
ΟΙ ΔΥΟ ΤΟΥΣ
Στα χέρια της το κύπελλο σηκώνει —
Είν’ η παρειά, το χείλι της καθώς η προχοή
Και τόσο σίγουρη η περπατισιά της κι όλο χάρη
Που ούτε σταγόνα απ’ το κύπελλο δε χάνει.
Το χέρι τόσο σίγουρο κι αβρό
Που καθώς πάνω στο φαρί του καταφτάνει
Μία του κίνηση —ασυναίσθητη— αρκεί
Να στήσει προσοχή το μένον ζώο.
Παρ’ όλα αυτά, σαν πήγε να σηκώσει αυτό το χέρι
Το φίνο κύπελλο από κείνη να δεχτεί,
Κι οι δυο κατάλαβαν: πως όλο αυτό τους υπερβαίνει
Γιατί κι οι δυο τους τελικά τρέμανε τόσο
Που το ’χα χέρι δεν μπορούσε να βρει τ’ άλλο
Και ποτίστηκε το χώμα βαθυκόκκινο κρασί.
*
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ
«Γιατί ’ναι ποταμοί τα δάκρυά σου,
Τα δάκρυα τα βουβά και τα καυτά
Πάνω στα ντελικάτα δάχτυλά σου,
Δάχτυλα ντελικάτα και λευκά;»
Έχει το πέπλο μου σκιστεί
Μόλο που δεν κουνιέται φύλλο
Κι ούτε πήγα του λόγου μου ποτέ
Σε μέρος που να υπάρχουνε αγκάθια.
Χτυπάνε απόψε οι καμπάνες
Με ήχο τόσο αλλόκκοτο·
Ο Θεός ξέρει γιατί κλαίω —
Έχει παγώσει το αίμα μου.
*
ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥΡΟΥ
Η μια γεμίζει βάζα —διακοσμημένα με μπλε δράκους και πουλιά—
Με χαλαρά μπουκέτα απ’ όλα ολόφρεσκα λουλούδια:
Τι γιασεμιά, τι ανθισμένα ρόδα,
Τι ντάλιες, τι γαρίφαλα και νάρκισσοι...
Και νά οι μαργαρίτες οι ψηλές, σαν να χορεύουν
Και νά της πασχαλιάς τα σκιάδια, τα βιβούρνα τα λευκά,
Μίσχοι ασημιοί μ’ ανθήλες...
Κι όλα τ’ αρώματά τους τα βακχικά...
Η άλλη, με τα λεπτά κι ωχρά τα δάχτυλά της,
Μαζεύει αυτές τις ορχιδέες με τα μακριά και τ’ άκαμπτα κοτσάνια —
Δυο τρεις, να χωρούν ίσα σε κάνα στενό βαζάκι —
Καθώς προβάλλουνε με χρώματα θολά,
Ευθυτενή κορμιά, αλλόκοτα, στρεβλά,
Με τις μαβιές ραβδώσεις τους, τα στίγματα τα φανταχτερά,
Με βιολετιά, με καφετιά καθώς του λιόπαρδου σημάδια,
Με τους κάλυκες τους λάγνους να ελλοχεύουν
Ποθώντας ένα μόνο: να σκοτώσουν.
Ούγκο φον Χόφμανσταλ, Ιπππότης, Θάνατος, Διάβολος, μτφρ. Αγγελική Κορρέ, εκδ. Κείμενα
* * *
'Μέσα από τον βαν Γκογκ, ο Χόφμανσταλ ξαναγίνεται ποιητής, όχι ο ποιητής των τελευταίων χρόνων, ο τόσο κουρασμένος από τις μπερδεμένες τάσεις, από τον αθεμελίωτο αισθητισμό, από τη μεγαλομανία, αλλά ο ποιητής των δεκαέξι χρόνων. Στον βαν Γκογκ χτυπούσε η καρδιά της προόδου, της μοντέρνας γλώσσας, της γλώσσας που αφουγκραζόταν ο λαός, της πολυπόθητης γλώσσας την οποία μάταια ο Χόφμανσταλ αναζητούσε στην επιθετική αλλά και μετέωρη διανόηση του περιβάλλοντός του και εντέλει στη λογοτεχνία καθεαυτή. Η σιωπή, η διττή σιωπή —εκείνη που τον απειλούσε και συνάμα του προσέφερε καταφύγιο—, παραγκωνίστηκε όπως η θηριώδης κλίση απ’ το έλλογο όν. Στην περίπτωση του Χόφμνανσταλ, η ζωγραφική γιάτρεψε ό,τι μόλυνε η λογοτεχνία.
Έτσι ο ποιητής παρέμεινε ποιητής, ανεξάρτητα από τη μέθοδο της έκφρασής του. Μετατράπηκε σε ποιητή της εικόνας, «προσαρμόστηκε» ως ποιητής της εικόνας, αφού είδε πως οι τέχνες της όρασης είναι εκείνες μέσω των οποίων μπορεί να αποδοθεί ανόθευτη η αίσθηση της πραγματικότητας, η οποία, είτε συμβατική είτε στρεβλή, δεν παύει ποτέ να είναι η πραγματικότητα.
Ας επαναληφθεί λοιπόν το αμήχανο συμπέρασμα: Έχει πιο πολλά να πει κανείς για τον Χόφμανσταλ ως δραματουργό, αλλά πιο πολλά να θαυμάσει στον Χόφμανσταλ ως ποιητή. Πράγματι, με όρους λογοτεχνίας το δράμα αργά ή γρήγορα επισκιάζει την ποίηση, οι ζυμώσεις είναι στραμμένες εκεί, η εποχή το αναζητάει βιαστικά και λαίμαργα, η Ιστορία το κατακλύζει. Η ποίηση όμως, η ποίηση του Ούγκο φον Χόφμανσταλ, δεν έχει τελικά άλλον συνομιλητή πέρα από τη ζωγραφική, την οποία ο ποιητής ανακάλυψε στο μέλλον του, σαν το πεπρωμένο του να του το φύλαγε, για να διασώσει το παρελθόν του. Ο χρόνος για τον Χόφμανσταλ είναι εμπειρία, η πραγματικότητα είναι εμπειρία, ο χρόνος εντός της πραγματικότητας είναι εμπειρία και η πραγματικότητα εντός του χρόνου. Αυτό που βλέπει τον συναρπάζει περισσότερο από καθετί, όπως τον περιηγητή, όπως τον περιπλανώμενο. Όργανά του το βιούμενο και το δυναμικό. Νά ο τρόπος με τον οποίον ο Χόφμανσταλ κατέκτησε τη ζωή· δανδής έστω, άστός, ξένος κι αυτόχθων μαζί στην Αυστρία, ξένος κι αυτόχθων μαζί στη Γερμανία, στο εννοιακό χρέος της γερμανικής γλώσσας και στην παρασιτική γι’ αυτό και χρειαζούμενη για τη διατήρηση των πραγμάτων ελληνικότητα. Αλλά δεν βγαίνει αλώβητος κανείς από τη ζωή, συνεπώς δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο μ’ αυτήν παρά να την κατακτήσει.'
Αγγελική Κορρέ, ‘[QUO VADIS POETA]’, από το Επίμετρο της έκδοσης
