'Against a clear background, amazed at their own transparency, the faces of Tsaï Ming-liang’s films appear transfixed, born to the streets in a forgotten season where nothing is familiar. Sculpted from some strange substance, they belong to a generation of ashes born by the wind, arriving in the real through the action of foreign forces, foreign bodies; transported by distant, inexplicable energies. They fail to recognize themselves. They examine themselves and each other, but never grow. They search the secret of their mysterious origins in underground conflicts, guided by depressing enigmas. They hope to tell their story in a different way than in submission to the present, to their appearances in each shot to the daily paths. They wish to trace a fold in which to hide halfway, or a line in joining a current of challenges. Control is a distant force for these lost, mistreated, short-winded beings, something that belongs to the rest of the world, to objects, to geometry, to pointless conflicts, their art of sudden awakenings, of unprovoked aggression, of crises without cause, object or even effect, When they can be explained, the answer only appears, finally, as an illusion, a pretext, an accidental creation that sends one back to abstract feelings and their multiple destinations.'
Olivier Joyard, 'Coproral Interference', translated from the French by J. Ames Hodges, in Tsaï Ming-liang edited by Danièle Rivière, publisher: Dis Voir
Frame grab from Eric Rohmer’s Die Marquise von O... (1976)
'Ελάχιστοι συνειδητοποιούν πως η ζωή τους, η καθαυτό ουσία του χαρακτήρα, των ικανοτήτων και των παράτολμων ενεργειών τους, εκφράζουν απλώς την πίστη τους στην ασφάλεια του περιβάλλοντός τους. Το θάρρος, η ηρεμία, η αυτοπεποίθηση, τα συναισθήματα και οι αρχές, κάθε σπουδαία και κάθε ασήμαντη σκέψη δεν ανήκουν στο άτομο αλλά στο πλήθος: στο πλήθος που πιστεύει τυφλά στην ακατανίκητη δύναμη των θεσμών και των ηθών του, στην ισχύ της τάξης και της γνώμης του. Ωστόσο η επαφή με την αμιγή, αδυσώπητη αγριότητα, με την πρωτόγονη φύση και τον πρωτόγονο άνθρωπο, ενοχλεί ακαριαία και βαθιά την καρδιά. Στην αίσθηση ότι είναι κανείς μόνος του, στη σαφή αντίληψη της μοναξιάς των σκέψεών του, στην άρνησή του συνηθισμένου, που είναι ασφαλές, προστίθεται η κατάφαση του ασυνήθιστου, που είναι επικίνδυνο. Εμφανίζονται πράγματα θολά, ανεξέλεγκτα και απωθητικά, και η εισβολή τους εξάπτει τη φαντασία, δοκιμάζει και ταράζει τα πολιτισμένα νεύρα τόσο των ανόητων όσο και των σοφών.'
Τζόζεφ Κόνραντ, Ένα Προκεχωρυμένο Φυλάκιο της Προόδου, μτφρ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Οκτώ
Διέσχισα όλες τις απάνθρωπες χιονοστιβάδες που φυλακισμένος το ίδιο κορμί εγγαστρίμυθος αναποδογυρισμένος σε σκοτεινούς λαβυρίνθους διάτρητος μπουσουλώντας τα μάτια τη σιωπή υγρή το σκοτάδι που δανείζοντας τη φωνή μου ξένα περάσματα πάνω τώρα γαλήνη εγχάρακτος
* * *
Μαύρο το χώμα που καρπίζει τη γης κι οι μυώνες συσπώνται μαύρη η βροχή που ποτίζει το χώμα κι η γη που φουσκώνοντας γεμάτη ζωή μαύρος ο άγγελος που θερίζει το θέρος και τα στάχυα στον κάμπο που τρικυμία χρυσή μαύρο το χιόνι που πέφτει και λιώνει κι οι πολύβουοι δρόμοι που την πόλη σιωπή μαύρα τα φώτα και τα πεθαμένα χωριά και στη μασίνα που το ξύλο δεν καίει φωτιά μαύρη στην πλατεία το χειμώνα το σκοτάδι σιωπή κι η γοργόνα που πνίγοτας στη βρύση νεκρή μαύρα τα χείλια σου που δαγκώνοντας τον έρωτα τα χαράματα κι αίμα να στάζεις τα δόντια υγρή το κορμί που το σκεύος που άδειο κι η ζωή μου κενή
τραγικωμωδία ελάχιστο πλήθος περίλαμπρο στον φαντασμαγορικό κήπο με στρυμώχνουν οι στυγνοί μαθητές παραδικότατο άπειρο ωχ φως χιλιοστό χαρά μύθος συναρπαστικών κακοτυχιών οι μέρες του περιπαθούς ορνιιορύγχου οι μέρες του περιπαθούς γλυκιά ουσία του ενδιαιτήματος καλοσυνάτη άβυσσος με σύσταση μικρή βιομηχανία έρωτα μες στα σαγόνια κρυφή γνώση του θανάτου άρτι γεννηθείς ο πόθος σχεδόν χωρίς νόημα σχεδόν χωρίς νόημαγια να σχεδόν χωρίς νόημαγια ναΕ σχεδόν χωρίς νόημαγια ναΞΑ σχεδόν χωρίς νόημαγια ναΦΑ ΝΙ ΣΤΕΙ