνώσης, κατά την οποία το υποκείμενο αναστοχάζεται διαρκώς επί αυτού που κάθε φορά αντιλαμβάνεται, ή ορθότερα κατασκευάζει ως αντικείμενο, στην αφετηρία μιας γνωσιακής πρακτικής. Ένα αντικείμενο που το αναδιαμορφώνει στο διηνεκές σε μια ατέρμονη προσπάθεια να φθάσει στην πλήρη γνωσιακή του ιδιοποίηση.'

Παναγιώτης Πεφάνης, 'Η Ψυχανάλυση της Γνώσης ως Αέναη Αναζήτηση της Αντικειμενικότητας'

από το Σύναψις: Τριμηνιαία Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου, 44

Ilse Aichlinger
Κατά παράδοξο τρόπο η καριέρα της είναι συνεπές αποτέλεσμα γενναίας έναρξης, ένδοξης συνέχειας και αναγκαστικού τέλους. (...) Αυτό που μετρούσε -και συνεχίζει να μετρά όλο και περισσότερο- είναι η επιτυχία και προπαντός η επιτυχημένη δημόσια εικόνα της: είτε πρόκειται για τις χορευτικές εμφανίσεις της, ομαδικές ή σόλο, είτε για την ιλιγγιώδη ελευθερία πάνω στα βουνά ή τις καταδύσεις στα βαθιά νερά στα ενενήντα ένας της χρόνια. Μας διαφεύγει το παράλογο όταν έχει επιτυχή έκβαση. Και σε πολιτικό επίπεδο αυτό γίνεται αντιληπτό πολύ καθυστερημένα.

Film und Verhängnis
Φρανκφούρτη 2001, σ.80 και 82 κ.ε.

*

Elisabeth Bronfen
Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την επιρροή που άσκησε με την καινοτόμο τεχνική του μοντάζ και τη μουσική ρυθμικότητα των εικόνων στην αισθητική της διαφήμισης και των βιντεοκλίπ, στις ταινίες του Τζορζ Λούκας, στην τέχνη του Νιούτον και του Γουόρχολ ή ακόμη και στη φωτογράφιση μνημειωδών σωμάτων στις μοδάτες διαφημίσεις αρωμάτων. Μπορεί ένα μέρος της Ρίφενσταλ να είναι συμβατό με την ποπ, αλλά είναι αυτή η ίδια που εμπόδισε τα μάλα τη συζήτηση για αναγνώριση, την οποία νοσταλγεί απελπισμένα. Κατά βάθος παραμένει πάντα ο μονόλιθος, το απολίθωμα, το ακούσιο μνημείο της ηθικοπλαστικής απραξίας, που στο έργο της είναι συνδεδεμένη με την παγίωση της προσωπικής αισθητικής της.

Zeit Online, Die zerkratzte Schallplatte
15 Αυγούστου 2002

από το Λένι Ρίφενσταλ: Η Δύναμη της Θέλησης του Μάριο Λέις, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Μελάνι

Εξώφυλλο: Ιπποκράτης, Άπαντα 3: Παθολογία - Οφθαλμολογία: Περί Αέρων, Υδάτων, Τόπων, Περί Χυμών, Περί φυσών, Περί Κρισίων, Περί κρισίμων, Περί όψιος

'Ψυχῆς, ἀκρασίη ποτῶν καὶ βρωμάτων, ὕπνου, ἐγρηγόρσιος, ἢ δι᾿ ἔρωτάς τινας, οἷον κύβων, ἢ διὰ τέχνας ἢ δι᾿ ἀνάγκας καρτερίη πόνων, καὶ ὧντινων τεταγμένη ἢ ἄτακτος· αἱ μεταβολαὶ ἐξ οἵων ἐς οἷα. Ἐκ τῶν ἠθέων, φιλοπονίη ψυχῆς, ἢ ζητέων, ἢ μελετέων, ἢ ὁρέων, ἢ λέγων, ἢ εἴ τι ἄλλο, οἷον λῦπαι, δυσοργησίαι, ἐπιθυμίαι· τὰ ἀπὸ συγκυρίης λυπήματα γνώμης, ἢ διὰ τῶν ὀμμάτων, ἢ διὰ τῆς ἀκοῆς· οἷα τὰ σώματα, μύλης μὲν τριφθείσης πρὸς ἑωυτὴν, ὀδόντες ᾑμώδησαν, παρά τε κοῖλον παριόντι σκέλεα τρέμει, ὅταν τε τῇσι χερσί τις, ὧν μὴ δεῖται, αἴρῃ, αὗται τρέμουσιν, ὄφις ἐξαίφνης ὀφθεὶς χλωρότητα ἐποίησεν. Οἱ φόβοι, αἰσχύνη, λύπη, ἡδονὴ, ὀργὴ, τἄλλα τοιαῦτα, οὕτως ὑπακούει ἑκάστῳ τὸ προσῆκον τοῦ σώματος τῇ πρήξει, ἐν τούτοισιν ἱδρῶτες, καρδίης παλμὸς, καὶ τὰ τοιαῦτα τῶν δυναμίων.'

*

'Σχετικά με την ψυχή πρέπει να προσεχτούν τούτα: η κακή ανάμειξη ποτών και τροφών, η διαταραχή σχετικά με τον ύπνο, την αγρύπνια ή και κάποια πάθη, π.χ. τους κύβους, η υπομονή στους κόπους για λόγους επαγγέλματος ή ανάγκης, η τάξη ή η αταξία κατά τους κόπους και οι μεταβολές από μια κατάσταση στην άλλη. Από το ήθος εξαρτάται η αγάπη της ψυχής για την εργασία, η αναζήτηση, η μελέτη, η παρατήρηση, ο λόγος και οτιδήποτε άλλο, όπως η λύπη, η οξυθυμία, η επιθυμία, η συγκυριακή λύπη της ψυχής εξαιτίας πραγμάτων που ο άνθρωπος βλέπει ή ακούει. Με την ψυχή σχετίζεται και η κατάσταση του σώματος· όταν η μύλη των δοντιών τρίβεται, τα δόντια μουδιάζουν, όταν κάποιος βαδίζει στο άκρο βαράθρου, τα πόδια τρέμουν, όταν σηκώσει βαρύ φορτίο, τρέμουν τα χέρια του, αν δει ξαφνικά φίδι, χλομιάζει. Στον φόβο, την ντροπή, την ευχαρίστηση, την οργή και στα παρόμοια, στο καθένα από αυτά τα συναισθήματα υπακούει έμπρακτα το αντίστοιχο όργανο του σώματος· έτσι εμφανίζονται οι ιδρώτες, οι παλμοί της καρδιάς και άλλες παρόμοιες εκδηλώσεις.'

Ιπποκράτης, Άπαντα 3: Παθολογία - Οφθαλμολογία: Περί Αέρων, Υδάτων, Τόπων, Περί Χυμών, Περί φυσών, Περί Κρισίων, Περί κρισίμων, Περί όψιος, μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑