προγραφές

Εξώφυλλο: Μάρτιν Χάιντεγκερ, Η Τέχνη και ο Χώρος

'Ὁ χῶρος - ἀνήκει ἄραγε στὰ ἀρχέγονα φαινόμενα, μὲ τὴν ἀντίληψη τῶν ὁποίων (σύμφωνα μὲ μιὰ διατύπωση τοῦ Goethe) καταλαμβάνει τὸν ἄνθρωπο ἕνα δέος ποὺ μπορεῖ νὰ ὁδηγηθεῖ ἕως τὴν ἀγωνία; Διότι πίσω ἀπὸ τὸ χῶρο, τουλάχιστον ἔτσι φαίνεται, δὲν ὑπάρχει τίποτα στὸ ὁποῖο θὰ μποροὺσε κανεὶς νὰ ἀναχθεῖ. Ἐνώπιον αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει καμιὰ διαφυγὴ πρὸς κάτι ἄλλο. Ὅ,τι ἰδιάζει στὸ χῶρο πρέπει νὰ δειχθεῖ ἀφ’ ἐαυτοῦ του. Ἐπιτρέπει διόλου ὁ χῶρος νὰ δειχθεῖ ἡ ἰδιαιτερότητά του;'

'Καὶ τί θὰ προέκυπτε σχετικὰ μὲ τὸ κενὸ τοῦ χώρου; Πολὺ συχνᾶ τὸ κενὸ ἐμφανίζεται μόνο σὰν ἕνα ἐλάτωμμα. Τότε τὸ κενὸ ἰσχύει ὡς ἔλλειψη μιᾶς πλήρωσης κούφιων κι ἐνδιάμεσων χώρων.'

'Ἴσως ὅμως τὸ κενὸ συγγενεύει μὲ τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ τόπου καὶ γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἐλάττωμα, ἀλλὰ εἶναι μιὰ προαγωγή.

Μάρτιν Χάιντεγκερ, Η Τέχνη και ο Χώρος, μτφρ. Γιάννης Τζαβάρας, εκδ. Ίνδικτος

Εξώφυλλο: Μισέλ Ουελμπέκ, Πλατφόρμα

'Στη ζωή μου γνώρισα την οδύνη, την καταπίεση, το άγχος· ποτέ την πλήξη. Δεν είχα ποτέ καμία ένσταση απέναντι στην αιώνια, στην ανόητη επανάληψη του ίδιου και του ίδιου. Εννοείται, δεν είχα την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσα να φτάσω σ’ αυτό το σημείο· ξέρω ότι η δυστυχία είναι ατσαλένια, εφευρετική και επίμονη· σε κάθε περίπτωση όμως ήταν μια προοπτική που δεν μου ενέπνεε την παραμικρή ανησυχία. Όταν ήμουν παιδί, μπορούσα να περνάω ώρες μετρώντας τα φύλλα των τριφυλλιών σ’ ένα λιβάδι: ποτέ, έπειτα από χρόνια έρευνας, δεν είχα βρει τετράφυλλο τριφύλλι. Δεν ένιωθα απογοήτευση, ούτε πικρία· εδώ που τα λέμε, θα μπορούσα κάλλιστα να μετράω φύλλα γρασιδιού επ’ άπειρον: όλα εκείνα τα τριφύλλια, με τα τρία φύλλα τους, μου φάνταζαν ατελεύτητα όμοια, ατελεύτητα υπέροχα. Μια μέρα, στα δώδεκά μου, ανέβηκα στην κορυφή ενός ηλεκτρικού πυλώνα, σ’ ένα ύψωμα. Κατά την ανάβαση, δεν είχα κοιτάξει στιγμή προς τα κάτω. Όταν έφτασα στην κορυφή, πάνω στην πλατφόρμα, η κατάβαση μου φάνηκε δύσκολη κι επικίνδυνη. Οι οροσειρές απλώνονταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι, στεφανωμένες με προαιώνιο χιόνι. Το απλούστερο θα ήταν να παρέμενα στη θέση μου ή να πηδούσα. Με κράτησε, in extremis, η σκέψη της σύγκρουσης με το έδαφος· αλλιώς, νομίζω ότι θα μπορούσα να απολαμβάνω την πτήση μου στο διηνεκές.'

Μισέλ Ουελμπέκ, Πλατφόρμα, μτφρ. Κώστας Κατσουλάρης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Εξώφυλλο: Μάρτιν Χάιντεγκερ, Ποιητικά Κατοικεί ο Άνθρωπος

'Η ποίηση είναι, με την πιο στενή έννοια του όρου, «λήψη μέτρου», ενέργεια μέσω της οποίας -και μόνον αυτής- ο άνθρωπος δεξιώνεται το μέτρο για όλο το μέγεθος της ουσίας του. Ο άνθρωπος αναπτύσσει την ουσία του ως θνητός. Ονομάζεται έτσι γιατί μπορεί να πεθάνει. Μπορώ να πεθάνω σημαίνει: είμαι ικανός για τον θάνατο ως θάνατο. Μόνο ο άνθρωπος πεθαίνει - και μάλιστα συνεχώς- όσο καιρό διαμένει πάνω σ᾽ αυτήν τη γη, οσο καιρό κατοικεί. Όμως το κατοικείν εδράζεται στο ποιείν.'

'Αυτό που παραμένει ξένο για τον θεό, οι όψεις του ουρανού, είναι στον άνθρωπο οικείο. Και είναι αυτό; Όλα όσα λάμπουν και θάλλουν στον ουρανό, κάτω από τον ουρανό, ηχούν και ευωδιάζουν, ανεβαίνουν καιπλησιάζουν και σιωπούν, ωχριούν και σκοτεινιάζουν. Σε όλα αυτά που είναι οικεία στον άνθρωπο αλλά ξένα στον θεό, προσαρμόζεται ο Άγνωστος για να παραμείνει μέσα τους και να προστατευτεί ως Άγνωστος. Όμως, ο ποιητής καλεί όλη τη φωτεινότητα των όψεων του ουρανού και την ηχώ των μονοπατιών και της ανάσας του στον άδοντα λόγο, κι έτσι τα κάνει να φέγγουν και να ηχούν. Μόνο που ο ποιητής, αν είναι ποιητής, δεν περιγράφει απλώς την εμφάνιση του ουρανού και της γης. Στις όψεις του ουρανού, ο ποιητής καλεί Εκείνο το οποίο, αφού αποκαλυφθεί, φέρνει στην επιφάνεια το καλυμμένο, και μάλιστα ως εφ’ εαυτού καλυμμένο. Ο ποιητής καλεί στις οικείες εμφανίσεις το ξένο, ως εκείνο στο οποίο αποστέλλει τον εαυτό του το Αόρατο για να παραμείνει αυτό που είναι: άγνωστο.'

Μάρτιν Χάιντεγκερ, Ποιητικά Κατοικεί ο Άνθρωπος, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Πλέθρον

Εξώφυλλο: Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ, Τέοντορ Β. Αντόρνο & Μαξ Χόρκχαϊμερ, Για τον Νίτσε

'ΑΝΤΟΡΝΟ: [...] Ἡ θέση τοῦ Νίτσε ἀπέναντι στὴ φιλοσοφία, τὸ μίσος του γιὰ τὴν παραδοσιακὴ φιλοσοφία, ἦταν, ἄν τὸ ποῦμε μὲ μιὰ σύγχρονη ἔκφραση, μίσος γιὰ τὴν ὀντολογία. Δὲν ἡπῆρξε ἴσως κανένας στοχαστής, ἐνδεχομένως οὔτε ὁ ἴδιος ὁ Χέγκελ, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἀντιταχθεῖ μὲ τόσο πάθος ὅσο ὁ Νίτσε στὴ διδασκαλία γιὰ τὶς σταθερές, στὴν ἀντίληψη γιὰ τὶς ἀμετάβλητες ἰδιότητες τοῦ Εἶναι, γιὰ τὸ Εἶναι, τὸ ἀμετάβλητο τῆς ἀλήθειας, τῆς πλατωνικῆς ἰδέας, καὶ οἱ θαυμάσιες ἀναλύσεις, προπάντων τῆς ὄψιμης περιόδου, ἀποσκοποῦσαν στὴν ἀποσυναρμολόγηση αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς πλάνης. Αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ μάθουμε σήμερα ἴσως περισσότερο ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο ἀπὸ τὸν Νίτσε, ἀκριβῶς στὶς σημερινὲς συνθῆκες τῆς φιλοσοφίας στὴ Γερμανία, εἶναι ὅτι τὸ ἐφήμερο καὶ τὸ παροδικό, αὐτὸ ποὺ εἶναι ἑτοιμόρροπο καὶ φθαρτό, καὶ ὄχι τὸ δῆθεν αἰώνιο ποὺ πάντα ἐπιβιώνει, πρέπει νὰ θεωρείται ὡς περιεχόμενο τῆς ἀλήθειας.
ΧΟΡΚΧΑΪΜΕΡ: Ἄν δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐπικαλεῖται τὶς σταθερὲς κατὰ τῆς ἀλλαγῆς, τότε ἡ φιλοσοφία τοῦ Νίτσε ὄντως δὲν εἶναι μ ό ν ο συντηρητικὴ καὶ ὁ Νίτσε θέλει κ α ὶ τὴν κοινωνικὴ ἀλλαγή. Καὶ ἀπέναντι στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἔχει ἑρμηνευτεῖ ἡ φιλοσοφία του μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι μεταξὺ τοῦ ὑπερσυντηρητισμοῦ τοῦ Νίτσε καὶ τῆς ἐξέγερσης ὑπάρχει μιὰ πολύ στενή συγγένεια.
ΓΚΑΝΤΑΜΕΡ: Ἀσφαλῶς. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶτε, κύριοί μου, τὸ τραγικό πάθος ποὺ περιέχει ἡ κεντρικὴ διδασκαλία τοῦ Νίτσε γιὰ τὴν αἰώνια ἐπιστροφή. Τὸ ἀναπόφευκτο τῆς ἀναγκαιότητας, ἡ αδυναμία νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὸν ὁρισμένο κύκλο, αὐτὰ ἀκριβῶς εἶναι τὰ πράγματα ποὺ μὲ μιὰ οὐσιαστικὴ διάσταση τραγικῆς συνείδησης διακρίνουν τὸν Νίτσε ἀπὸ ἕναν κοινωνικό μεταρυθμιστή.'

Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ, Τέοντορ Β. Αντόρνο & Μαξ Χόρκχαϊμερ, Για τον Νίτσε, μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, εκδ. Ίνδικτος

Εξώφυλλο: Μάρτιν Χάιντεγκερ, Διαμονές: Το Ταξίδι στην Ελλάδα

'Κάθε λέγειν και διά μέσου αυτού η εκάστοτε πλάση και έργο, η κάθε δράση και η κάθε πράξη δέχονται από την αλήθεια και διατηρούν μέσα της τον προσδιορισμό του τύπου τους. Γιατί η αλήθεια είναι το φέρον πεδίο: Είναι τα ανοικτά που αυτοπροσφέρονται, φέρονται προς τα πάντα, τα οριοθετούν και τα ελευθερώνουν, που επιτρέπουν στο κάθε τι που είναι παρόν και απόν να έρχεται και να διαρκεί, ν’ αποχωρεί και να λανθάνει.
Κάθε ποίηση και νόηση προϋποθέτει την θεώρησή της από την αλήθεια. Αυτή η ίδια κατακρατείται έτσι μέσα στην θνητή πρό-βλεψη. Η αλήθεια βλέπεται, αλλά δεν νοείται ως προς το προσίδιο χαρακτηριστικό της με τρόπο που να προσιδιάζει σ’ αυτό. Έκτοτε παρέμεινε μη νοημένη και ανερώτητη για την προέλευσή της.
Αλήθεια είναι η αυθεντική λέξη του ελληνικού Dasein, ο μύθος, δηλαδή τα λεγόμενα που γίνονται η ελληνική νόηση, όταν εκδιπλώνονται ως ο λόγος μέσα στο λέγειν και στο διαλέγεσθαι, δηλαδή μέσα στο εκ-φράζειν του παρείναι και το δια-φράζειν του. Τα παρόντα αληθεύουν, επειδὴ η παροντικότητά τους ξεσκεπάζεται μέσα στόν ορίζοντα του κρυψίματος· το αληθεύειν είναι ο βασικός χαρακτήρας που διατηρεί η ελληνική σκέψη απ’ άκρη σ’ άκρη, χωρίς να τον έχει περαιτέρω συλλογισθεῖ.'

 

Μάρτιν Χάιντεγκερ, Διαμονές: Το Ταξίδι στην Ελλάδα, μτφρ. Γιώργος Φαράκλας, εκδ. Κριτική

'The Seagulls of Kristiansund' [album: One More Time (2002)] - Mal Waldron (with Jean-Jacques Avenel & Steve Lacy)

Εξώφυλλο: Μισέλ Φουκό, Ο Στοχασμός του Έξω: Για τον Maurice Blanchot

'Μᾶς ἑλκύουν στό μέτρο ἀκριβώς πού μᾶς παραμελοῦν. Καί γι’ αὐτό ἔπρεπε ἀσφαλῶς ὁ ζῆλος νά συνίσταται στό νά παραμελεῖ τήν ἀμέλεια, νά γίνει ὁ ἴδιος μιά ἔγνοια θαρραλέα ἀμελής, νά προχωρήσει πρός τό φῶς μέσα ἀπό τήν παραμέληση τῆς σκιᾶς, ὤς τή στιγμή πού ἀνακαλύπτεται ὅτι τό φῶς δέν εἶναι παρά ἀμέλεια, καθαρό ἔξω ἰσοδύναμο μέ τή νύχτα, ἡ ὁποία διασκορπίζει, σάν ἔνα κερί πού σβήνουμε, τόν ἀμελή ζῆλο ποὐ ἑλκύστηκε ἀπ’ αὐτήν.'

'Τό καθαρό ἔξω τῆς γένησης, ἄν εἶναι ἀκριβῶς αὐτό πού μεριμνᾶ νά περισυλλέξει ἡ γλώσσα, δέν σταθεροποιεῖται ποτέ σέ μιά ἀκίνητη καί διεισδύσιμη θετικότητα. Καί τό ἔξω, πού πάντα ξαναρχίζει, τοῦ θανάτου, ἄν καί φέρεται πρός τό φῶς ἀπό τήν οὐσιώδη στή γλώσσα λήθη, δέν θέτει ποτέ τό ὅριο, πέραν τοῦ ὁποίου θά σκιαγραφοῦνταν, ἐπιτέλους, ἡ ἀλήθεια. Πέφτουν ἀμέσως τό ἕνα μέσα στό ἄλλο. Ἡ γένεση ἔχει τἠ διαφάνεια αὐτοῦ πού δέν ἔχει τέλος, ὁ θάνατος ἀνοίγεται ἀπεριόριστα στήν ἐπανάληψη τῆς ἀρχῆς. Καί αὐτό πού εἶναι ἡ γλώσσα (ὄχι αὐτό πού θέλει νά πεῖ, ὄχι ἡ μορφή μέ τήν ὁποία τό λέει), αὐτό πού εἶναι ἐν τῶ εἶναι του, εἶναι αὐτή ἡ τόσο λεπτή φωνή, αὐτή ἡ τόσο ἀδιόρατη ἀπόσυρση, αὐτή ἡ ἀδυναμία στό ἐπίκεντρο καί γύρω ἀπό κάθε πράγμα, ἀπό κάθε πρόσωπο, πού λούζεται ἀπό τήν ἴδια οὐδέτερη λάμψη -καί τή μέρα καί τή νύχτα-, ἡ ὄψιμη προσπάθεια τῆς γένεσης, ἡ πρωινή διάβρωση τοῦ θανάτου. Ἡ θανάσιμη λησμονιά τοῦ Ὀρφέα, ἡ προσμονή τοῦ δεσμώτη Ὀδυσσέα, εἶναι τό ἴδιο τό εἶναι τῆς γλώσσας.'

Μισέλ Φουκό, Ο Στοχασμός του Έξω: Για τον Maurice Blanchot, μτφρ. Γιώργος Σπανός, εκδ. Πλέθρον

Detail from the wall-painting depicting the abduction of Persephone by Pluto, mid-4th century BC, Vergina, Tomb of Persephone

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑