προγραφές

'Situational homosexuality is socially constructed sexuality. All sexual performance is fundamentally situational and does not always result in long-lasting social psychological commitment to any one form of sexual activity. It is a process that draws on both intra-psychic scripts and cultural scenarios and integrates them into the interpersonal scripts of everyday social life. The theory of sexual scripts presumes that sexual performance is not about discovering and pursing one’s intrapsychic desires (the presumptive core sexual self), but about defining and constructing scenarios of desire using cultural scenarios and negotiating interpersonal situations [...]. The men who work in the gay porn industry—whether gay, straight or “sexual”— must all construct scripts in order to perform. In this way they are no different from any person engaging in sexual activity—since all sexual performance is situational.'

Jeffrey Escoffier, 'Gay-for-Pay: Straight Men and the Making of Gay Pornography', Qualitative Sociology, 26(4)

'For its part, psychoanalytic criticism assumes that authorial desire is figured in all texts, never more so than when the Other is the subject or representation. With domestic ethnography, authorial subjectivity is explicitly in question or on display. There exists a reciprocity between the subject and object, a play of mutual determination, a condition of consubstantiality. The Desire (figurable as dread or longing) of the domestic ethnographer is for the Other self.'

Michael Renov, 'Domestic Ethnography and the Construction of the “Other” Self', in Collecting Visible Evidence edited by Jane M. Gaines & Michael Renov, publisher: University of Minnesota Press

'Ο χώρος και ο χρόνος είναι ως μορφές θεώρησης (Anschauungsformen) παρούσες σε κάθε αισθητηριακή έκφανση. Αφορούν το σύμπαν της θεώρησης κάθε αισθητικού αντικειμένου (Gegenstand) όπως και κάθε παράστασης. Ωστόσο δεν γίνονται αντιληπτές πέραν των αντικειμένων - παρά μόνον μαζί με τα αντικείμενα. Ο χρόνος μπορεί να νοηθεί ως μία σειρά, η οποία διασαφηνίζεται παραστατικά ως μία συνεχιζόμενη ευθεία γραμμή από το άπειρο παρελθόν προς το μέλλον. Σε αυτή τη γραμμή διεκδικούν μία θέση τόσο τα εντός του χώρου εξωτερικά όσο και τα εντός του ψυχισμού εσωτερικά γεγονότα. Αυτή η περιγραφή αντιστοιχεί στον αποκαλούμενο Αντικειμενικό Χρόνο. Προφανώς η κατάτμηση της γραμμής, η χωρική κατάτμηση αντιστοιχείται σε μία κατάτμηση του χρόνου, η οποία θα εξυπηρετήσει λ.γ. την κατασκευή του ωρολογίου και κατ’ επέκταση τις πολλαπλές εφαρμογές της μέτρησης του χρόνου στις θετικές επιστήμες. Χώρος και χρόνος, πρωταρχικές και μη συναγόμενες κατηγορίες, αποτελούν μόνιμες συνθήκες καταγραφής γεγονότων τόσο του ομαλού όσο και του μη κανονικού ψυχικού βίου τις οποίες δεν μπορει να εγκαταλείψει η συνείδηση. Η συνείδηση είναι υποχρεωμένη να ‘εγκλωβίζει’ τρόπον τινά τα αντικείμενα και γεγονότα στις κατηγορίες του χώρου και του χρόνου με τις οποίες διακαθορίζεται και η δική της υπόσταση. Οι υπαρξιακές καταγραφές του χρόνου δεν διακρίνονται από μία μόνιμη ποιοτική ουδετερότητα και επιδέχονται βιωματικές αλλαγές - μία διαπίστωση που έχει αυτονόητα μία ιδιαίτερη σημασία για την ψυχιατρική και την ψυχολογία.'

Νίκος Τζαβάρας, 'Η Συνείδηση και ο Χρόνος: Φιλοσοφική Αφετηρία (Καντ) και Ψυχολογικές Συναρτήσεις'

*

'Η διαλεκτική [...] και η επιστήμη αδυνατούν να δώσουν λύση στο ερώτημα της εγκυρότητας της μυστικής εμπειρίας. Η επιλογή επομένως όποιας λύσης εκ μέρους αυτών που αποδέχονται την ετυμηγορία της διαλεκτικής, έχοντας ακολουθήσει με συνέπεια την πορεία της μέχρι το αδιέξοδο του ισοπίθανου στο οποίο καταλήγει, δεν μπορεί παρά να υποκινείται από κάποιους άδηλους, ά-λογους και μάλλον θυμικούς παράγοντες. (Άλλωστε, θυμικοί ως επί των πλείστον παράγοντες καθορίζουν τις επιλογές αυτών που δεν δέχονται την ετυμηγορία της διαλεκτικής διότι ήδη πιστεύουν σε ένα σύμπαν είτε φιλότητας, είτε νείκους, είτε σε ένα σύμπαν αδιάφορο). Κάποιοι λοιπόν, φτάνοντας στο λογικό αυτό αδιέξοδο, ωθούμενοι από ά-λογες και άδηλες τάσεις, ενστερνίζονται την ιδέα του αδιάφορου ή του εχθρικού σύμπαντος και μετά αγωνίζονται διά βίου να καταστείλουν τις υπαρξιακές τους αγωνίες φιλοτεχνώντας θεωρίες όπως αυτές του Camus ή του Satre. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ανέντακτους οι οποίοι, μη έχοντας πού την κεφαλήν κλίνη ακροβατούν εκοντες άκοντες πάνω απ’ την άβυσσο της αμφιβολίας όπου ελλοχεύουν ίσως φρικτότεροι τρόμοι. Τέλος, οι υπόλοιποι, οι ευνοημένοι και οι καλότυχοι, οι οποίοι είναι μάλλον λίγοι, ακολουθούν (όπως ακολουθούν αυθόρμητα και οι πολλοί «πτωχοί τω πνεύματι» που ποτέ δεν συναπάντησαν το περί ου λόγος λογικό αδιέξοδο) τον δρόμο του Σωκράτη και εμπιστευόμενοι στη φιλότητα της υπάρξεως, ζουν και πεθαίνουν ευδαίμονες ως εάν να είχε κι αυτούς χαριτώσει η εμπειρία του Άκτιστου Φωτός.'

Ανδρέας Κ. Παπανικολάου, 'Περί της Μυστικής Εμπειρίας'

Σύναψις: Τριμηνιαία Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου, 32

'Το πάθος να υπομένει κανείς ένα γεγονός, να βασανίζεται από κάτι, ανήκει σε ένα είδος εννοιολογικής δυαδικότητας, η οποία το αντιπαραθέτει στην έννοια της δράσης. Υπό την επήρειά του το άτομο δεν είναι κύριος του εαυτού του, δεν μπορεί να ελέγξει τη συμπεριφορά του, ούτε να αντισταθεί. Το ερωτικο πάθος στην παθολογική του μορφή περιέγραψε αρχικά ο Ferrand ως ερωτική παραφροσύνη, έπειτα η ένοια θεωρητικοποιήθηκε από τον Clérambault το 1920. Ανακτημένη από τη φροϋδική και λακανική ψυχανάλυση, η ερωτομανία, παραληρητική παραίσθηση ότι κάποιος αγαπιέται, συνεχίζει να εξελίσσεται στις μέρες μας. Η σύγχρονη κλινική αναφέρεται στην ερωτομανία μόνο ως προς τη μεταβατική σχέση, οι σημερινοί ερωτομανείς δεν είναι οι ίδιοι με εκείνους της εποχή του De Clérambault. Ωστόσο, αυτή η παραληρητική δομή αποτελεί ίσως μια απάντηση όταν το υποκείμενο συναντά την ατέλεια του Άλλου.'

Chantal Tanguy, 'Ερωτομανία, Μια Έννοια σε Συνεχή Εξέλιξη', μτφρ. Σταυρούλα Καμπουγέρη, Σύναψις: Τριμηνιαία Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου, 33

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑