προγραφές

Μπαίνοντας στο Κόκκινο

Γουίγκινς: Λέτε να συναντήσουμε τίποτε άγριους;
Ράτκλιφ: Αν συναντήσουμε, να είσαι βέβαιος πως θα τους υποδεχτούμε με το πρέπον αγγλικό καλωσόρισμα.
Γουίγκινς: Α, καλάθια με δώρα!

Ποκαχόντας

Ο Γουίγκινς, ο θαλαμηπόλος του στρατοπέδου του Ράτκλιφ, επιβεβαιώνει την ανικανότητά του ως πρώτος βοηθός του μισθοφόρου κυβερνήτη του Τζέιμσταουν, όταν αποτυγχάνει να αντιληφθεί τη νοοτροπία του να κερδίζει κανείς χωρίς κόπο και κόστος από τους αυτόχθονες, με το να αποκαλύπτει νέα γη και να τη διεκδικεί στο όνομα του βασιλιά, και όχι, όπως ο Γουίγκινς προτείνει, με το μοίρασμα αγαθών και καλοπροαίρετων συναισθημάτων στον γηγενή πληθυσμό. Με το να κατανοήσει τα οικονομικά κίνητρα των αρχικών αποίκων του Τζέιμσταουν, η ταινία Ποκαχόντας αποπειράται να σταθεί αντάξια των υποχρεώσεών της απέναντι στην οφειλή που οικοδόμησε τη σύγχρονη Αμερική. Αυτό συμβαίνει με το να απεικονίζει την απληστία που κινητοποιεί τους λευκούς απείκους, αλλά με το καινούργιο της «σεβασμό» προς την πολιτισμική και φυλετική διαφορετικότητα. Αυτό το κάνει με το να υιοθετεί αυτό που ο Ντεριντά είχε πρόσφατα χαρακτηρίσει «μια έκφραση τόσο πολυφορεμένη ώστε να έχει παραδώσει το πνεύμα», πιο συγκεκριμένα, μια νοοτροπία «ειλικρίνειας και ανοίγματος προς το Άλλο». Σαν φράση, ίσως πράγματι να είναι πολυχρησιμοποιημένη από κάποιους κύκλους, για την Ντίσνεϋ όμως είναι σαν την ανακάλυψη ενός νέου κόσμου. Η Ντίσνεϋ δεν μπορεί να παραδώσει το πνεύμα, γιατί αυτό το πνεύμα-φάντασμα βρίσκεται ακόμα σε νηπιακό στάδιο και μόλις που έχει αρχίσει να περπατά. «Το φάντασμα περπάτησε» είναι μια φράση της θεατρικής αργκό για τη στιγμή λίγο πριν πληρωθούν οι ηθοποιοί, μια παραπομπή στον Άμλετ, όταν ο Οράτιος ρωτά το φάντασμα αν μπορεί να περπατήσει γιατί «εσύ έχεις θησαυρίσει στη ζωή σου/Έχεις αποσπάσει θησαυρούς από τη μήτρα της Γης». Αυτή η ταινία των νεκρών που περπατούν προσπαθεί να αποπληρώσει τους ηθοποιούς της, οι οποίοι περπατούν γιατί έχουν μυστικά που τους ακολούθησαν μέχρι τον τάφο τους, μυστικά που αφορούν τις οφειλές της Αμερικής.
Το άνοιγμα προς το Άλλο παίρνει τη μορφή μιας εκτεταμένης αναγνώρισης της πολιτισμικής διαφορετικότητας, με σημαντική έμφαση στη «θετική αντιπροσώπευση» η οποία και αποδέχεται τον τρόπο ζωής των αυτόχθονων Αμερικανών ως είδος πολιτισμού. Δεν παύει βέβαια από την άλλη να προβάλλει μειωμένες απαιτήσεις για τη δημιουργία θετικών εικόνων, από ομάδες που μέχρι πρότινος είχαν ευρύτατα κατηγοριοποιηθεί στερεοτυπικά, και η εικόνα τους να αντικατασταθεί με μια «πραγματική» που τόσο πολύ μέχρι τώρα ήταν παρερμηνευμένη. Όπως και ο Βασιλιάς των Λιονταριών, η Ποκαχόντας περιέχει ρινίσματα από μια γλώσσα πέραν της αγγλικής, σηματοδοτώντας την αποκύρηξη της υπό κατάρρευση λεκτικής διαφορετικότητας του Ντίσνεϋ και της κυριαρχίας της αμερικανικής προφοράς στις ταινίες του. Όταν η Ποκαχόντας και ο Τζον Σμιθ συναντιούνται για πρώτη φορά, και παρά το γεγονός ότι οι αυτόχθονες μιλούσαν συνεχώς αγγλικά σε όλες τις προηγούμενες σκηνές, βρίσκουν πως μεταξύ τους υπάρχει ένα σοβαρό εμπόδιο επικοινωνίας που πηγάζει από τη γλώσσα του καθενός. Για μια στιγμή, η Ποκαχόντας μιλά στη μητρική της γλώσσα και ούτε ο Σμιθ ούτε κανείς από το αγγλόφωνο κοινό μπορεί να καταλάβει λέξη από τα λεγόμενά της. Η γιαγιά Γουίλοου, ωστόσο, την παροτρύνει: «Άκου με την καρδιά σου και τότε πραγματικά θα καταλάβεις». Στιγμιαία το κάνει, και ευθύς αμέσως ξεκινά, κομπιάζοντας, σαν από θαύμα, να μιλά αμερικάνικα αγγλικά. Καθώς η ταινία πλέον σηματοδοτεί την επιθυμία της να σεβαστεί τη διαφορετικότητα και να είναι ανοιχτή προς το Άλλο, ταυτόχρονα επιδεικνύει τη μη πρακτικότητα που χαρακτηρίζει μια τέτοια προσπάθεια για σύμφωνη αποδοχή της διαφορετικότητας. Δεν μπορεί να αποφύγει να μας θυμίζει πως όλοι οι αυτόχθονες μιλούσαν ούτως ή άλλως αγγλικά στα τέλη του 20ου αιώνα, πέρα από οποιαδήποτε άλλη γλώσσα χρησιμοποιούσαν. Αυτό το λεκτικό γλίστρημα της γλώσσας, καθρεφτίζει πλήθος άλλων εντάξεων των αυτόχθονων Αμερικανών σε ένα πιο ευανάγνωστο πλαίσιο. Η νεαρή φίλη της Ποκαχόντας διαθέτει παρουσιαστικό, έκφραση και κόμμωση, παρόμοια με τις κλασικές ντίβες που συναντά κανείς στα αμερικανικά λύκεια, και μιλά όπως ακριβώς θα μιλούσε μια Αμερικανίδα έφηβη. Σε κάποιο σημείο, μιλώντας στην Ποκαχόντας, της λέει να «σταματήσει να χαζολογάει» (επίσης ανταλλάσουν κοριτσίστικες κουβέντες για τους μυς του Κοκούμ). Το εγχείρημα να σβήσουν την ιστορική ιδιαιτερότητα ενώ παράλληλα να ισχυρίζονται πως στην πραγματικότητα την αντιπροσωπεύουν, διαφαίνεται καθαρότατα στο τραγούδι του Ράτκλιφ και του Παουχατάν όταν οι αντίστοιχες πλευρές τους ετοιμάζονται για τη μάχη. Η Ντίσνεϋ κατορθώνει να μετατρέψει μια παντελώς άνιση ιστορική αποικιακή γενοκτονία σε ένα μάθημα περί ανούσιας ηλιθιότητας, ενός πολέμου που βασίζεται κυρίως πάνω σε αμοιβαία φυλετική ή εθνική άγνοια. Οι πλευρές τόσο του Ράτκλιφ όσο και του Παουχατάν επαναλαμβάνουν σχεδόν τις ίδιες κατηγορίες ο ένας εναντίον του άλλου. Ο Ράτκλιφ τραγουδά: «Αυτό είναι που θα λάβεις όταν οι φυλές είναι διαφορετικές/Το δέρμα τους είναι κόκκινο σαν την κόλαση, και είναι καλοί μόνο όταν είναι νεκροί», ενώ ο Παουχατάν με τη σειρά του τραγουδά: «Αυτό ήταν που φοβόμαστε, το χλωμό πρόσωπο είναι ένας δαίμονας/Το μόνο που μπορούν να νιώσουν είναι απληστία». Και τα δύο τραγούδια ενώνονται για να επαναλαμβάνουν μαζί το ίδιο ρεφρέν του τραγουδιού, έτσι ώστε οι αντιμαχόμενες πλευρές να τραγουδούν μέσα από μια ένωση: «Είναι απολίτιστοι βάρβαροι, βάρβαροι, σχεδόν δεν είναι άνθρωποι, [...], πρέπει να ηχήσουν τα τύμπανα του πολέμου».
Με το να επιστρέφουν τον όρο «βάρβαροι» στους αποίκους, οι οποίοι πρώτοι τον απόδωσαν στους «Ινδιάνους», το τραγούδι υπογραμμίζει την επιθυμία για εξιλέωση από την ασέβεια που είχε επιδειχθεί στις εγχώριες παραδόσεις, αλλά εξίσου να επιμείνει στην ισοδυναμία του ανταγωνισμού της κάθε ομάδας και να αντισταθεί προς οποιαδήποτε αντίληψη της αποικιακής ιστορίας, να παγκοσμιοποιήσει την προκατάληψη και την εχθρότητα, άσχετα με τα πολιτισμικά, τα πολιτικά και τα οικονομικά συμφέροντα. Πολύ μακριά από το να αποπληρώσει κάποιο χρέος, η Ποκαχόντας, απαιτεί πως οι αυτόχθονες Αμερικανοί πρέπει να μοιράσουν την ευθύνη εξίσου, επιμένοντας σε μια «εξίσωση» των σφαγών που θα ακολουθήσουν την εγκατάσταση των αποίκων του Τζέιμσταουν. Μια τέτοια απαίτηση, όπου οι Ινδιάνοι θα πρέπει να πληρώσουν το δικό τους μερίδιο, είναι φυσικά σε ασυμφωνία με το προαναφερόμενο ενδιαφέρον, καθώς και το σεβασμό, προς τις πολιτισμικές διαφορετικότητες. Αντίθετα η ταινία επιβεβαιώνει την ύπαρξη μιας παγκόσμιας υποψίας προς τους ξένους, ανεξάρτητα από την άνιση φύση των αλληλεπιδράσεών τους.

από το Αποκωδικοποιώντας τον Ντίσνεϋ των Έλεανορ Μπερν & Μάρτιν ΜακΜίλαν, μτφρ. Περσέας Τασουλής, εκδ. Μπουκουμάνης

Εξώφυλλο: Anaïs Nin & Henry Miller: Αλληλογραφία

[Λουβσιέν]
[15 Μαΐου 1933]

[Χένρι]

Δεν σημειώθηκε σύγκρουση, αλλά αισθάνομαι ότι η εμπιστοσύνη του Χιου είναι μονίμως κλονισμένη. Όλα όσα μου είπες χτες με συγκίνησαν, αλλά είμαι αποφασισμένη να μη σου γίνω ποτέ άχθος. Θέλω πάνω από οτιδήποτε άλλο να διατηρήσω αυτή την ασφάλεια που σου επιτρέπει να δουλεύεις. Την ασφάλειά σου και την ανεξαρτησία σου με κάθε τίμημα. Μην ξεχνάς τι σου είπα, η ζωή μου είναι υποταγμένη στις ανάγκες σου, πρωτίστως. Περιστρέφεται γύρω από τις ανάγκες σου. Δεν είναι απαραίτητο για σένα να βρίσκομαι εγώ στο Κλισί, αλλά είναι ουσιώδες να συνεχίσεις να παίρνεις μονάχα το τέλειο, τα δώρα, δίχως ευθύνες και δίχως δεσμούς. Δίχως εμπόδια. Ελευθερία για σένα πάντα, Χένρι.
Δεν μπορώ να γράψω πολύ σήμερα – είμαι τόσο πολύ ταραγμένη από όλα. Η ένθερμη αποδοχή της ζωής μου από τον πατέρα μου είναι ένα θαυμάσθο στήριγμα.
Ο Χιου θα πάει στο Λονδίνο το επόμενο Σαββατοκύριακο. Θα πρέπει να περιμένω μέχρι τότε για να σε δω επειδή έχω τόσο πολλή δουλειά. Το μεγάλο πρόβλημα ήρθε από την πύλη που μένει ξεκλείδωτη. Αλλιώς θα ήταν εύκολο για σένα να εξαφανιστείς μια χαρά!
Ο Μπράντλι ζητάει να με δει την Πέμπτη το απόγευμα. Δεν έχει διαβάσει το «Αλράουνε» αλλά είναι ικανοποιημένος με τον 2ο και τον 3ο τόμο του ημερολογίου. Ο Νοπφ έδειξε ενδιαφέρον.

Αναΐς

Wepler/Καφέ-Εστιατόριο
Πλατεία Κλισί 14
Τετάρτη [17 Μαΐου 1933]

[Αναΐς]

Η πύλη! Ναι! Πάντα υπάρχει μια πύλη ξεκλείδωτη – διατρέχει σαν κλασικό περιστατικό όλες τις ρομαντικές ζωές. Θα έπρεπε, αργά ή γρήγορα.

Αυτό που γράφεις κατά έναν τρόπο με κατακλύζει. Απλώς δεν μπορώ να σου προσφέρω τίποτα – εσύ πάντα προσφέρεις περισσότερα! Αρνείσαι να μου επιτρέψεις να κάνω οτιδήποτε για σένα. Ωστόσο, είναι όλα λογικά – προσώρας. Καμία γυναίκα δεν μου έχει πει έως τώρα τέτοια πράγματα – τόσο ειλικρινά, τόσο έντιμα. Σε πιστεύω ανεπιφύλακτα κι αυτό με κάνει να αισθάνομαι θαυμάσια. (Γιατί όταν οι άλλες μιλούσαν έτσι, αισθανόμουν ότι ήταν μια χειρονομία μονάχα κι ότι περίμεναν από μένα να διαμαρτυρηθώ, ή κάτι τέτοιο.)
Με τη στάση σου και με τη στάση μου – πώς μπορούν να πάνε τα πράγματα στραβά; Είμαι τόσο ευγνώμων για το ότι δεν χρειάζεται πια να προβάλλω μια βούληση. Αυτό που μου ανήκει είναι πνεύμα και δεν μπορεί κανείς να μου το πάρει. Είναι τόσο διαφορετικό από το να παλεύεις να κρατήσεις, να διατηρήσεις και λοιπά. Πιστεύω ότι τώρα έχουμε και οι δύο αποκτήσει μια σοφία που δεν είναι παραλυτική – μήτε απλώς βολική. Κάτι ριζωμένο στη ζωή και στο ζων. Αγωνιούσα για σένα. Θα πρέπει να ήσαν μέρες δοκιμασίας – ξέρω από πρώτο χέρι πώς είναι η ατμόσφαιρα μετά – το βαρύ, πνιγηρό, ασφυκτικό κλίμα σαν συσσώρευση στεγνού ηλεκτρισμού.
Αλλά – ω η απόλυτη απουσία φόβου! Θεέ μου, τι ανακούφιση κι αυτή. Σκεφτόμουν μετά ότι μπροεί να είχα σκοτωθεί. Και κανένας πόνος ή καμία λύπη στην προοπτική αυτή. Μπορώ να δεχτώ το θάνατο όπως δέχομαι τη ζωή. Δεν απορρίπτω τίποτα! Εδώ είναι που ο Ουίτμαν στάθηκε ανώτερος από τον Λόρενς – παρά τη θαυμάσια επίθεση του Λ. (Οφείλω να επανέλθω στο αιώνιο θέμα: Στην κριτική του προς τους Μέλβιλ & Ουίτμαν, ακόμα και προς τον Πόε, ο Λόρενς φανέρωσε μια θαυμάσια δύναμη, μια κατανόηση πέρα από κάθε έως τότε γνωστή κριτική. Η τραχύτητα και απλότητα, η εμφανής οκνηρία της είναι αφοπλιστικές. Και αποκάτω, ωστόσο, μια τρομερή δύναμη και διεισδυτικότητα.)
Σήμερα πήρα τα Υπόθεση Μάγκνους & Αποκάλυψη από τη βιβλιοθήκη.(Η Ράβδος του Ααρών έχει κλαπεί – ζήτω! Μακάρι να τα έκλεβαν όλα!)
Και είδα το δικό σου ξανά! Πάντα με συγκινεί πολύ. Πάρα πολύ. Πολύ θα μ’ άρεσε να περνάω από τις προθήκες των βιβλιοπωλείων και να βλέπω να διαφημίζονται το Ημερολόγιό σου και το «Αλράουνε». Να βλέπω το όνομά σου με χρυσά γράμματα παντού.
Θέλω να γίνω για τον Λ. αυτό που έκανε εκείνος για τον Μέλβιλ και τον Ουίτμαν. (Το βιβλίο για τους Ετρούσκους θα πρέπει να έχει ενδιαφέρον. Τώρα ανακαλύπτω – σκεφτόταν ότι έτσι θα έπρεπε να είναι η ζωή του ανθρώπου. Ήσαν κοντά στο ιδεώδες του!)
Αισθάνομαι άσχημα μονάχα που πνίγηκες κάτω από ένα άλλο όνομα – που ήσουν στην άμυνα, που περίμεναν από σένα να δώσεις λογαριασμό για τον εαυτό σου – αντί να συμβαίνει το αντίστροφο. Η ειρωνεία των πραγμάτων! Αν αύριο τα μάζευες και έφευγες στα κρυφά, πόσο διαφορετική θα γινόταν πάραυτα η κατάσταση. Όλα θα σου τα συγχωρούσαν τότε. Το ότι δεν μπορούμε να αρθούμε στο ύψος των περιστάσεων όταν είμαστε εντός τους – ιδού η τραγωδία της ζωής. Ένας Χιούγκο! Με τις βραγχώδεις γεωμετρικές αρχές περί βίου!
Κατά έναν τρόπο, Αναΐς, αισθάνομαι πολύ αμέριμνος. Θα ’πρεπε!
Όταν ξαναδιάβασα τον «Ανοιχτό δρόμο» λίγο έλειψε να κλάψω από χαρά. Πόσοι ξέρουνε στ’ αλήθεια τι σημαίνει – ο ανοιχτός δρόμος; Και ένα από τα πιο σπουδαία πράγματα που είπε ο Λόρενς, μετά το φόρο τιμής του προς τον Ουίτμαν (και είπε μεγάλα πράγματα γι’ αυτόν!), ήταν – «ο άνθρωπος δεν έχει αρχίσει ακόμη να ανθίζει. Είναι όλος ρίζες και φύλλα».

Χένρι

ΥΓ. Η διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό και στη γενική κατεύθυνση της ερμηνείας του Μόμπι Ντικ από τον Λ. είναι αποκαλυπτική.

από το Anaïs Nin & Henry Miller: Αλληλογραφία, επμλ. Γκάνθερ Στούλμαν, μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Μεταίχμιο

'Δούλευε πάνω σε μικρούς μουσαμάδες με πινελιές ανάλαφρες σαν τον ιστό της αράχνης και χρώματα φτιαγμένα από αντικατοπτρισμούς. Ζούσε εκεί, στο βυθό της θάλασσας, αλλά σ’ ένα βυθό γεμάτο αντικείμενα από ναυάγια, σωριασμένα ακατάστατα. Ψάρια περνούσαν μεσ’ από μονόφθαλμα παρατηρητήρια των πλοίων. Ό,τι μπορούσε να περάσει απ’ το σακούλι ενός ρακοσυλλέκτη, ήταν σωριασμένο εκεί, παραχωμένο νευρικά από το Χανς μέσα σ’ ένα ναυάγιο από ανήσυχες διαθέσεις, χαμένα συντρίμμια κόσμων που ήταν αδύνατο να επανορθωθούν. Το πράσινο χρώμα που τύλιγε τα διαλυμένα αντικείμενα ήταν το πράσινο της μούχλας, το καφέ χρώμα που σαβάνωνε το τοπίο ήταν το καφέ των νερών που λιμνάζουν.
Καθώς ήξερε πως είχε περάσει μεσ’ από το Μάτι για να φτάσει σ’ αυτή την άλλη μεριά του κόσμου, ζωγράφιζε πάντα ένα μικρό ανθρώπινο μάτι στη γωνιά, την κρυφή πόρτα της φυγής του που τον είχε οδηγήσει σε βάθη άγνωστα στην εξωτερική επιφάνεια των ματιών. Είχε διασχίσει το Μάτι, όπως θα πέρναγε μέσα από ένα καθρέφτη, ως τις ρίζες του μέσα στο χώρο πριν τη γέννηση και μετά το θάνατο, κι εκεί βρήκε αυτά τα στρώματα του φωτός, κύματα από ναυαγισμένες διαθέσεις, κύτταρα ακινησίας και πόνου φαγωμένα απ’ τη σκουριά της αδράνειας.
Μια καταιγίδα αιωρούνταν αιώνια από πάνω τους, μια καταιγίδα που κανείς δεν ήξερε από που ερχόταν, έτσι που τα θαύματα της ομορφιάς, που πέθαιναν πριν καλά καλά γεννηθούν μες στο νερό, αδιάκοπα βρίσκονταν κάτω από την απειλή μιας επικείμενης αστραπής, μιας επερχόμενης έκρηξης. Το μικρό ακίνητο μάτι στην άκρη του πίνακα είχε παραλύσει απ’ τον τρόμο. Ένας κόσμος που μόνιμα κινδύνευε να βυθιστεί στην ανυπαρξία, ένας κόσμος στο χείλος μιας ολοκληρωτικής καταστροφής.'

Αναΐς Νιν, από το διήγημα 'Το Ταξίδι του Ματιού', Κάτω από Ένα Γυάλινο Κώδωνα, μτφρ. Χρύσα Ευαγγελίδου, εκδ. Μπαρμπουνάκης

'Η επιθυμία που είχε τεντώσει το νεύρο έσπασε, και κάθε νεύρο έμοιαζε να σπάζει χωριστά, απανωτά, φτιάχνοντας εγκοπές, και αντί για αίμα έτρεχε οξύ. Σφάδασα μέσα στην ίδια μου τη ζωή, καθώς αναζητούσα μια ανοιχτή λεωφόρο για να κουβαλήσω τις αναλυτές κραυγές, να λιώσω τον πόνο σ’ ένα καζάνι λέξεων για να παίρνει ο καθένας, ο καθένας που έψαχνε λέξεις για το δικό του πόνο. Τι πελώριο καζάνι ανακατεύω τώρα· τώρα τρέφω τους άλλους με πελώριες μπουκιές από οξύ, λέξεις τόσο πικρές ώστε να καίνε όλη την πίκρα.
Διάσπασε τον φαιόχρωμο φλοιό της γης και θα σηκωθεί η θάλασσα· οι θαλασσινές ανεμώνες θα πλεύσουν πάνω από το κρεβάτι μου, και τα νεκρά καράβια θα τελειώσουν τα ταξίδια τους στον κήπο μου. Εξόρκισε τους δαίμονες που χτυπούν τις ώρες πάνω από το κεφάλι μου τη νύχτα όταν το κάθε μέτρημα, θα έπρεπε να σταματά· χτυπούν γιατί γνωρίζουν ότι στα όνειρά μου τους εξαπατώ εδώ και αιώνες. Πρέπει να μετρηθούν σαν μία ώρα εναντίον μου.'

Αναΐς Νιν, 'Το Σπίτι της Αιμομειξίας', Στέλλα / Το Σπίτι της Αιμομειξίας, μτφρ. Λευκή Γιαννοπούλου, εκδ. Μπαρμπουνάκης

'Αν ξεπεράσει κανείς τη στερεοτυπική άποψη περί ομοφυλόφιλης παθητικότητας, τότε μπορεί να κατανοήσει πολύ καλύτερα πώς το σώμα δρα στην ποιητική του Καβάφη, ως σώμα εντός ιστορίας, εντός αισθητικής, εντός πολιτικής του εαυτού, ως σώμα που ηδονίζεται, σώμα που ηδονιζόμενο θυμάται, σώμα που συναλλάσσεται και ανταλλάσσεται και πάλλεται και οργασμικά τεμαχίζεται, σώμα που συγκινείται· τότε μπορεί να φτάσει και σε μια «πολύ πιο σύνθετη άποψη» για την καβαφική ηθική.
Κι εδώ, περιληπτικά, εννοώ το εξής: ονομάζουμε τεχνολογία του εαυτού τους τρόπους που κανείς μεταχειρίζεται για να φτάσει σε μια ηθική κατανόηση του εαυτού του στον κόσμο. Με άλλα λόγια, τεχνολογία του εαυτού είναι οι διαδικασίες με τις οποίες οι άνθρωποι οργανώνουν σώματα, αφηγήσεις, αισθήσεις και επιθυμίες έτσι ώστε να μπορούν να πάρουν την ευθύνη τόσο της δικής τους θέ(α)σης στον κόσμο, όσο και της σύνδεσής τους με τους άλλους. Ηθική στιγμή είναι ακριβώς αυτή κατά την οποία αυτοτοποθετείσαι σε σχέση με τον εαυτό σου και με τους άλλους, παίρνοντας ευθύνη γι’ αυτό. Υπάρχει λοιπόν μια γραμμή, που συνδέει την παρρησία με την οποία κάποιος λέει τη λέξη «εγώ» ως ομοφυλόφιλος, ιδιαίτερα την εποχή του Καβάφη, με την ηθική ευθύνη την οποία ένας εραστής παίρνει όταν αναγνωρίζει και δίνει χώρο στον πόθο του άλλου, με την ηθική ευθύνη που κανείς παίρνει όταν εκθέτει τον τρόπο με τον οποίο η δική του επιθυμία (ερωτική ή άλλη) εκμεταλλεύεται το σώμα και την επιθυμία του άλλου, με την ηθική ευθύνη που κανείς παίρνει όταν σωματοποιεί τη μνήμη, την εξιστόρηση και την αποτίμηση των παρελθόντων. Και υπάρχει επίσης μια γραμμή που συνδέει αυτού του τύπου την ανάληψη της ευθύνης, με την έκθεση του τρόπου με τον οποίον οι άνθρωποι τοποθετούνται και κρίνονται εντός ιστορίας.
Ο Καβάφης είναι ο ποιητής του ευάλωτου εαυτού. Αυτός που, σε τελική ανάλυση, δείχνει ότι «όσο παθιασμένα και να παίζουμε στο θέατρο της ζωής μας –αυτοκράτορες, εραστές, μάγοι, φιλόσοφοι, παγανιστές, χριστιανοί, καταμίτες, στυλίτες, καλλιτέχνες, άγιοι, ποιητές– μόνο ο χρόνος αποκαλύπτει τελικά αν αυτό το έργο υπήρξε τραγωδία ή κωμωδία». Αυτό που χρειάζεται, μοιάζει να λέει, ακριβώς για να μπορέσεις να κριθείς και να δημιουργήσεις εντός ιστορίας, είναι να απευθυνθείς παίρνοντας την ηθική ευθύνη αυτής της απεύθυνσης, να πάρεις και να δώσεις. Και να απευθυνθείς και οριζόντια, στους συγχρόνους σου, και κάθετα, στους πριν και τους μετά: μόνο έτσι ανοίγεις το ιστορικό σου στίγμα στην κρίση του χρόνου. Αυτή η τριπλή απεύθυνση, στη βάση ταυτόχρονα της επιθυμίας, της γενεαλογίας και της ιστορικότητας, τέμνει ολόκληρο το έργο του, από εκδεδομένα ποιήματα, ιστορικά φιλοσοφικά ερωτικά ή κάπου κάπως ανάμεσα, μέχρι συλλαβάρια σε χαρτάκια που έχουμε δει ή μπορεί κάποτε να δούμε.
Ακριβώς επειδή ασχολείται τόσο πολύ και μεταφέρει την εμπειρία ενός εαυτού που κατασκευάζει και κατακτά την παρρησία του καταρχήν στο επίπεδο του ερωτισμού, του σεξουαλικού υποκειμένου και της σεξουαλικότητας, ο Καβάφης αναπτύσσσει ένα κειμενο-ηθικό σύστημα κεντρικό ζητούμενο του οποίου είναι η απεύθυνση και η ιστορική σχετικοποίηση. Ο Καβάφης που με αγωνία σημείωνε στις προσωπικές του σημειώσεις ότι ψάχνει τον τρόπο να γράφει έτσι ώστε να «δώσει φως και συγκίνησιν σε όσους είναι σαν κ’ εμένα καμωμένοι», και που ανάλογα, στο ποίημα που άφησε καθαρογραμμένο στο αρχείο του με τον τίτλο «Κρυμμένα», φανταζόταν ότι κάποτε «στην τελειωτέρα κοινωνία –/ κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα/ βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει», δεν είναι ένας ποιητής που σε στιγμή που του ξέφυγε έγραψε και κάτι ολίγον ακτιβιστικό (και άρα οι φύλακες του έργου του, από σεβασμό στην τιμιότητα του τεθνεώτος, πρέπει τώρα να μας πουν ότι δεν το εννοούσε κιόλας). Είναι ένας άνθρωπος που, στη βάση της ανάγκης του να μιλήσει ως ομοφυλόφιλος σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, μαθαίνει σιγά σιγά μια χρήση της λογοτεχνίας εντελώς ηθική και ιστορικοποιητική, μια χρήση δηλαδή της λογοτεχνίας που απ’ τη μια βοηθάει να καταλάβεις, να συνδεθείς και να ταυτιστείς με τους άλλους, κι απ’ την άλλη βοηθάει να κατανοήσεις ότι ακόμα κι αυτό που λες εσύ, την ώρα που το λες, είναι καμωμένο απ’ την ιστορική του συνθήκη κι εμπεριέχει μια εξουσιαστικότητα που ενδεχομένως άλλοτε, από άλλη χρονική/οπτική γωνία, να φανεί άκαιρη, ευάλωτη, ή απλώς σχετική.
Ο Καβάφης είναι αφενός ο ποιητής ενός βλέμματος που στέλνεται για να απαντηθεί – στο πριν, στο τώρα και στο μετά. Κι αφετέρου είναι ο ποητηής που σε μαθαίνει να βάζεις εισαγωγικά σε οποιοδήποτε γενικευτικό σχόλιο, οποιοδήποτε ουσιοκρατικό θρώρημα του τύπου το χ είναι εγγενώς καλύτερο ή αξιότερο ή τιμιότερο από το ψ. Να ίσως κι ένας βαθύτερος λόγος για τον οποίο προκαλεί άγχος η ομοφυλοφιλία του Καβάφη σε φορείς μιας κάπως εθνοκεντρικής άποψης για τη λογοτεχνία. Διότι, αν κανείς ακολουθήσει τις γραμμές του ως ποιητή του ευάλωτου εαυτού, καταλήγει να σχετικοποιεί το γνωστό σχολικό τοτέμ που ορίζει τον Καβάφη ως ποιητή του μείζονος ελληνισμού (με τον τόνο στο «μείζονος» και εσάνς ανιστορικής ανωτερότητας στη λέξη «ελληνισμού»). Ο Καβάφης της τεχνολογίας του εαυτού σε μαθαίνει να κοιτάς και τον ελληνισμό ως διαδικασία· όχι ως αξία απόλυτη.
Να όμως, σε τελευταία ανάλυση, κι ο λόγος της επίμονης και πλέον πληθυντικής δημοφιλίας του: τα κείμενα του Αλεξανδρινού προσκαλούν τη δημιουργική ανάγνωση, τη φωνή του άλλου μέσα τους, και την ίδια στιγμή έχουν κάτι να πουν για τη συγκρότησή τους, κάτι που σήμερα, ίσως πιο πολύ από ποτέ, καταλήγει βαθιά πολιτικό. Λέει, δηλαδή, ως σύνολο το καβαφικό κείμενο ότι μόνος τρόπος να εκθέσεις, να αποσταθεροποιήσεις και να αντισταθείς στις έξω και τις μέσα εξουσίες είναι, διαρκώς κι εμμονικά, ν’ αφήνεις το στίγμα σου.'

Δημήτρης Παπανικολάου, «Σαν κ’ εμένα καμωμένοι»: Ο Ομοφυλόφιλος Καβάφης και η Ποιητική της Σεξουαλικότητας, εκδ. Πατάκης

Εξώφυλλο: Αναΐς Νιν, Η Φωνή

'Το όνειρο ήταν συγκροτημένο σαν ένας πύργος στιβάδων δίχως τέλος, που υψώνονταν προς τα πάνω και χάνονταν μέσα στο άπειρο, ή στιβάδων που ελίσσονταν προς τα κάτω και χάνονταν μέσα στα έγκατα της γης. Όταν με άρπαξε στους κυματισμούς του, η σπειροειδής κίνηση άριχσε, και αυτή η σπείρα ήταν ένας λαβύρινθος. Δεν υπήρχε κρύπτη θολωτή ούτε πυθμένας, κανένας τοίχος και καμιά επιστροφή. Υπήρχαν όμως θέματα που επαναλαμβάνονταν με ακρίβεια.
Αν και οι τοίχοι του ονείρου έμοιαζαν ντυμένοι με υγρό μετάξι και τα περιγράμματα του λαβύρινθου ντυμένα με σιωπή, τα βήματα του ονείρου εξακολουθούσαν να είναι μία σειρά εκρήξεων όπου όλα τα καταδικασμένα θραύσματα του εαυτού μου ξεσπούσαν σε μια μυστηριώδη και βίαιη ζωή, με την βαριά μητρική μοναχικότητα της νύχτας πάντα να παρακολουθεί το άνθισμά τους.
Στην πρώτη στιβάδα της σπείρας υπήρχε η επίγνωση. Μπορούσα ακόμα να βλέπω το φως της μέρας ανάμεσα από τους κροσσούς τον βλεφαρίδων. Μπορούσα ακόμα να βλέπω τα διάκενα του κόσμου. Αυτή ήταν η παρασκιά, όπου οι σκέψεις ήταν ένθετες σε νήματα αστραπών. Ήταν ο τόπος όπου οι εικόνες διηθούνταν λεπτά και ξεχωρίζαν, και τα σκιαγράμματά τους ρίχνονταν ενάντια στο διάστημα. Ήταν ο τόπος όπου τα βήματα δεν άφηναν κανένα ίχνος, όπου το γέλιο δεν είχε καμία ηχώ, αλλά όπου η δίψα και ο φόβος ήταν ατελείωτα. Ήταν ο τόπος όπου τα άρμενα της αναπόλησης μπορούσαν να φουσκώνουν, ενώ κανένας άνεμος δεν ήταν αισθητός.

[...]

Χρόνος δεν υπήρχε· τα γεγονότα περνούσαν δίχως να αφήνουν ίχνος, το αποτύπωμα ενός πέλματος, μία ηχώ. Γύρω τους άφηνα το ΔΙΑΣΤΗΜΑ. Ακόμα κι ενάς πολυσύχναστος δρόμος κρεμόταν κατακόρυφος ανάμεσα σε δύο αβύσσους, σαν να ανήκε σε έναν πλανήτη δίχως βαρύτητα.

[...]

Η απώλεια της μνήμης ήταν σαν την απώλεια μιας αλυσίδας. Με όλη αυτή τη ρευστότητα ερχόταν μια μεγάλη ελαφράδα. Δίχως τη μνήμη ήμουν απέραντα ελαφριά, νεφελώδης, ρευστή. Η μνήμη ήταν η πυκνότητα που δεν μπορούσα να διαπεράσω παρά μονάχα στ’ όνειρο.
Δεν είχα χαθεί, είχα μόνο χάσει το παρελθόν. Άμμος που περνά μέσα από την κλεψύδρα που δεν αναποδογύρισε ποτέ. Που περνά.
Όταν το όνειρο έγειρε στο ένα πλάι, πληγωμένο, και το διάστημα της μέρας στο άλλο, εκείνο που εμφανίστηκε μέσα από τη ρωγμή ήταν ο αληθινός θάνατος. Το σκάσιμο του πρωινού φωτός ανάμεσα από τις κουρτίνες, η σχισμή ανάμεσα στη νύχτα και στη μέρα ήταν η θανάσιμη στιγμή γιατί σκότωνε το όνειρο. Η ψυχή τότε έχανε τη δύναμή της να αναπνέει, έχανε το χώρο της.

[...]

Το κορμί της μέρας φτιαγμένο από άκαμπτα οστά, άκαμπτο από τους φόβους και τις παραφωνίες, ήταν στημένο ενάντια στις υποχωρήσεις. Τη νύχτα άλλαζε σύσταση, σχήμα και υφή. Με τη νύχτα ερχόταν η ρευστότητα. Με τη νύχτα κυλούσε μέσα από το μεδούλι όχι μονάχα αίμα που μπορούσε να αναμιχθεί με άλλα αίματα, αλλά ένας υδράργυρος που κυλούσε προς όλες τις κατευθύνσεις, γρήγορος, διαβρωτικός, ανεξέλεγκτος, που ξεχυνόταν και έτρεχε σε αστεροειδείς αιχμές, που άλλαζε σχήμα σε κάθε ανασασμό επιθυμίας, που ξεχυνόταν και διασκορπιζόταν δίχως να διαχωρίζεται.
Με τη νύχτα ερχόταν το διάστημα. Καμία συνωστισμένη πολιτεία. Το όνειρο ποτέ δεν ήταν συνωστισμένο. Ήταν φιλτραρισμένο μέσα από το πρίσμα της δημιουργίας. Η πίεση του χρόνου έπαυε. Η χαρά διαρκούσε περισσότερο και ο πόνος λιγότερο, ή, διαφορετικά, όλα τα συναισθήματα συμπτήσσονταν σε ένα δευτερόλεπτο. Ο χρόνος ρυθμιζόταν και οριζόταν από το συναίσθημα. Ο φόβος ήταν αιώνιος, η οργή άμεση και καταστροφική. Ξέχωρο και τυλιγμένο σε μια μεταλλική λάμψη, το κάθε αντικείμενο του αιώνιου τοπίου εμφανιζόταν στη σκηνή έχοντας γύρω του το διάστημα. Το διάστημα ήταν σαν μια απέραντη σιωπή που μέσα της δεν υπήρχε κανένα ξίφος σκέψης, κανένα αποσπασματικό σχόλιο, κανένα νήμα που να έχει ποτέ κοπεί. Περπατούσα ανάμεσα σε σύμβολα και σιωπή.

[...]

Όταν βρήκα τον τόπο, κάθησα ολότελα ακίνητη και ικανοποιημένη. Θυμόμουν το όνειρο και αναζητούσα να ξανασυλλάβω τα χαμένα κομμάτια. Είχα προφτάσει το όνειρό μου. Τότε μου φάνηκε πως ολα τα ρολόγια στον κόσμο σήμαιναν σε μια ομοφωνία για το θαύμα. Λες και τα ρολόγια σήμαιναν τα μεσάνυχτα για όλες τις μεταμορφώσεις. Το όνειρο είχε συγχρονισθεί. Το θαύμα είχε ολοκληρωθεί. Όλα τα ρολόγια σήμαιναν τα μεσάνυχτα για τη μεταμόρφωση. Δεν σήμαιναν το χρόνο, αλλά τον συγχρονισμό, τον συγχρονισμό με το όνειρο. Το όνειρο πάντα τρέχει μπροστά από σένα. Να το προλάβεις, να ζήσεις μια στιγμή σε ομοφωνία μαζί του, αυτό ήταν το θαύμα. Η ζωή στη σκηνή του θεάτρου, η ζωή του μύθου συνταιριασένη με το φως της μέρας, και από αυτόν τον γάμο σπιθοβολούσαν τα μεγάλα πουλιά της θεότητας, οι αιώνιες στιγμές.'

Αναΐς Νιν, Η Φωνή, μτφρ. Λευκή Γιαννοπούλου, εκδ. Μπαρμπουνάκης

'Τα αποτελέσματα των μαθηματικών είναι οριστικά. Κανείς δε θα βελτιώσει ποτέ ένα ταξινομητικό αλγόριθμο για τον οποίο έχει αποδειχθεί ότι είναι ο καλύτερος δυνατός. Κανείς δε θα ανακαλύψει ποτέ μια νέα πεπερασμένη απλή ομάδα, τώρα που ο κατάλογος έχει καταρτισθεί, ούτε καν μετά από έναν αιώνα έρευνας. Τα μαθηματικά είναι παντοτινά.
Θα μπορούσαμε να κατατάξουμε τις θετικές επιστήμες ανάλογα με το κατά πόσον τα αποτελέσματα τους προσεγγίζουν το οριστικό. Στην αρχή του σχετικού καταλόγου θα βρίσκονταν οι επιστήμες με μικρότερο φιλοσοφικό ενδιαφέρον, όπως η μηχανική, η οργανική χημεία και η βοτανολογία. Στο τέλος του καταλόγου θα βρίσκονταν οι επιστήμες με το ισχυρότερο φιλοσοφικό προσανατολισμό, όπως η κοσμολογία και η εξελικτική βιολογία.
Τα παλαιά προβλήματα της φιλοσοφίας, όπως της νόησης και της ύλης, της πραγματικότητας ή της αντίληψης, είναι λιγότερο πιθανόν να έχουν «λύσεις». Μάλιστα, θα ήταν πολύ δύσκολο να εξηγήσουμε τι θα μπορούσε να γίνει δεκτό ως «λύση». Ο όρος «λύση» είναι δάνειος από τα μαθηματικά και σιωπηρά προϋποθέτει κάποια αναλογία μεταξύ των προβλημάτων της φιλοσοφίας και των προβλημάτων των μαθηματικών, η οποία είναι εντελεώς παραπλανητική. Ίσως η χρήση της λέξης «πρόβλημα» στη φιλοσοφία να δημιούρησε προσδοκίες που δεν μπορούσε να εκπληρώσει η φιλοσοφία.
Οι σύγχρονοι φιλόσοφοι προχωρούν ένα βήμα περαιτέρω στις εσφαλμένες αναλογίες που εντοπίζουν μεταξύ φιλοσοφίας και μαθηματικών. Οδηγημένοι από άστοχη πίστη στην οριστικότητα, μετρούμενη με βάση τα λυμένα προβλήματα, και αντιλαμβανόμενοι τη ματαιότητα οποιασδήποτε προσπάθειας να δοθεί οριστική λύση σε οποιοδήποτε από τα κλασικά προβλήματα, έχουν αναγκαστεί να αλλάξουν τα προβλήματα. Και πού νομίζουν ότι βρήκαν προβλήματα αντάξιά τους; Στον κόσμο των γεγονότων!
Οι θετικές επιστήμες ασχολούνται με γεγονότα. Με οτιδήποτε και να ασχολείται η παραδοσιακή φιλοσοφία, πάντως δεν είναι γεγονότα με την επιστημονική έννοια του όρου. Επομένως, η παραδοσιακή φιλοσοφία είναι άνευ αξίας. Ο συλλογισμός αυτός, εσφαλμένος από πολλές απόψεις, βασίζεται στην παραδοχή ότι καμία πρόταση δεν έχει την παραμικρή αξία εκτός και εάν είναι δήλωση γεγονότος. Αντί να αντιληφθούν το άτοπο αυτής της υπόθεσης, οι φιλόσοφοι την αποδέχθηκαν άκριτα στην ολότητά της και στράφηκαν στο να κάνουν επάγγελμά τους την ενασχόληση με γεγονότα.
Οι πραγματικοί φιλόσοφοι, όμως, δεν είχαν ποτέ εξοπλιστεί για να πραγματευτούν γεγονότα με άμεσο τρόπο, ούτε είχαν ποτέ θεωρήσει ότι τα γεγονότα τους αφορούσαν. Κανένας δεν στρέφεται στη φιλοσοφία για να μάθει γεγονότα. Τα γεγονότα συνιστούν τον χώρο αρμοδιότητας των θετικών επιστημών, όχι της φιλοσοφίας. Επομένως, ήταν αναγκαίο να επινοηθεί ένα νέο σύνθημα: η φιλοσοφία θα έπρεπε να ασχολείται με τα γεγονότα.

[...]

Υπάρχει πιο εύλογη εξήγηση αυτού του καταιγισμού των «θα έπρεπε». Η πραγματικότητα στην οποία ζούμε αποτελείται από μυριάδες αντιφάσεις, τις οποίες η παραδοσιακή φιλοσοφία έχει πασχίσει να περιγράψει με γενναίο ρεαλισμό. Αλλά η αντίφαση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από εγκεφάλους που έχουν εναποθέσει τη σωτηρία τους σε αξιώματα. Ο πραγματικός κόσμος είναι γεμάτος με απουσίες, με παραλογισμούς, με ανωμαλίες, με διαστροφές, με βδελύγματα, με καταχρήσεις, με χάσμα. Οι σύγχρονοι φιλόσοφοί μας, όμως, δεν ασχολούνται με την αντιμετώπιση αυτών των δυσάρεστων χαρακτηρηστικών του κόσμου, ούτε βεβαίως με οποιαδήποτε πραγματικά χαρακτηριστικά. Θα προτιμούσαν να μας που πώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος. Το βρίσκουν ασφαλέστερο να δραπετεύουν από τη δυσάρεστη περιγραφή αυτού που δεν υπάρχει. Σαν τις στρουθοκαμήλους με τα κεφάλια τους χωμένα στο έδαφος, θα έχουν τη μοίρα αυτών που αρνούνται να προσλάβουν τα διδάγματα του παρελθόντος: αυξανόμενη περιθωριοποιήση, της οποίας έπεται τελικός αφανισμός.'

Τζιαν-Κάρλο Ρότα, Μαθηματικά και Φιλοσοφία: Το Χρονικό μιας Παρανόησης, μτφρ. Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος & Κωνσταντίνος Λερούνης, εκδ. Ευρασία

* * *

'Όμως, ο Rota κάνει λάθος να ταυτίζει το σύνολο της αναλυτικής φιλοσοφίας –ως προς τη μεταφυσική και τη γνωσιοθεωρητική της διάσταση– με τον σύγχρονο νατουραλισμό. Καμία ταύτιση αυτού του είδους δεν έχει βάση (πολύ περισσότερο όταν επιχειρείται από μία κατηγορία αναλυτικών φιλοσόφων). Επίσης, οποιαδήποτε επιβολή ή επικυριαρχία των σύγχρονων νατουραλιστικών εκδοχών της αναλυτικής φιλοσοφίας στο σύνολό της θα περιόριζε την ίδια την αναλυτική φιλοσοφοία ως πεδίο και θα επέκρυπτε τον πλούτο της. Η διεθνής αναλυτική φιλοσοφική σκηνή διαθέτει πλούτο προσεγγίσεων, μεταφυσικών και γνωσιολογικών. Όχι μόνο δεν αποθαρρύνει τη μελέτη των κλασικών φιλοσοφικών προβλημάτων της οντολογίας και της γνωσιολογίας, αλλά η ίδια ασχολείται συστηματικά με τα κλασικά φιλοσοφικά ζητήματα της ύπαρξης, της ταυτότητας, των ειδών και των κατηγοριών των οντοτήτων του κόσμου, της διάκρισης μεταξύ του συγκεκριμένου και του αφηρημένου, της αλήθειας, της δικαιολόγησης των πεποιθήσεων, της γνώσης, του status των ηθικών κρίσεων κ.ά. Περεταίρω, σε ό,τι αφορά την αναλυτική φιλοσοφία των μαθηματικών, αυτή μελετά τα οντολογικά προβλήματα σχετικά με τη μαθηματική αλήθεια και τη δικαιολόγηση των μαθηματικών πεποιθήσεων. Η φιλοσοφία των μαθηματικών συνιστά οντολογία και γνωσιολογία και, λόγω του αφηρημένου χαρακτήρα των υπό διερεύνηση αντικειμένων της, συναρτάται και συσχετίζεται με όλα τα ερωτήματα των διαφόρων περιοχών της φιλοσοφίας [...].
Η επίθεση του Rota στην αναλυτική φιλοσοφία μπορεί να εξηγηθεί μόνον στη βάση της μονομερούς εικόνας που ο ίδιος έχει σχηματίσει γι’ αυτήν, ή, ενδεχομένως, της μονομερούς εικόνας που ορισμένοι νατουραλιστές αναλυτικοί φιλόσοφοι επιχειρούν να επιβάλλουν για δικούς τους λόγους. Η απαξίωση της αναλυτικής φιλοσοφίας από τον Rota θα πρέπει, επομένως, να αποδοθεί στην εσφαλμένη ταύτισή της με την περιοχή της φυσικοποιημένης φιλοσοφίας που ανάγει καθετί το υπαρκτό σε φυσικά ή νοητικά γεγονότα. Διαπιστώσαμε, σε συγκεκριμένα σημεία, τις αντιρρήσεις του για τις αντίστοιχες νατουραλιστικές προσεγγίσεις και για μία μορφή ψυχολογισμού που εκλαμβάνει το αφηρημένο ως νοητική κατάσταση.
Ο Rota υποστηρίζει ότι η φαινομενολογία απο-ψυχολογικοποιεί τα φαινόμενα. Απορρίπτει κάθε αναγωγή των ιδεατών αντικειμένων σε νοητικές διαδικασίες. Το ίδιο θα έκανε, ωστόσο, ένας φρεγκεανός φιλόσοφος, διαχωρίζοντας το αφηρημένο (abstract) από το νοητικό (mental), όπως, π.χ., οι σύγχρονοι Wright και Hale, ή και γενικότερα, ένας αναλυτικός μεταφυσικός, όπως, π.χ., οι A. Bird, Z. G. Szabó, F. MacBride, E. N. Zalta, E. J. Lowe, Ø. Linnebo, P. van Inwagen κ.ά. Οι αναλυτικοί φιλόσοφοι που δεν εντάσσουν την ερευνητική τους δραστηριότητα στο περιοριστικό πλαίσιο των γνωσιακών ή ψυχολογικών προσεγγίσεων δεν θα είχαν λόγους να διαφωνήσουν με μία κριτική προς τον φυσικαλισμό, τον αναγωγισμό και τον ψυχολογισμό. Άλλωστε, όπως ο ίδιος παρατηρεί, ακόμα και οι ψυχολόγοι και οι νευροεπιστήμονες έχουν πλέον πειστεί –λόγω της πολυπλοκότητας των φαινομένων που μελετούν– ότι η ανεξάρτητη διερεύνηση κλασικών φιλοσοφικών προβλημάτων, όπως π.χ., η σχέση μεταξύ νου και σώματος ή η αντίληψη, από φιλοσόφους, θα μπορούσε να αποβεί βοηθητική και για τη δική τους επιστημονική ερευνητική δραστηριότητα.'

Δήμητρα Χριστοπούλου, 'Ο Φαινομενολόγος Gian-Carlo Rota για τη Φιλοσοφία και τα Μαθηματικά', από το επίμετρο της έκδοσης

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑