
'Και το έκανε το απεγνωσμένο άλμα ο καταδικασμένος ονειρευτής, μακριά από εκείνο το πελώριο αλογοκέφαλο βδέλυγμα, βουτώντας κάτω στις ατέλειωτες αβύσσους του ενσυνείδητου σκότους. Αμέτρητοι αιώνες στροβιλίζονταν, σύμπαντα πέθαιναν και γεννιόνταν ξανά, αστέρια γίνονταν νεφελώματα και νεφελώματα γίνονταν αστέρια, κι ακόμη ο Ράντολφ Κάρτερ συνέχιζε να πέφτει μέσα από τις ατέλειωτες αβύσσους του ενσυνείδητου σκότους.
Ύστερα, στην αργή έρπουσα πορεία της αιωνιότητας, ο έσχατος κύκλος του σύμπαντος αυτοαναδεύτηκε σε μία ακόμη μάταιη ολοκλήρωση, και το καθετί ξανάγινε όπως ήταν πριν απροσμέτρητες αιωνιότητες. Η ύλη και το φως γεννήθηκαν εξαρχής, έτσι όπως τα γνώριζε κάποτε ο χώρος· κομήτες, ήλιοι και κόσμοι ξεπήδησαν φλεγόμενα στη ζωή, αν και τίποτε δεν είχε επιβιώσει για να καταμαρτυρήσει ότι είχαν κάποτε υπάρξει και χαθεί, ξαναϋπάρξει και ξαναχαθεί, πάντα και για πάντα, ως πίσω στην ουδεμία πρώτη αρχή.
Και υπήρξε ξανά ένα στερέωμα, κι ένας άνεμος, και μια λάμψη από πορφυρό φως στα μάτια του ονειρευτή που έπεφτε στο χάος. Υπήρχαν θεοί και παρουσίες και βουλήσεις, ομορφιά και κακό, καθώς και το ουρλιαχτό της κακόβουλης νύχτας που είχε στερηθεί τη λεία της. Γιατί μέσα από τον άγνωστο έσχατο κύκλο είχε επιζήσει μια σκέψη κι ένα όραμα των παιδικών χρόνων ενός ονειρευτή, και τώρα τα δυο αυτά ξανάπλαθαν έναν ξυπνητό κόσμο και μια παλιά αγαπημένη πόλη για να δώσουν υπόσταση και δικαίωση στα πράγματα αυτά. [...]
Αστέρια ωρίμασαν σε αυγές, και αυγές άνθισαν σε πίδακες από χρυσαφιά, άλικα και πορφυρά χρώματα, κι ακόμη ο ονειρευτής συνέχιζε να πέφτει. Κραυγές έσκιζαν τους αιθέρες σαν κορδέλες φωτός, χτυπώντας κι αποκρούοντας τους δαίμονες από Έξω.'
Χ. Φ. Λάβκραφτ, Η Ονειρική Αναζήτηση του Άγνωστου Καντάθ, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7
Frame grab from Joël Séria’s Mais ne nous délivrez pas du mal (1971)
Frame grab from Shûsuke Kaneko’s Itazura Lolita: Ushirokara virgin (1986)

'Κάθε φορά που μου ’ρχεται στο νου αυτός ο ψόφιος σπιτόγατος, ο Σεμ ο Σκρίβενιτς, που μια ζωή μου κόβει φράσεις για να μου παίρνει λόγια, θεμουφύλαγε, δηλώνω ευθαρσώς πως σαγονοπονώ! Και πάνω που σκαρύφαινα το σκιαγράφημά του, να τον που αρχινίζει τη βιογραφρίκα του με κοπρότατες αισχρολογίες.'
'Πούντα τα όλα τα παιδιά της, λέω; Εις βασιλείαν απωλεσθείσαν, εις δύναμιν μέλλουσαν, εις δοξαπατρί; Αλληλούγαια, αλληλούδατα! Αλλά εδώ, αλλά όχι άλλο, αλλά χαμένα αλλού.'
'Σε τάισαν, σε πότισαν, σ’ ανάθρεψαν και σ’ έθρεψαν από την ευλογημένη παιδική σου ηλικία και πέρα σε τούτο το νησί των δυο πάσχα… και τώρα μα την αλήθεια, νέγρος ανάμεσα σε λευκομπάσταρδους τούτου του μπάσταρδου αιώνα έγινες κι εσύ σαν τους διπλοσώματους διπλοπνεύματους αντίπαλους θεούς, αφανέρωτος και φανερός, όχι, καταδικασμένε ηλίθιε, αναρχικέ, εγωαρχικέ, αιρεσιάρχη, στύλωσες το διαλυμένο σου βασίλειο πάνω στο κενό της βαθύτατα αναποφάσιστης ψυχής σου.'
'Ήταν γκρίζος στις τρεις, σαν τον κύκνο τον πυγόποδα, όταν έκανε την καπελαδούρα του στο κοινό και διοπτροφόρος σαν μετάνιωσε μετά τις εφτά… Χτυπιόταν κάτω μ’ ένα γέλιο παροξυσμικό στην ηλικία της απώλειας της λογικής την αχτύπητη πρώτη φορά που τα τίναξε πριν από μένα. Είναι αλλόκοτος, σ’ το λέω, και μεσαιωνικός ίσαε το ψυχωμένο του μεδούλι, Μην τον κοιτάς που όλο περδουκλώνεται κι είναι η μούρη του σαν αργασμένη. Γι’ αυτό του απαγορέψανε να ζευγαρώσει και τον ορμήνεψαν ν’ αποφύγει τη γαμοαρένα κατά το Νόμο των Ανίσχυρων Πτωμάτων… Μετά κόλλησε ευρωπίτιδα και μπήκε στην εταιρεία των ιησούδων. Με τους Γαλάτες και τους Φραντς Τσέχους και τους Βουδαπέστους και τους Μπρατισλάβους.'
'Αχ τριέστι, τριέστι, τα σωθικά μου έφαγα!'
'Γητεμένοι, αγαπητέ γλυκέ Ασπίσλαε, νιε εξομολογητή, φίλτερε φίλτατε, ενταύθα κείμεθα, περίψηλοι, Ω παντεπόπτα, σε χαιρετούμε.'
'Αχ! Η κατρακύλα μου σε τι βαρύαλγο τον κατρακύλησε. Μήτε καλόπιστο πιοτί, μήτε καμπανιστός καμπανίτης μήτε λαρυγκόκαυκο αψέντι, μήτε πούεο ζεοζήθι. Σάλιο! Ο τραγικός παλιάτσος βαλάντωνε άνευ βαλαντίου σπένδων νερωμένας σπονδάς με ξινίποτο τι χρώματος ρουβινί πορτοκαλώχρου τσαγαλοκίτρινου βαθυποκυάνου εκ συντεθλιμμένης αγρίφραππας.'
'Το σιωπηλό κοκόρι επιτέλους θα λαλήσει. Τον ύπνο η δύση θα τινάξει απ’ την ανατολή. Περιπάτει όσο έχεις τη νύχτα μέρα, ελαφροπρογευματοκομιστά…'
'Επίτρεψέ μου να σου πω, με τη μέγιστη ευγένεια, πως με τον πιο συνηθισμένο τρόπο ήταν προμελετημένα, τα πρωτοτόκια σου, λέω, να… έχεις ένα συγκεκριμένο καθήκον… σε συγκεκριμένο ιερό λειτούργημα… σε συγκεκριμένες αγωνιώδεις ώρες γραφείου… και να κάνεις τη δεκαρο-δουλίτσα σου κι έτσι να κερδίζεις τις ειλικρινείς ευχαριστίες του έθνους… όμως, άμα το δεις, χαλαρά και το φουσέκι και το στόχο σου, την κοπανάς σαν τον Μπουλανζέ απ’ το Γκάλγουεη… και μας το λαλάς αλλού το τραγουδάκι… νομάδας, φεγγαροκρουσμένος κάτω από τα φανάρια, κόντρα μας, πασχίζοντας ανάμεσα στα πνιχτά γέλια των άλλων να συγκαλύψεις με το ζευγάρωμα την κοπρολαγνεία σου… αρσενικά μονοσύλλαβα πανομοιότυπου ποντικού, ένας ιρλανδός εμιγκρές που έφυγε από τη λάθος πόρτα, εσύ που θρονιάζεσαι στο στραβοχυμένο σου φτηνιάρικο στυλάρι, ψευτοκαλόγερος χωρίς τους φραμπαλάδες του, εσύ (με το γέλιο του Σέξπυρ θα με βοηθήσεις με το επίθετο;) ημισημιτικέ καρποφόρε ανιχνευτή, εσύ (ευχαριστώ, νομίζω πως αυτό σε περιγράφει) Ευρασιάτη Αφριγιάνκη!'
'Το περιπαθητικό μορφοείδωλο της ανοικονόμητης Ακκιακρίδας με την ετερηκάρα στο μυρμήγκι, ύστερα από τα τρις ακαρεί ταξίδια, άνευ ασφαλείας και αγάπης, ζώον κατηγορίας πτερού, καθοσιώνοντας κανονικώς και κομπαστικώς την απελπισία του χρόνου, παραέπεφτε κατά πώς φαίνετααι βαρύ για τη βαρύτητά του.'
'Και τότε ο ευσεβής Αινείας, υπάκουσε στο βροντερό φιρμάνι που επιτάσσει στην τρεμυλώδη γη πως σαν έρθει το κάλεσμα, αυτός θα παράγει νυχθημερινά από το απαίσιο σώμα του μια όχι απροσδιόριστη ποσότητα αισχρού υλικού μη προστατευόμενη από κοπιράιτ στα Ηνωμένα Άστρα της Ουρανίας γιατί αλλιώς θα του κάνουν κι αυτό και τ’ άλλο και το παραδίπλα και το παραπίσω, με τούτη την πώρωση, που κάνει το αίμα να βράζει, γαλλικό οξύ σε σιδηρομετάλλευμα, μέσα από τα σπλάχνα της μιζέριας του, φανταχτερά, ειλικρινά, δύστροπα, ταιριαστά, αυτός ο Ησαύ Μενσεβίκος, ο πρώτος και ο τελευταίος αλχημιστής που ξανάγραψε τον κάθε τετραγωνικό πόντο του μόνου τρελόχαρτου που του βρισκόταν, του κορμιού του, μέχρι που με τον διχλωριούχο υδράργυρο ένα συνεχές περίβλημα σε χρόνο ενεστώτα ξεδίπωσε αργά όλη τη γαμοβίωτη, θλιβοζύμωτη, αέναα περιφερόμενη ιστορία (έτσι, είπε, κάνοντας τις σκέψεις του από το δικό του τον προσωπικό βίο τον αβίωτο, που μεταστοιχείωνε το τυχαίο μέσα από τις βραδύκαυστες φλόγες της συνείδησης σε καταμερισμένο χάος, επικίνδυνο, κραταιό, κοινό για απαξάπαντες, ανθρώπινο μόνο, θνητό) αλλά με κάθε λέξη δεν έβαζε τέλος στο καλαμάρι το οποίο εκτοξευόταν από ένα κρυστάλλινο κόσμο ολοένα βυθιζόμενο στη μελαγχολία και τη διαφθορά μες στο αδειανό του πουκάμισο. Υφίσταται αυτό που ίσταται αφότου ειπώθηκε ότι γνωρίζουμε.'
'Κοίταξε, κοίταξε, το σούρουπο απλώνει. Τα κλαδιά μου ριζώνουν αέρινα. Κι ο παγωμένος μου αγαλιανός γίνεται αχέροντας. Φίδι κολοβό! Τι ηλικίας είναι; Ενιπλέον αργά. Ατέρμονα πια γλαύκος κι άρατος απ’ το Ρολόι του Υδραγωγείου. Το ξεμασκάλισαν, αγροίκησε το αωολόγημά τους. Πότε θα το αρμολογήσουν ξανά; Αχ, η πλάτη μου, η πλάτρη μου. Θέλω να πάω στην ΑληΠηγή. Πινγκ-Πονγκ! Ιδού κι ο Εχέδωρος της Εξισημαντρινής! Κι η Χαιρεκαιχαριτωμένη-βοήθειά μας! Πανγκ! Στίψε τα ρούχα! Ρούφα τη δροσιά!'
'Κι όμως ξέρουμε πώς δουλεύει η Μέρα τις Βαφές της, με σκιόφωτα και σκιές και σούρουπα και σκοτάδια.'
'Οι Παρίσιοι,, tu sais, σταυρός εκ σταυρού, ανήκουν σ’ όποιον παρρησιάζεται.'
'…η φήμη θε να σε βρει ανάμεσα σ’ έναν ύπνο και σε μια αγρύπνια.'
'…για κοίτα τούτο το αντωνυμικό χαρωκόπι, που χαράκτηκε ανεξίτηλα και ξαναχρωματίστηκε και σκουπίστηκε προσεκτικά στις άκρες και παραφουσκώθηκε σαν τ’ αυγό της φάλαινας, παραγεμισμένο με μπόλικη γέμιση μια κι ήταν κταδικασμένο να δει να χώνει τη μύτη μέσα του πάνω από τρισμύριες φορές για πάντα κι ακόμη μια βραδιά μέχρι που η κούτρα να βουλιάξει ή να κολυμπήσει δίπλα σ’ εκείνο τον ιδανικό αναγνώστη που υποφέρει από την ιδανική αϋπνία…'
'Ήσυχα παίρνει πίσω τις πτυχωτές εκτάσεις της. Γαλήνια ευχαριστώ. Αντίο.'
Τζέιμς Τζόις, Η Αγρύπνια των Φίννεγκαν, μτφρ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος

ΤΟ ΑΜΥΓΔΑΛΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ [απόσπασμα]
4. Ὅλα νὰ τά ’χεις
πάντα κάτι λείπει
ἀρκεὶ νὰ μὴ συντελεσθεί τὸ Ἀκέραιο
καὶ ἡ Τύχη νιώθει εὐτυχὴς
τὶς νύχτες ποὺ εμφανίζονται στὴν ἴδια θέση
τὰ μάτια τὰ ἐχθρικὰ σὰν ἄστρα
διαγράφονται οἱ σκιὲς ποὺ κατεβαίνουν
μία μία στὸν Ἅδη
ὅπως τὰ μαῦρα ἐκείνα στὶς πλευρὲς ἀρχαίου ἀγγείου
ποὺ τὸ πᾶν σκυφτὲς παρθένες
χρειάζεται
νά ’μαστε μνήμονες τοῦ πιὸ τρομεροῦ ἀγαθοῦ ποὺ ἐδόθηκε ποτὲ
ἀπό ’να σ’ ἄλλον ἄνθρωπο
ἡ ἀγάπη
μοιάζει μὲ δυὸ ποτήρια σὲ στιγμὲς ἐνθουσιασμοῦ
ντὶνγκ
λάμψη
θρύψαλα
θυμηθεῖτε τὴ Maria Alcaforado
καὶ τὸν Noël Bouton de Chamily
τὴ Jettchen καὴ τὸν Heinrich von Kleist
τὸν φίλο μας Βλαδίμηρο καὶ τὴν περίφημη Λιλή
ποὺ νὰ πάρ’ ἡ εὐχή
βρέθηκε πάντα νὰ ζητᾶμε
ἴσα ἴσα ἐκεῖνο ποὺ δὲ γίνεται
ψηλὰ σὲ κάτι οὐράνιες Αἶτνες κάτι πέλαγα ὀρεινὰ
σὲ ἀπόσταση ψυχῆς ἐρημικῆς
θάλλει φαίνεται ἀκόμη
τὸ ἀμύγδαλο τοῦ κόσμου
ἄμε δάκρυ μου ἄμε
πάρε τοὺς δρόμους τ’ οὐρανοῦ
γιὰ σένα ἡ αγρυπνία ἐτούτη.
5. (Ἀκόμα ἕνα τσιγάρο
ποὺ νὰ βαστάει ὡσότου ξεψυχήσουμε
δυὸ-τρία λεπτὰ ζωὴ
μὲ στιγμὲς ἀλήθεια ὑπέροχες
αὐλές ὅπου ἀκατανόητα μεγαλώσαμε
κὶ ἐσὺ πικρὲ ποὺ τό ’βαλες γινάτι
νὰ βρεῖς νὰ κόψεις λέει τὸ ἀμύγδαλο τοῦ κόσμου
καὶ σοῦ ἀπόμεινε τὸ χέρι
γράφοντας κάτι ποιήματα
λευκὰ στὴ μαύρη τὴ σελίδα ἐπάνου
ποιὸς ποτέ κατάλαβε
τὰ δειλινὰ ποὺ τ’ ἄντεχες μὴν καὶ δακρύσεις;
ὑπάρχει ἕνας προδότης μέσα σου
ποὺ ἡ ὥρα του θά ’ρθει νὰ τιμωρηθεῖ
ὤ φίλοι
ἄν κάποιος ἀπό μᾶς ἀμάρτησε
πρέπει νά ’ναι ὁ Θεὸς
χαλάλι του
ψάξαμε ψάξαμε ὅσο γίνεται
νἀ ’μαστε ἄνθρωποι σωστοὶ
σὲ μιὰ ταράτσα πάνου ἀπὸ τὴ θάλασσα
κοίταξε:
σπᾶν τ’ ἀστέρια ἔνα ἕνα
καὶ τὸ ὕστερο πάει φωσάκι τοῦ τσιγάρου σου
κι ἐκεῖνο σώνεται
πάτα το χάμου
ἀντίο.)
6. Θέ μου
ἄν ἡ ἀλήθεια γίνεται
κάποτε μουσική ποὺ τρώει τὴν ὕλη
πρέπει νά ’μαι ψεύτης ἀλλά πιὸ πιστευτὸς
ἀπ’ ὅλα τὰ ὄντα
ποὺ βομβοῦν ἐπάνου στὸν πλανήτη
ἄκου
ὁ ἄνθρωπος εἶναι σὰν να ’ρχεται απ’ ἀλλοῦ
γι’ ἀυτὸ καὶ ἠχεῖ παράτονα
μ’ ἕνα θυμητικὸ κατακερματισμένο ἀλλ’
ἐφεκτικό στὰ θαύματα
ἴσως καὶ να ’χω λάθος ἴσως καὶ νἀ ’ναι ποὺ
δὲν ξέρω ἀπό γραφὴ καὶ ἀνάγνωση
ὁλομόναχος
κρέμομαι
ἀπὸ τοὺς καιροὺς τοῦ Ἡράκλειτου
όπως τὸ ἀμύγδαλο τοῦ κόσμου
ἀπὸ ’ναν κλῶνο τοῦ βορείου Αἰγαίου
ἀρχαῖος ψαρὰς μὲ τὸ τρικράνι του
ποὺ ἐγνώρισε πολλὲς φουρτοῦνες ὥσπου νά:
κάποτες ἡ στιγμὴ φτάνει
τὰ νερὰ γύρω του γίνονται
ἀγλαὰ
ψυχρὰ
τριανταφυλλένια
μισοκλείνει τὰ βλέφαρα
εἶναι ποὺ ἡ ἀντανάκλαση
ὅλο κάλλος ἀπόλυτο
δείχνει μὲ ποιὸν προσώρας εἶχε
ἄθελά του συνάντηση ἐμπιστευτική.
7. Μπρὸς λοιπὸν
λησμονήσετέ με ἄν κοτᾶτε —
οἱ σαῦρες τῶν μνημείων ἀγνοοῦν καὶ γλύπτες και ἀρχιτέκτονες
τρεῖς μετὰ τὰ μεσάνυχτα
εἶναι σὰν νά ’χω γεννηθεῖ χρόνους μετά
ποὺ οἱ ἄνθρωποι διακρίνονταν στὴν πάλη καὶ στὸ ἐμπόριο
ἀξιωματικὰ ζῶ πέραν ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ βρίσκομαι
ἄλλωστε
συνεχίζοντας ἴσια τὴ μητέρα μου
θὰ μὲ συναντήσετε καὶ μετά θάνατον
(εἶναι νὰ μὴν ἀσχημονήσεις εἰδεμὴ
ἐμφανίζεται στὰ σύννεφα —ὅπως ἐπάνω στὸ χαρτάκι
οὐρώντας
τὸ σάκχαρο τοῦ διαβητικοῦ —
ἕνας μαῦρος κέλης μὲ τὸ πόδι ἐμπρός:
ἡ ματαιοδοξία
καὶ τὸ μέσα της ἀνέφικτο)
ποῦ; ποιόν; πότε;
ζητήσετε καὶ εὑρήσετε
τὴ μικρὴ Κυνηγέτιδα
ποὺ ἀπάγει τὸ ἀμύγδαλο τοῦ κόσμου
ψηλὰ στὰ ὄρη καὶ ἵπταται
σ’ ἕναν αἰώνα ουσιαστικὰ χρυσὸν
ἀλήθεια
χρήματα εκεί διόλου δεν υπάρχουν
ἠ ζωὴ νοείται σὰν κάτι τὸ ἀπροσμέτρητο
στέκω και θεωρώ τα κύματα
ὅ,τι πιὸ τέλειο πιὸ ἀνεπίδεκτο φθορᾶς
ποτέ του ὑπῆρξε.
Οδυσσέας Ελύτης, Τρία Ποιήματα με Σημαία Ευκαιρίας, εκδ. Ίκαρος

'Παρά την ταλαιπωρία τους, η Μαρία κοιτάζει γύρω της με μια έκπληξη στο βλέμμα που τον εντυπωσιάζει, λες κι αυτή η φριχτή μουσκεμένη βόλτα σηματοδοτεί το τέλος της σχολικής χρονιάς, φέρνοντας μαζί και τις αναμνήσεις από τα καλοκαίρια της παιδικής ηλικίας: το κύλισμα στο γρασίδι, ο πονοκέφαλος απ’ τη ζέστη, οι άδειοι τεμπέλικοι δρόμοι τα απογεύματα που δεν κουνιέται φύλλο, τα σχόλια από τα ραδιόφωνα των διερχόμενων αυτοκινήτων, η βραχνή φωνή της μητέρας της να έρχεται απ’ το μπαλκόνι μέσα στο σκονισμένο δειλινό, που πέφτει τόσο αργά που νιώθεις εξαπατημένος από την υποχώρηση του φωτός. Όλα αυτά να χάνονται, η έλευση του μπούστου και των καμπυλών που αναγγέλουν καινούρια, πιο επικίνδυνα παιχνίδια και αναπτύσσουν τα ακατάδικτα μειδιάματα και τις απόμακρες πόζες, αμελητέες άμυνες απέναντι στην προσήλωση των ατιθάσευτων αγοριών που είναι αδιάλειπτα στραμμένη πάνω της. Μετανιώνει για τον ρόλο του στις πρόσφατες τραγωδίες της, αλλά αποδιώχνει τη σκέψη εκλογικεύοντάς την· αν δεν ήταν αυτός να αναλάβει το έργο, θα ήταν κάποιος άλλος, λιγότερο περιποιητικός άρπαγας.'
'Στα δεξιά, βλέπουμε το παχύ χορτάρι και ξέρουμε πως είναι το σωστό σημείο. Υπάρχει ένα ξέφωτο μέσα στην πυκνή βλάστηση με τις φτέρες, τα δέντρα και τους θάμνους. Μία όαση φτιαγμένη για υπαίθριο πήδημα. Πετάμε τους σάκους μας κάτω και καθόμαστε στο γρασίδι, σαν ζευγάρι που έχει βγει για πικνίκ. Με μια παράξενα σεμνή χειρονομία, η Τζόαν κάνει να ισιώσει τη φούστα της. Έχει ένα αμυδρό σημάδι πάνω απ’ το μάτι που δεν το ’χα προσέξει ποτέ. Την τραβάω κοντά μου και τη φιλάω. Το γλείφω, το σημάδι, κι απλώνω τη γλώσσα μου στο πρόσωπό της σαν το σκυλί. Με φιλάει, δαγκώνοντας το πάνω χείλι μου. Το χέρι μου πιάνει τα βυζιά της απ’ τη μπλούζα κι αυτή τη βγάζει με φούρια και ξεκουμπώνει το τζιν και μου βγάζει λαχανιάζοντας τον πούτσο απ’ το παντελόνι. «Να γαμηθούμε... να το κάνουμε τώρα...» Μετά σταματάει και λύνει τις μπότες της στα γρήγορα, ενώ βγάζω κι εγώ τα παπούτσια μου.
Τη ρωτάω αν της έχει γλείψει ποτέ κανένας το μουνί και μου λέει, «Όχι, θα μου το κάνεις εσύ;» κι εγώ της λέω, «Ναι. Ναι, θα σ’ το φάω...» και της τραβάω απότομα το καλσόν και την κιλότα με τη μία και σκύβω στη γλυκιά, βελούδινη τούφα της. Η γλώσσα μου ανοίγει τα χείλη του μουνιού της και στριφογυρίζει στο σημείο. Ήμουν απροετοίμαστος για την αγριότητα της αντίδρασής της - βγάζει αμέσως πνιχτούς αναστεναγμούς, μετά αρχίζει να μουγκρίζει. «Θα σου ρουφήξω τον πούτσο... Θα στον ρουφήξω μέχρι να ματώσει...» και γυρνάει στο πλάι, στρίβει την πλάτη της και χώνει τους αγκώνες της στο γρασίδι, ώσπου νιώθω τη γλώσσα της να γλείφει τ’ αρχίδια μου που κρέμονται και μετά σφίγγει το στόμα της γύρω απ’ το πουλί μου. Είμαστε κι οι δυο μες στην κάβλα κι αφήνω το βλέμμα μου να περιπλανηθεί στους θάμνους για να ξεχάσω την ορμή που συσσωρεύεται μέσα μου. Ξαφνικά, μου σπρώχνει τη λεκάνη, βγάζει το πουλί μου απ’ το στόμα της και χώνει τα νύχια της στ’ αρχίδια μου. Την καταλαβαίνω που χύνει, με γρήγορους, βίαους σπασμούς, οπότε γυρίζω από πάνω κι αρχίζω να τη γαμάω αργά, μετά δυνατά, κι αυτή τελειώνει ξανά και ξανά. Ο θρόνος του Αρθούρου και το Σόλσμπερι Κραγκς υψώνονται από πάνω μας και δεν μας νοιάζει μία για τον περίεργο περαστικό ή τον τύπο που κάνει τζόγκινγκ στο μονοπάτι κάτω απ’ την καβατζωμένη πλαγιά. Εμπιστεύομαστε τα σφεντάμια και τις φτέρες να μας κρύψουν, καθώς γαμιόμαστε σπρώχνοντας το Εδιμβούργο πιο πέρα στον ορίζοντα. Προσπαθούμε να μην κάνουμε θόρυβο, αλλά αυτή βογκάει σαν επιληπτική, σε σημείο που τη ρωτάω αν είναι καλά, αλλά αντί γι’ απάντηση γίνεται κόκκινη κι εκρήγνυεται ξανά. «Ω, γαμώ τα γαμήσια...» λέει, μισώντας σχεδόν την τελική της κορύφωση, αλλά συνεχίζει επιτακτικά για να στραγγίξει και τις τελευταίες σταγόνες της μέθης της. Αισθάνομαι ανεβασμένος και σφηνωμένος στη στιγμή. Ποτέ δεν έχω τρελάνει έτσι γκόμενα που γαμάω τόσο ασυνείδητα. Αλλά εγώ δεν έχω τελειώσει ακόμα, οπότε τραβιέμαι και γυρίζω το χαλαρό, εξαντλημένο κορμί της απ’ την άλλη κι ανοίγω τ’ απαλά της κωλομέρια, φτύνω στη σφιχτή σχισμή και βάζω ένα δάχτυλο στην πρώτη τρύπα, μετά στη δεύτερη. Μένει σιωπηλή καθώς ο σφιγκτήρας της μου γραπώνει το δάχτυλο, αλλά είναι ακόμα πολύ χαλαρωμένη και γαμώ τις φάσεις, γιατί όποτε έχω βάλει ή έχω προσπαθήσει να βάλω δάχτυλο στον κώλο γκόμενας, ή γκόμενα στον δικό μου, πέφτει πολύ σφίξιμο. Της λέω τι θα της κάνω και σπρώχνω τον πούτσο μου στην κωλοτρυπίδα της. Παίρνει ώρα για να μπει, αλλά στο τέλος γίνεται. Της δαγκώνω τ’ αυτί και τον σβέρκω, φτύνω τρίχες απ’ το στόμα κι αυτή ουρλιάζει «Τέλειωσέ το! Τέλειωσέ το!» σαν προπονητής του μποξ, και παρόλο που δεν μπορώ να πιάσω καλό ρυθμό λόγω της στενότητας, η λαγνεία με απογειώνει κι αδειάζω μες στον κώλο της.
Το κουρασμένο πουλί μου γλιστράει έξω και ξαπλώνουμε δίπλα-δίπλα σαν τραυματίες μετά από σύγκρουση τρένων, μέχρι που μας πλακώνει ένα βαρύ πέπλο πανικού και απέχθειας. Με κάνει κι ακινητοποιούμαι. Πρώτη σηκώνεται η Τζόαν. [...] Με τρώει ο φόβος κι η αυτοαπέχθεια κι έρχομαι φάτσα με τον αντίκτυπο αυτού που μόλις έκανα. Η Τζόαν κάθεται για λίγο με τα γόνατα στο στήθος, μετά μαζεύει το σουτιέν, το εσώρουχο και την μπλούζα της. Φοράει το καλσόν της και δένει τις Martens. Μες στη θολούρα μου, με βλέπω να παρατάω το πανεπιστήμιο και να μην ξαναγυρίζω ποτέ και σκέφτομαι την πρέζα, την πρέζα, την πρέζα· τώρα τη χρειάζομαι περισσότερο από ποτέ. Αρχίζω να μαζεύω τα ρούχα μου και ντύνομαι. Η Τζόαν σηκώνεται όρθια, χωρίς σχεδόν να με κοιτάξει, μου λέει, «Πάω να φύγω», και απομακρύνεται χωρίς να ρίξει ούτε ένα βλέμμα πίσω. Κι εγώ βουλιάζω ακόμα πιο βαθιά στα ερείπια της ψυχής μου, καταλαβαίνοντας πως γι’ αυτή δεν ήταν ντροπή. Κάνω τη σκέψη πως δεν ήθελε τίποτα από μένα που δεν το είχε ήδη.'
'Ο ήλιος πέφτει και οι κοιλιές που σχηματίζουν τα σύννεφα γίνονται ροζ. Ο Ρέντον σκέφτεται πως όσο νωρίς και να ξυπνήσεις και όσο αργά να την πέσεις, ποτέ δεν θα δεις την ακριβή στιγμή που ξεκινά το φως, ούτε την πρώτη μελανιά του σκοταδιού κάτω απ’ το εύθραστο δέρμα του. Η ομορφιά και η τρομακτική, απορσμέτρητη σοφία της μετάβασης.'
'Τελείωσαμε εδώ πέρα.
Συνειδητοποιώντας το, με το βλέμμα ψηλά στη γενναιοδωρία και την ακτινοβολία των αστεριών, ο Ρέντον αισθάνεται ανυψωμένος, σαν να ανταμείβεται μ’ ένα είδος αιώνιας παιδικότητας - η ιδέα πως ολόκληρη η γη είναι δική του, να την κληρονομήσει και να τη μοιραστεί με κάθε ανθρώπινο πνεύμα. Σύντομα θα είναι ξανά ελεύθερος. Θυμάται πως στο τέλος της ζωής του, ο Νίτσε συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσες απλά να να γυρίσεις την πλάτη σου στον μηδενισμό. Έπρεπε να τον ζήσεις, για να περάσεις καλώς εχόντων των πραγμάτων στην άλλη πλευρά, αφήνοντάς τον πίσω.'
Ίρβιν Γουέλς, Skagboys, μτφρ. Θάνος Καραγιαννόπουλος, εκδ. Οξύ






