'Circle Waltz' [album: Circle Waltz (1962)] - Don Friedman Trio
Θ΄
Ἡ κόμη, ὁ πλόκαμος, ἡ ἀκοή
τ᾽ αὐτί, το φρύδι καὶ τὸ μάτι
τὸ βλέμμα μὲ τὸ δάκρυο,
ἡ παρειὰ κι ἡ μύτη
γέλιο, φωνή, καὶ στὴ στρωμνή
ἡ ἀγκαλιά, διάφανο νύχι,
ἡ καλοκαμωμένη ρώγα
ὁ ἀφαλὸς καὶ ἡ κοιλιά
κ αὐτὸς τοῦ σώματος
ὁ ὁλοστρόγγυλος δεσπότης
τὸ γόνατο, τὸ πόδι, τὰ σφυρά
ἡ περονίδα κι ὁ καθρέφτης
Κανένα μέλος φίλες μου
δὲ νίκησε τὴν ὀμορφιὰ
πού ᾽χει κάθε φορὰ
ὁ θάνατός της.
από το Μανουήλ Σκριβά του Μεταφραστού Carmen et Error: Ωδές και Στίχοι του Αντώνη Ζέρβα, εκδ. Περισπωμένη

'Ὄμορφη σπίθα τῶν θεῶν, χαρά,
Οὐράνια ἐσύ κόρη τῶν Ἠλυσίων,
Τὸ ἵερό σου διαβαίνουμε
Μεθυσμένοι ἀπὸ φωτιά.
Τὰ μάγια σου σμίγουν πάλι
Ὅ,τι χώρισε σκλαρὰ ὁ συρμός,
Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι γίνονται ἀδέρφια, ἐκεῖ
Ποὺ τ᾽ ἁπαλὰ φτερά σου τὸν ἴσκιο τους ἁπλώνουν.'
Φρίντριχ Σίλερ, Ωδή στη Χαρά: Με την παρτιτούρα (απόσπασμα) της Ωδής από την Συμφωνία του Μπετόβεν, μτφρ. Θανάσης Λάμπρου, εκδ. Περισπωμένη

'ἱκετεύω σε, γεραιά,
γεραιῶν ἐκ στομάτων, πρὸς
γόνυ πίπτουσα τὸ σόν·
— ἄνομοι ... — τέκνα λῦσαι. — φθιμένων
νεκύων οἳ καταλείπουσι μέλη
θανάτῳ λυσιμελεῖ θηρσὶν ὀρείοισι βοράν·
— ἐσιδοῦσ᾽ οἰκτρὰ μὲν ὄσσων
δάκρυ᾽ ἀμφὶ βλεφάροις, ῥυ-
σὰ δὲ σαρκῶν πολιᾶν
καταδρύμματα χειρῶν· τί γάρ; ἃ
φθιμένους παῖδας ἐμοὺς οὔτε δόμοις
προθέμαν οὔτε τάφων χώματα γαίας ἐσορῶ.
— ἔτεκες καὶ σύ ποτ᾽, ὦ πότνια, κοῦρον
φίλα ποιησαμένα λέ-
κτρα πόσει σῷ· μετά νυν
δὸς ἐμοὶ σᾶς διανοίας,
μετάδος δ᾽, ὅσσον ἐπαλγῶ μελέα
φθιμένων οὓς ἔτεκον·
παράπεισον δὲ σόν, ὤ, λισσόμεθ᾽, ἐλθεῖν
τέκνον Ἰσμηνὸν ἐμάν τ᾽ ἐς χέρα θεῖναι
νεκύων θαλερᾷ σώματ᾽ ἀλαίνοντ᾽ ἄταφα.
— ὁσίως οὔχ, ὑπ᾽ ἀνάγκας δὲ προπίπτου-
σα προσαιτοῦσ᾽ ἔμολον δε-
ξιπύρους θεῶν θυμέλας·
ἔχομεν δ᾽ ἔνδικα, καὶ σοί
τι πάρεστι σθένος ὥστ᾽ εὐτεκνίᾳ δυσ-
τυχίαν τὰν παρ᾽ ἐμοὶ
καθελεῖν· οἰκτρὰ δὲ πάσχουσ᾽ ἱκετεύω
σὸν ἐμοὶ παῖδα ταλαίνᾳ ᾽ν χερὶ θεῖναι
νέκυν, ἀμφιβαλεῖν λυγρὰ μέλη παιδὸς ἐμοῦ.
— ἀγὼν ὅδ᾽ ἄλλος ἔρχεται γόων γόων
διάδοχος, ἀχοῦσι προσπόλων χέρες.
ἴτ᾽ ὦ ξυνῳδοὶ κτύποι,
ἴτ᾽ ὦ ξυναλγηδόνες,
χορὸν τὸν Ἅιδας σέβει,
διὰ παρῇδος ὄνυχα λευκὸν
αἱματοῦτε χρῶτά τε φόνιον·
τὰ γὰρ φθιτῶν
τοῖς ὁρῶσι κόσμος.
— ἄπληστος ἅδε μ᾽ ἐξάγει χάρις γόων
πολύπονος, ὡς ἐξ ἀλιβάτου πέτρας
ὑγρὰ ῥέουσα σταγὼν
ἄπαυστος αἰεί· γόων,
τὸ γὰρ θανόντων τέκνων
ἐπιπονόν τι κατὰ γυναῖκας
ἐς γόους πέφυκε πάθος. ἔ ἔ.
θανοῦσα τῶνδ᾽
ἀλγέων λαθοίμαν.'
*
'Με το γεροντικό μου στόμα,
γερόντισσα, σε ικετεύω
προσπέφτωτντας στα γόνατά σου·
— αχ! τους ανόσιους...
— λύτρωσε τα παιδιά μου,
— των σκοτωμένων τα κορμιά
που᾽ χει παγώσει ο θάνατος
και μην αφήσεις του βουνού
τ᾽ αγρίμια να τα κομματιάσουν.
— Κοίτα, απ᾽ τα βλέφαρά μου στάζουν
δάκρυα πικρά και με τα χέρια
τις γέρικές μου σάρκες σκίζω·
Ώω! τι να κάνω; Τα χαμένα
παιδιά μου ούτε στο σπίτι
πάνω σε στρώμα νεκρικό
τα στόλισα, ούτε βλέπω
να τα σκεπάζει χώμα του τάφου.
— Κυρά μου, μάνα είσαι κι εσύ,
του άντρα σου κι εσύ την κλίνη
γλύκανες σαν του γέννησες
αγόρι· συλλογίσου λίγο
τη θλίψη μου και νιώσε πόσο
πονώ η δυστυχισμένη εγώ
για τους χαμένους γιους που γέννησα·
πες στο παιδί σου, σε ικετεύουμε,
στον Ισμηνό πηγαίνοντας, να φέρει
και ν᾽ αποθέσει στην αγκάλη μας
των σκοτωμένων μας παλικαριών
τα σώματα, που δίχως τάφο
έτσι ατιμάζονται φριχτά.
— Δεν ήρθα για να προσκυνήσω,
μα στενεμένη απ᾽ την ανάγκη
προσπέφτω ικέτισσα
στους φλογοσκέπαστους βωμούς·
είναι το δίκιο με το μέρος μου
κι εσύ με το λαμπρό σου γιο
έχεις τη δύναμη να διώξεις
τη δυστυχία μου· σπλαχνίσου
τα πάθη μου, γι᾽ αυτό παρακαλάω
το φιο σου ν᾽ αποθέσει μέσα
στα χέρια μου τα ορφανεμένα
το πεθαμένο μου παιδί,
για ν᾽ αγκαλιάσω τα πικρά του μέλη.
— Κι άλλος θρήνος ζυγώνει καινούριος,
για να πάρει τη θέση του πρώτου μας θρήνου·
να, οι σκλάβες τα χέρια χτυπούνε·
μπρος, εσείς ω! συντρόφισσες
σε συμφορές και σε θρήνους, αρχίστε
το χορό που γλυκαίνει τον Άδη.
Τα μάγουλα σκίστε με τ᾽ άσπρα σας νύχια,
κοκκινίστε με το αίμα την όψη σας·
για όσους ζουν, μοναχό τους στολίδι
να προσφέρουν τιμές στους νεκρούς.
— Τούτη η αχόρταγη γλύκα του θρήνου,
πόνο γεμάτη, με σέρνει
κι είναι ατέλειωτη, σάμπως
το νερό του γκρεμού που ολοένα σταλάζει·
οι γυναίκες απ᾽ τη φύση τους το ᾽χουν
να ξεσπούν σε πικρά μοιρολόγια
για το θάνατο κλαίγοντας
των παιδιών του. Μακάρι,
αχ! μακάρι να πέθαινα κι έτσι
τις οδύνες μου αυτές να ξεχνούσα.'
Ευριπίδης, Ικέτιδες, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος

Ο ΘΑΝΑΤΟΠΟΙΝΗΤΗΣ [απόσπασμα]
Οι πετεινοί στον ορνιθώνα, ο Γαλάτης κορυδαλλός,
Του γαλατά οι κάδοι και οι καμπάνες στον αέρα,
Βήματα στο πλακόστρωτο, το τζάμι φωτεινό,
Είναι η λάμψη της χαράς στην γκρίζα φύλακη.
Κύριοι, δε φοβάμαι! Αν το κεφάλι μου κυλήσει
Στο καλάθι της λαιμητόμου μαζί με το δικό σου,
Ή πάλι αν είμαι τυχερός στους υπέροχους μηρούς σου
Και καλύτερα, πουλάκι μου, αν πέσει στο στο λαιμό σου...
Τραγικός, κοίτα, βασιλιάς με μισάνοιχτο στόμα
Μπαίνω στους λυπημένους σου αμμόκηπους
Όπου καυλώνεις, μόνος, με δυο δάχτυλα υψωμένα
Και το κεφάλι σκεπασμένο με λινό γαλάζιο πέπλο.
Παραληρώ, ο ηλίθιος σα να σε βλέπω,
Βασίλισσά μου, έρωτά μου και τραγούδι!
Φάντασμα στο σοβά του τοίχου, αρσενικό,
Ή θόλωσαν τα μάτια μου και με γελάνε;
Μια μελωδία εωθινή ας ψάλει η άστατη καρδιά σου
Κι έλα, μην είσαι αυστηρός, δώσε μου ένα φιλί...
Θε᾽ μου, θα τα τινάξω, χωρίς έστω μια φορά
Να σ᾽ έχω σφίξει στην καρδιά μου, στην ψωλή μου απάνω!
Θε᾽ μου, συχγώρεση ζητώ, που έχω αμαρτήσει!
Οι πόνοι μου, τα πάθη μου, τα δάκρυα της φωνής μου
Η συμφορά του εξόριστου απ᾽ την ωραία Γαλλία
Λέω πως φτάνουν, Κύριε, κάνε να κοιμηθώ
Με τσάκισε η ελπίδα!
Στη μυρωμένη σου αγκαλιά, στους πύργους του χιονιού!
Κύριε του σκότους, ξέρω να προσεύχομαι ακόμη.
Εγώ, πατέρα μου, εγώ είμαι που φώναξα μια μέρα:
Δόξα εν υψίστοις, δόξα στον προστάτη μου θεό,
Τον φτεροπόδαρο Ερμή!
Από το θάνατο ζητώ γαλήνη, αιώνιο ύπνο
Με τις χορείες των Σεραφείμ, θυμιάματα και ύμνους
Και με αγγελούδια που ζεστά φοράνε παλτουδάκια
Νύχτες ανήλιαγες, χωρίς φεγγάρι, καρτερώντας
Σε ασάλευτους χερσότοπους.
Ζαν Ζενέ, Ο Σκοινοβάτης. Ο Θανατοποινήτης, μτφρ. Χριστόφορος Λιοντάκης, εκδ. Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

'Η ίδια η ψυχή ας είναι μια ιδέα. Υπ᾽ αυτή την έννοια, η ψυχή ας είναι μια διάθεση ή τροποποίηση του Θεού υπό το κατηγόρημα «σκέψη», όπως το σώμα μας είναι μια διάθεση ή τροποποίηση του Θεού υπό το κατηγόρημα «έκταση». Αυτή η ιδέα που συγκροτεί την ψυχή ή το πνεύμα μας είναι δεδομένη στο Θεό. Ο Θεός κατέχει αυτή την ιδέα, αλλά την κατέχει ακριβώς στο μέτρο που επηρεάζεται από μια άλλη ιδέα, που είναι αιτία της. Την κατέχει, αλλά στο μέτρο που κατέχει «συνάμα» μια άλλη ιδέα, δηλ. την ιδέα άλλου πράγματος. «Η αιτία της ιδέας ενός ιδιαίτερου πράγματος είναι μια άλλη ιδέα, δηλαδή ο Θεός, καθόσον θεωρείται, ως επηρεαζόμενος από μια άλλη ιδέα· και αυτής επίσης αιτία είναι ο Θεός καθόσον επηρεάζεται από μια άλλη ιδέα, και έτσι επ᾽ άπειρον». Ο Θεός όχι μόνο κατέχεί όλες τις ιδέες όσες και τα υπαρκτά πράγματα, αλλά και όλες οι ιδέες, όπως είναι εν Θεώ, εκφράζουν την αιτία τους και την ουσία του Θεού, η οποία καθορίζει αυτή την αιτία. «Όλες οι ιδέες υπάρχουν εν Θεώ και, καθόσον αναφέρονται στο Θεό, είναι αληθείς και εντελείς». Αντίθετα, μπορούμε ήδη να εικάσουμε ότι αυτή την ιδέα, που συγκροτεί την ψυχή μας, δεν την έχουμε. Τουλάχιστον, δεν την έχουμε άμεσα· διότι υπάρχει εν Θεώ, αλλά μόνο στο μέτρο που αυτός κατέχει επίσης την ιδέα άλλου πράγματος.
Ο τρόπος μετέχει στη δύναμη του Θεού, όπως το σώμα μας μετέχει στη δύναμη του υπάρχειν και η ψυχή μας μετέχει στη δύναμη του σκέπτεσθαι. Ο τρόπος είναι ταυτόχρονα μέρος: μέρος της δύναμης του Θεού και μέρος της Φύσης. Άρα, υφίσταται αναγκαία την επιρροή των άλλων μερών. Οι άλλες ιδέες ενεργούν αναγκαία στην ψυχή μας, όπως τα άλλα σώματα στο σώμα μας. Εδώ, εμφανίζονται «διαθέσεις» ενός δευτερογενούς είδους: δεν πρόκειται πια για το ίδιο το σώμα, αλλά γι᾽ αυτό που συμβαίνει μέσα στο σώμα· δεν πρόκειται πια για την ψυχή (ιδέα του σώματος), αλλά γι᾽ αυτό που συμβαίνει μέσα στην ψυχή (ιδέα εκείνου που συμβαίνει μέσα στο σώμα). Έτσι, υπ᾽ αυτή την έννοια έχουμε ιδέες· διότι οι ιδέες αυτών των διαθέσεων υπάρχουν εν Θεώ, αλλά στο μέτρο που ο Θεός εξηγείται μόνο μέσω της ψυχής μας, ανεξάρτητα από τις άλλες ιδέες που έχει· άρα, αυτές οι ιδέες υπάρχουν μέσα μας. Εάν έχουμε μια γνώση των εξωτερικών σωμάτων, του δικού μας σώματος, της ίδιας της ψυχής μας, τούτο συμβαίνει μόνον μέσω αυτών των ιδεών των διαθέσεων. Μόνο αυτές μάς είναι δεδομένες: αντιλαμβανόμαστε τα εξωτερικά σώματα μόνο στο μέτρο που μας επηρεάζουν, αντιλαμβανόμαστε το σώμα μας μόνο στο μέτρο που επηρεάζεται και αντιλαμβανόμαστε την ψυχή μας μέσω της ιδέας της ιδέας του επηρεασμού. Εκείνο που αποκαλούμε «αντικείμενο» είναι μόνο το αποτέλεσμα ενός αντικειμένου πάνω στο σώμα μας· εκείνο που αποκαλούμε «εγώ», είναι μόνο η ιδέα που έχουμε του σώματος και της ψυχής μας καθόσον αυτά υφίστανται ένα αποτέλεσμα. Εδώ, το δεδομένο παρουσιάζεται ως η πιο μύχια και πιο βιωμένη σχέση, καθώς επίσης και η πιο συγκεχυμένη, ανάμεσα στη γνώση των σωμάτων, τη γνώση του σώματός μας και τη γνώση του εαυτού μας.
Ας θεωρήσουμε αυτές τις ιδέες που έχουμε, οι οποίες αντιστοιχούν στο αποτέλεσμα ενός αντικειμένου πάνω στο σώμα μας. Αφενός, εξαρτώνται από τη δύναμή μας του γνωρίζειν, δηλ. από την ψυχή ή το πνεύμα μας, όπως και από τη μορφική τους αιτία. Αλλά δεν έχουμε την ιδέα του σώματος ούτε της ψυχής μας ανεξάρτητα από το υφιστάμενο αποτέλεσμα. Δεν είμαστε συνεπώς σε θέση να κατανοήσουμε τον εαυτό μας ως τη μορφική αιτία των ιδεών που έχουμε· αυτές εμφανίζονται σε ύψιστο βαθμό ως το προϊόν της τύχης. Αφετέρου, οι ιδέες μας έχουν ως υλικές αιτίες ιδέες εξωτερικών πραγμάτων. Όμως ούτε αυτές τις ιδέες εξωτερικών πραγμάτων τις έχουμε· υπάρχουν εν Θεώ, αλλά όχι στο μέτρο που αυτός συγκροτεί την ψυχή ή το πνεύμα μας. Επομένως, δεν κατέχουμε τις ιδέες μας μέσα σε τέτοιες συνθήκες, ώστε να μπορούν να εκφράσουν την (υλική) αιτία τους. Αναμφίβολα, οι ιδέες μας των διαθέσεων «περικλείουν» την αιτία τους, δηλ. την αντικειμενική ουσία του εξωτερικού σώματος· αλλά δεν το «εκφράζουν», δεν το «εξηγούν». Ομοίως, περικλείουν τη δύναμή μας του γνωρίζειν, αλλά δεν εξηγούνται μέσω αυτής και παραπέμπουν στην τύχη. Να που, σε αυτή την περίπτωση, η λέξη «περικλείειν» δεν είναι πλέον ένα συσχετικό στοιχείο του «εξηγείν» η του «εκφράζειν», αλλά αντιτίθεται σε αυτά, υποδηλώνοντας τη μείξη του εξωτερικού σώματος και του σώματός μας μέσα στη διάθεση της οποίας έχουμε την ιδέα. Η πιο συχνή διατύπωση που χρησιμοποιεί ο Σπινόζα είναι η ακόλουθη: οι ιδέες μας των διαθέσεων δείχνουν μια κατάσταση του σώματος μας, αλλά δεν εξηγούν τη φύση ή την ουσία του εξωτερικού σώματος. Τούτο σημαίνει ότι οι ιδέες που έχουμε είναι σημεία, ενδεικτικές εικόνες τυπωμένες μέσα μας και όχι εκφραστικές ιδέες σχηματισμένες από εμάς· αντιλήψεις ή φαντασίες, όχι κατανοήσεις.
Η εικόνα, στην κυριολεξία, είναι το αποτύπωμα, το ίχνος ή η φυσική εντύπωση, η ίδια η διάθεση του σώματος, το αποτέλεσμα ενός σώματος πάνω στα ρευστά ή μαλακά μέρη του δικού μας· η εικόνα, με τη μεταφορική έννοια, είναι η ιδέα της διάθεσης, που μας γνωστοποιεί μόνο το αντικείμενο μέσω του αποτελέσματός του. Αλλά μια τέτοια γνώση δεν αποτελεί πραγματική γνώση, στην καλύτερη περίπτωση θα τη χαρακτηρίζαμε αναγνώριση. Εξ αυτού απορρέουν τα χαρακτηριστικά της ένδειξης εν γένει: η πρώτη «ένδειξη» δεν είναι ποτέ η ουσία μας, αλλά μια στιγμιαία κατάσταση της μεταβλητής μας συγκρότησης· η δευτερογενής (έμμεση) ένδειξη δεν είναι ποτέ η ουσία ή η φύση ενός εξωτερικού πράγματος, αλλά η εμφάνιση, που μας επιτρέπει μόνο να αναγνωρίσουμε το πράγμα ξεκινώντας από το αποτέλεσμά του και συνεπώς να βεβαιώσουμε την απλή παρουσία του, δικαίως ή αδίκως. Οι ιδέες που έχουμε, προϊόντα της τύχης και των συναντήσεων, χρησιμεύουν στην αναγνώριση, είναι καθαρά ενδεικτικές, μη εκφραστικές δηλ. ατελείς. Η ατελής δεν είναι ούτε απόλυτη στέρηση ούτε απόλυτη άγνοια: περικλείει μια στέρηση γνώσης.'
Ζιλ Ντελέζ, Ο Σπινόζα και το Πρόβλημα της Έκφρασης, μτφρ. Φώτης Σιατίτσας, εκδ. Κριτική

'Τὸ βλέφατο λυπημένο — παραμόνευες, ὅπου ἡ χίμαιρα χτυπιέται. Ὅμως, σάν ἀπό θαῦμα ξεκολλημένος ἀπό τά σκοτάδια μου, γιά τά σεντόνια μου, νά πού ἔρχεσαι νά μέ γλείψεις ἐπιδερμικά, ἀκόμα ἀθῶος, δισταχτικός ἀνάμεσα στό παιδί καί στόν νεαρό καβαλάρη, στό κορίτσι καί στόν ἥλιο, στό τριαντάφυλλο καί στό ἀγόρι, στή σελήνη καί στό θάνατο — στό δευτερόλεπτο κάθε φορά μιᾶς ἄλλης μεταμόρφωσης — στό θάνατο καί σ᾽ αὐτό τό βιβλίο. Σέ ποιόν, ἄν ὄχι σέ σένα, νά μιλήσω γιά σένα, γιά ν᾽ ἀποκαταστήσω — ἕως τό δίκαιο ἀφανισμό μιᾶς ἠχοῦς πού ὁλοένα βουβαίνεται — ἕναν ἀνώφελο διάλογο; Σ᾽ ὅ,τι σέ ἀφορᾶ, νά οἱ χειρότερες λεπτομέρειες. Κατάφυγε πρῶτα μές στόν τρόμο αὐτοῦ τοῦ κειμένου, ἔπειτα μές στή δική μας σύγχυση, ὕστερα μέσα σέ μιά περιοχή μοναχική, ἀσύλληπτη, στό Θρύλο, ἐάν τό τολμᾶς. Εἰδάλλως, βρές ξανά τό δρόμο τῶν διαθέσεών μου: αἶμα, δάκρυα, σπέρματα, γιά τόν πιό κρυφό μου ὀργασμό· κουλουριάσου ἐκεῖ, καί μέσα σ᾽ αὐτή τήν κύστη ἄρχισε ξανά τήν ἀγρύπνια τοῦ ἑνός ματιού σου.'
Ζαν Ζενέ, Αποσπάσματα..., μτφρ. Ελένη Μαχαίρα, εκδ. Ύψιλον / Βιβλία

'« Κύριε Ζενέ », μοῦ εἶπε, « ἡ Διοίκηση μὲ ὑποχρεώνει νὰ τοὺς παίρνω τὰ μαχαίρια. Ὁπότε κι ἐγὼ ὑπακούω. Ὅμως, κοιτάξτε τα. Θέλετε νὰ μοῦ πεῖτε ἄν σᾶς μοιάζουν ἐπικίνδυνα ; Εἶναι ντενεκεδένια. Ντενεκεδένια ! Μὲ αὐτὰ εἲναι ἀδύνατον νὰ σκοτώσεις ἄνθρωπο ». Ἀγνοοῦσε ἄραγε πὼς ὅσο ἀποστασιοποιεἶται ἀπὸ τὴν πρακτικὴ χρήση γιὰ τὴν ὁποία προορίζεται, τὸ ἀντικείμενο μεταμορφώνεται καὶ γίνεται σύμβολο ; Μπορεῖ ἐνίοτε νὰ ἀλλάξει ἀκόμα καὶ μορφή: τότε λέμε ὅτι στυλιζαρίστηκε. Τότε εἶναι ποὺ δρᾶ ὑπόγεια, προκαλώντας τρομερὲς καταστροφὲς στὴν ψυχὴ τῶν παιδιῶν. Χωμένο σὲ ἕνα ἀχυρόστρωμα ἤ κρυμμένο στὴ φόδρα ἑνὸς σακακιοῦ, ἀκόμα καλύτερα ἑνὸς παντελονιοῦ –ὄχι γιὰ περισσότερη ἄνεση, ἀλλὰ προκειμένου να ’ναι κοντὰ στὸ ὄργανο τοῦ ὁποίου συνιστᾶ τὸ ἰσχυρότερο σύμβολο–, ἀποτελεῖ σημεῖο αὐτοῦ καθεαυτοῦ τοῦ φόνου ποὺ τὸ παιδὶ δὲν πρόκειται νὰ διαπράξει στ’ ἀλήθεια ἀλλὰ θὰ αὐγατίζει τὴν ὀνειροπόλησή του, κατευθεύνοντάς την, ἐλπίζω, πρὸς τὶς πλέον ἐγκληματικές ἐκδοχές της. Ποιά λοιπὸν χρησιμότητα ὑπηρετεῖται ὅταν τοῦ ἀφαιροῦν τὸ μαχαίρι ; Τὸ παιδὶ θὰ ἐπιλέξει ἕνα ἄλλο, φαινομενικὰ πιὸ ἀθῶο, ἀντικείμενο ὡς σημεῖο τοῦ φόνου, κι ἄν τοῦ τὸ ἀφαιρέσουν καὶ αὐτό, θὰ διαφυλάξει μέσα του, σὰν κόρη ὀφθαλμοῦ, τὴν πιὸ ἁδρὴ εἰκόνα τοῦ ὅπλου.'
Ζαν Ζενέ, Το Παιδί Εγκληματίας, μτφρ. Σπύρος Γιανναράς, εκδ. Άγρα






